Yamaha MT-10: Video από την δοκιμή του!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

3/10/2016

Με την ευκαιρία της πλήρους δοκιμής στο τεύχος Οκτωβρίου (τ. 563) που βρίσκεται τώρα στα περίπτερα, αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα από την παρουσίαση του MT-10 στην Ισπανία, που το MOTO είχε βρεθεί αποκλειστικά, για το τεύχος 559. Δείτε το video από τις εμπειρίες μας με το νέο streetfighter της Yamaha και θυμηθείτε κάποια από όσα γράφαμε στο τεύχος Ιουνίου!

Yamaha MT-10 Αναδημοσίευση από την παρουσίασή του:

Το πρώτο πράγμα που έγραφαν οι οθόνες, στην ευφάνταστη παρουσίαση που είχε προετοιμάσει η Yamaha, είναι ότι το MT-10 “δεν είναι R1”.

Για το MOTO βέβαια δεν χρειαζόταν εξήγηση για το αν έκαναν καλά που οι ομοιότητες με την superbike μοτοσυκλέτα είναι μικρές, το αντίθετο μάλιστα, καθώς για εμάς το στοίχημα ήταν να δούμε πόσο μεγάλο ποσοστό διαφοράς χαρακτηρίζει αυτές τις δύο μοτοσυκλέτες! Με αφορμή την πρώτη παρουσίαση του Super Duke R, που και τότε το MOTO είχε δοκιμάσει αποκλειστικά, είχαμε αναλύσει ότι έχει περάσει η εποχή: "βάζω ένα τιμόνι, βγάζω το φαίρινγκ και πουλάω την superbike για naked". Κι από τότε το έχουμε επαναλάβει και σε διάφορα συγκριτικά, αναλύοντας παράλληλα τις διαφορές της υποκατηγορίας των Streetfighter, με την ευρύτερη κατηγορία των naked.

Εν συντομία, το θέμα μας είναι ότι πλέον οι σημερινές superbike έχουν γίνει απόλυτα εξιδεικευμένες μοτοσυκλέτες και η νέα Yamaha R1 είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. Με μπιέλες τιτανίου, μπαταρία που κρατά ελάχιστα, εξωτικά υλικά και μία ιπποδύναμη που αποδίδεται ψηλά, η χρήση της είναι απόλυτα εξιδεικευμένη για την πίστα. Όπως ακριβώς ισχύει με κάθε νέα superbike, όπως ακριβώς θα γίνει από το νέο έτος και με το GSX-R, την στιγμή που τώρα είναι το πιο άνετο superbike για καθημερινή χρήση. Είναι γιατί η μοτοσυκλέτα της Suzuki έχει μείνει μία δεκαετία πίσω σε εξέλιξη… Πλέον οι superbike είναι ντελικάτες σε όλα τους εκτός από την απόδοση. Το υποπλαίσιο δεν είναι φτιαγμένο για να μεταφέρεις σαμάρια και το σταντ θα στραβώσει από την βάση του αν αρχίσεις να κάθεσαι επάνω στην μοτοσυκλέτα σου όταν την παρκάρεις έξω από μία καφετέρια. Απλά καθημερινά παραδείγματα προβλημάτων που προκύπτουν από την καθημερινή χρήση μίας superbike, όταν αντίθετα μπορείς να ευχαριστηθείς ταχύτητα μέσα στην πίστα με μία πρωτόγνωρη ασφάλεια και συμπεριφορά που παλιότερα θα έβρισκες μονάχα σε καθαρά αγωνιστικές κατασκευές.

Η Yamaha είναι η πρώτη εταιρία που έχει αντιληφθεί στο έπακρο τα θέματα που δημιουργούνται από μία τόσο μεγάλη εξειδίκευση, ακόμα και για τις ίδιες τις superbike. Έβγαλε λοιπόν μία έκδοση μόνο για αγωνιστική χρήση - την R1M- και παράλληλα ήταν η μόνη εταιρία που έφτιαξε και μία έκδοση με πιο "ανθρώπινα" χαρακτηριστικά σε σύγκριση με την κανονική R1, για όσους θέλουν μία φθηνότερη μοτοσυκλέτα που μπορούν να οδηγήσουν κάθε μέρα, χωρίς θυσίες –την R1S. Με την εμπειρία αυτής της έκδοσης, βλέποντας και στην πράξη το αποτέλεσμα, η Yamaha προχώρησε από την αρχή επανασχεδιάζοντας τον κινητήρα της R1 για να τον προσαρμόσει στις απαιτήσεις του MT-10. Οι αλλαγές αυτές -όπως ο εντελώς νέος στρόφαλος- αντιπροσωπεύουν το 40% των συνολικών εξαρτημάτων, διαφοροποιώντας αρκετά το MT-10.

