SYM MMBCU - Νέο φουτουριστικό scooter

Με πλαστικά που αλλάζουν χρώμα ανάλογα με το φως
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

24/8/2022
Η SYM παρουσίασε στην Ταιβάν το MMBCU, ένα ακόμη scooter με φουτουριστική αισθητική και αξιοπερίεργο όνομα, στα χνάρια του DRGBT.
 
Όσον αφορά στο όνομα του, τα πρώτα τρία γράμματα του MMBCU αναφέρονται στο φίδι μαύρη μάμπα που απαντάται στην Αφρική, ενώ το C στο CU προέρχεται από το Crossover και το U από το Unique Design. Οπότε τώρα ξέρετε.
 
Προχωρούμε στο ιδιόμορφο design που έχει φτιαχτεί για να θυμίζει φίδι, ενώ η πρωτοποριακή βαφή θυμίζει φολίδες φιδιού ενώ το scooter αλλάζει χρώμα ανάλογα με το πώς πέφτει ο ήλιος πάνω στα πλαστικά -κάτι ανάλογο έχει αρχίσει να γίνεται πρόσφατα και στον χώρο των smartphones!
Αν εξετάσει τώρα κανείς πιο προσεκτικά τη μάσκα και τα φώτα μπροστά, αυτά είναι σχεδόν ίδια με τη μάσκα και τα φώτα του Kawasaki H2.
Ο κινητήρας του αρχικού μοντέλου παρουσίασης είναι τετράχρονος, υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος 158 κ.εκ., με CVT μετάδοση με ιμάντα, “τεχνολογίας R” όπως αναφέρει η SYM, ενώ αναμένεται να αποδίδει κοντά στους 15 hp.
 
Σημειώστε πως στην επίσημη σελίδα του MMBCU η SYM κάνει αναφορά και για μελλοντικό μεγαλύτερο μοντέλο στα 250 κυβικά.
Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει “τεχνολογία R”, όμως πρόκειται για έναν προηγμένο αρχιτεκτονικά κινητήρα, όπως στα τελευταία scooter της SYM, με offset κύλινδρο, ψυγείο στο πλάι, σύστημα Start / Stop και μίζα ACG.
 
Μπορεί τώρα η SYM να κάνει λόγο για Crossover, όμως το MMBCU είναι ένα αμιγώς “ασφάλτινο” scooter, με αντίστοιχες διαδρομές αναρτήσεων, street ελαστικά στους τροχούς 13 ιντσών, και ανάλογο στιλ.
Τα φώτα είναι full-LED, η οθόνη οργάνων είναι ψηφιακή LCD χωρίς συνδεσιμότητα, ενώ ο αποθηκευτικός χώρος κάτω από τη σέλα έχει χωρητικότητα 28 λίτρων.
Στα φρένα βρίσκουμε δυο δισκόφρενα με δικάναλο ABS της Bosch, ενώ η SYM εξοπλίζει το MMBCU και με Traction Control.
 
Στις αναρτήσεις βρίσκουμε ένα συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι και μονό αμορτισέρ πίσω, και το βάρος ανακοινώνεται στα 136 κιλά.
Για την ώρα δεν γνωρίζουμε αν το MMBCU βρει τον δρόμο του και για την Ευρώπη.

Veloce Ethereal: Δίχρονη V4 café racer 500 κυβικών με 145 ίππους από τη Βρετανία

Με νέο τετρακύλινδρο κινητήρα "L4", μονόμπρατσο ψαλίδι και παραγωγή μόλις 48 μοτοσυκλετών
Veloce Ethereal
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

30/6/2026

Μετά την εντυπωσιακή Aperion των 1.000 κυβικών και των 276 ίππων, η βρετανική Veloce Motorcycles παρουσιάζει τη δεύτερη δημιουργία της. Η νέα Ethereal υιοθετεί έναν ολοκαίνουργιο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κ.εκ. με απόδοση έως 145 ίππους, διατηρώντας την ίδια ιδιαίτερη φιλοσοφία σχεδίασης και κατασκευής.

Η Veloce Motorcycles από την Οξφόρδη έγινε γνωστή πριν από λίγες εβδομάδες παρουσιάζοντας την εντυπωσιακή Aperion, μια περιορισμένης παραγωγής μοτοσυκλέτα με δίχρονο οκτακύλινδρο κινητήρα 1.000 κ.εκ. και ισχύ 276 ίππων. Τώρα η βρετανική εταιρεία αποκαλύπτει το δεύτερο μοντέλο της, την Ethereal, μια κάπως πιο “προσιτή” πρόταση, χωρίς όμως να χάνει την τεχνολογική της ιδιαιτερότητα.

Αντί για τον οκτακύλινδρο κινητήρα της Aperion, η Ethereal χρησιμοποιεί έναν άλλο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κυβικών εκατοστών, ο οποίος αποδίδει έως 145 ίππους στις 12.000 στροφές ανά λεπτό. Πρόκειται για έναν V4 κινητήρα που η Veloce χαρακτηρίζει ως L4, καθώς οι τέσσερις κύλινδροι είναι τοποθετημένοι σε δύο ζεύγη υπό γωνία 90 μοιρών και χρησιμοποιούν δύο ξεχωριστούς στροφαλοφόρους άξονες, στην ίδια αρχιτεκτονική που συναντάται και στον μεγαλύτερο κινητήρα της Aperion.

Veloce Ethereal

Η εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στις ιδιαίτερες μηχανολογικές λύσεις. Η έξοδος της μετάδοσης βρίσκεται ανάμεσα στους δύο στροφαλοφόρους και πάνω από το κιβώτιο ταχυτήτων, ενώ το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι εξ ολοκλήρου κατεργασμένο από μασίφ αλουμίνιο. Αντίστοιχα ξεχωριστή είναι και η εξάτμιση, με τέσσερις θαλάμους διαστολής, έναν για κάθε κύλινδρο, οι οποίοι κατασκευάζονται από αλουμίνιο με κοπή laser και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της αισθητικής της μοτοσυκλέτας.

Η Ethereal κατά τα άλλα, ακολουθεί τις γραμμές μιας κλασικής café racer, με λιτή σιλουέτα, μονόσελο και σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο. Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο είναι η θέση του ψυγείου. Αντί να βρίσκεται μπροστά από τον κινητήρα, έχει τοποθετηθεί κάτω από την ουρά, θυμίζοντας τη λύση που είχε χρησιμοποιήσει η Benelli Tornado Tre 900 στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο αέρας οδηγείται προς το ψυγείο μέσω αεραγωγών που βρίσκονται κάτω από το ρεζερβουάρ.

Veloce Ethereal

Για τις αναρτήσεις και τα φρένα, η Veloce επιλέγει σύγχρονα περιφερειακά, με ανεστραμμένο πιρούνι εμπρός, χωρίς όμως να έχει ανακοινώσει ακόμη τους προμηθευτές ή τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά.

Η εταιρεία δεν έχει δημοσιοποιήσει ακόμη το βάρος της Ethereal ούτε τις πλήρεις επιδόσεις της, ωστόσο οι πρώτες εικόνες δείχνουν μια ιδιαίτερα συμπαγή κατασκευή, με στόχο να προσφέρει μια πιο "φιλική" εμπειρία σε σχέση με την ακραία Aperion.

Veloce Ethereal

Μισός κινητήρας, διπλή παραγωγή

Όπως και το πρώτο μοντέλο της εταιρείας, έτσι και η Ethereal θα παραχθεί σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό. Η παραγωγή προβλέπεται να περιοριστεί σε 48 μοτοσυκλέτες, με τις πρώτες παραδόσεις να προγραμματίζονται για το 2027. Η Veloce έχει ήδη ξεκινήσει να δέχεται κρατήσεις μέσω της ιστοσελίδας της, χωρίς όμως να ανακοινώνει επίσημη τιμή. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι θα κοστίζει λιγότερο από την Aperion, η οποία τιμολογείται στις 78.000 λίρες, δηλαδή περίπου 90.000 ευρώ.

Όπως συμβαίνει και με την Aperion, η Ethereal προορίζεται να αποκτήσει άδεια κυκλοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μέσω της διαδικασίας Motorcycle Single Vehicle Approval (MSVA), που επιτρέπει την ταξινόμηση οχημάτων μικρής παραγωγής. Αντίθετα, εάν οι προτάσεις της Veloce σας είχαν δελεάσει, μάλλον θα απογοητευτείτε να μάθετε ότι η έγκρισή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται πρακτικά αδύνατη, καθώς ο δίχρονος κινητήρας υψηλών επιδόσεων δεν πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές εκπομπών ρύπων Euro5+ και δεν διαθέτει υποχρεωτικά συστήματα ασφαλείας, όπως το ABS, για να λάβει τη σχετική έγκριση τύπου.

Veloce Ethereal

Με την Ethereal, η Veloce αποδεικνύει ότι η Aperion δεν ήταν μια μεμονωμένη τεχνολογική και κατασκευαστική άσκηση, αλλά η αρχή μιας σειράς ιδιαίτερων μοτοσυκλετών που επιχειρούν να επαναφέρουν τον δίχρονο κινητήρα στο προσκήνιο, μέσα από σύγχρονες και εξαιρετικά περιορισμένης παραγωγής κατασκευές.