Το βάρος στην εικόνα…

Βέβαια η Yamaha θα καθυστερούσε λίγο ακόμα την στιγμή που το εκκεντρικό σε εμφάνιση MT-10 θα ερχόταν μπροστά μας. Βρισκόμασταν σ’ ένα εγκαταλελειμμένο βιομηχανικό κτήριο που είχαν μισθώσει κάνοντας γκράφιτι στους τοίχους εικόνες από το νυκτερινό αστικό τοπίο του Τόκυο. Ανεβάζοντας στον δεύτερο όροφο τις μοτοσυκλέτες, είχαν στήσει ένα σκηνικό με τα γκράφιτι, το φωτισμό και τα δυνατά ηχεία, που θύμιζε underground μουσική σκηνή, μονάχα που στο προσκήνιο δεν ήταν κάποιος DJ με περίεργο όνομα, αλλά τα MT-10 με την περίεργη εμφάνιση. Βρισκόμασταν στην Almeria, έναν αχανή ξερότοπο της Ισπανίας που ωστόσο τον χαρακτηρίζει η εκτεταμένη γεωργία χάρη στην πολύπλοκη διαχείριση του νερού. Το μόνο που υπάρχει εκεί, πέρα από έρημους δρόμους με απίστευτη πρόσφυση, είναι τα τεράστια θερμοκήπια, οπότε για να βρουν έναν τέτοιο χώρο οι άνθρωποι της Yamaha, μπήκαν σε μεγάλο κόπο. Για να φτάσει ως εκεί το λεωφορείο με τους πρώτους δημοσιογράφους της παρουσίασης, έπρεπε να περάσουμε από ένα στενό χωματόδρομο ανάμεσα σε κάτι μάντρες, ξύνοντας δεξιά και αριστερά τα ξερόχορτα που έβγαιναν από το συρματόπλεγμα, πολλά χιλιόμετρα μακριά από το ξενοδοχείο που βρίσκονταν και οι μοτοσυκλέτες που θα δοκιμάζαμε το επόμενο πρωί. Γιατί λοιπόν να μπουν σε όλη αυτή την διαδικασία;

Μα γιατί ένα από τα βασικά στοιχεία αυτής της μοτοσυκλέτας, είναι η εκκεντρική εμφάνιση και το στιλ της, στοιχεία που έπρεπε οπωσδήποτε να αναδείξουν! Όσοι βρίσκουν το MT-10 υπερβολικό στην εμφάνιση, συνήθως το παρομοιάζουν με Transformer και μάλιστα με χαρακτήρα των Decepticons, ενώ οι έφηβοι της δεκαετίας του ’80 με το Number 5, ένα ρομπότ από κωμωδία της εποχής. Είναι απλά όμως τα πράγματα, αν δεν σου αρέσει το MT-10, πιθανότατα δεν θα αγόραζες και streetfighter μοτοσυκλέτα, μπορεί να σκεφτόσουν κάποια naked, αλλά στην συγκεκριμένη υποκατηγορία των streetfighter δεν θα έμπαινες. Πριν διεξάγω αυτό το συμπέρασμα από συζητήσεις με αναγνώστες, είδα καταρχήν ότι ίσχυε και μέσα στο περιοδικό. Σε κανέναν δεν αρέσει εμφανισιακά το MT-10, εκτός από εμένα και τον Μπάμπη την στιγμή όμως που κανείς από τους υπόλοιπους δεν θα αγόραζε streetfighter μοτοσυκλέτα. Αντιθέτως συμφωνούμε όλοι ότι το BMW S1000R είναι αντικειμενικά άσχημη μοτοσυκλέτα, ασχέτως αν οδηγικά είναι εξωγήινη, γιατί απλά ξεγύμνωσαν το superbike χωρίς να του δώσουν ξεχωριστή προσωπικότητα. Κακά τα ψέματα, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής αυτών των μοντέλων αναλώνεται στην στατική επίδειξη και μάλιστα τις νυκτερινές ώρες, οπότε η μοντέρνα και εκκεντρική εμφάνισή τους, αποτελεί πλεονέκτημα. Μέσα εκεί λοιπόν, στο σκοτάδι και τα πολύχρωμα φώτα μου άρεσε και ο γκρι χρωματισμός με τις κίτρινες ζάντες. Για να πω την αλήθεια, όσο περισσότερη ώρα περνούσε, τόσο πιο ελκυστικό γινόταν. Ήταν βέβαια εξαιτίας έλλειψης καλύτερης επιλογής, καθώς το μπλε με τις ασημί λεπτομέρειες που τόσο αναδείκνυε το Tracer, έκανε το MT-10 να δείχνει φθηνότερο, ενώ το ολόμαυρο εξαφάνιζε όλες τις γωνίες. Στο γκρι αυτό πάντως πιστεύει και η ίδια η Yamaha γιατί από εδώ και πέρα θα αποτελεί βασικό χρώμα όλης της σειράς των MT.

Ακόμα και στο φως της ημέρας όμως, δεν υπάρχει ανατροπή των παραπάνω. Τα παραταγμένα στη σειρά ΜΤ-10 λούζονται από το πρωινό φως, καθώς ο ήλιος πασχίζει να περάσςει μέσα από τα σύνεφα και το γκρι με τις κίτρινες ζάντες εξακολουθεί να δείχει ομορφότερο από τα υπόλοιπα δύο….

----------------------------

Βασικές διαφορές συγκριτικά με το R1

·         Βαρύτερος κατά 40% στρόφαλος

·         Επίσης 40% είναι το ποσοστό των συνολικών εξαρτημάτων που έχουν διαφορετικό part number

·         Νέες μπίελες, κεφαλή και βαλβίδες

·         Ίδιες διαστάσεις για τα πιστόνια με διαφορετική όμως κορόνα και διαφορετικά δαχτυλίδια, ενώ έχουν και ελάχιστα μεγαλύτερο βάρος

·         Νέος και βαρύτερος συλλέκτης στην εξάτμιση

·         Οπουδήποτε χρησιμοποιούταν πιο εξωτικά υλικά, όπως στα καπάκια, έχει γίνει αντικατάσταση

·         4.500 ευρώ η διαφορά τους σε κόστος κατασκευής

·         Υπολογίζοντας το ατσάλινο υποπλαίσιο, τις πλάκες του τιμονιού και τις βάσεις του κινητήρα, το ποσοστό των διαφορών για όλο το πλαίσιο ανεβαίνει στο 60%

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.