Yamaha R1/ R1M 2020 (Euro5): Τεχνική παρουσίαση [video]

Οι αλλαγές, οι βελτιώσεις και σύγκριση με τον ανταγωνισμό
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

16/9/2019

Η Yamaha επέλεξε να παρουσιάσει την ανανεωμένη R1 και R1M του 2020 αρκετά πριν ξεκινήσουν οι διεθνείς εκθέσεις. Η τακτική αυτή ξεκίνησε από την BMW και πλέον όλο και περισσότεροι κατασκευαστές την ακολουθούν, καθώς θέλουν να αποφύγουν τον “συνωστισμό” παρουσιάσεων νέων μοντέλων μέσα σε μία μέρα. Σε αντίθεση με ό,τι έγινε όταν εφαρμόστηκαν οι προδιαγραφές Euro4, όπου η οικονομική κρίση οδήγησε τα εργοστάσια στην απόσυρση ορισμένων μοντέλων από την ευρωπαϊκή αγορά (βλ. Hayabusa, CBR 600 RR κ.τ.λ.), τώρα με τις προδιαγραφές Euro5, έχουμε μια έκρηξη ανανεώσεων παλαιών και παρουσίασης εντελώς νέων μοντέλων, κάτι που θα συνεχιστεί στον ίδιο ρυθμό και του χρόνου.

Αυτή είναι η δεύτερη κατά σειρά ανανέωση της R1 μετά το 2015 που παρουσιάστηκε, καθώς είχε προηγηθεί μια αναβάθμιση των ηλεκτρονικών το 2017 και η προσθήκη του quick shifter up/down. Στην πρώτη γενιά των R1/R1Μ είχαν βάλει ένα συμβατικό quick shifter (μόνο για τα ανεβάσματα) που απλώς έκοβε το ρεύμα και δεν εκμεταλλευόταν την τεχνολογία ride by wire της τροφοδοσίας και τις δυνατότητες της IMU. Όταν ρωτήσαμε γιατί το έκαναν αυτό και έμειναν πίσω από τον ανταγωνισμό, η δικαιολογία του project leader τότε, ήταν πως τα quick shifter up/down “δεν ανταποκρίνονται στα επίπεδα αξιοπιστίας που έχει θέσει η Yamaha για τα προϊόντα της”. Φυσικά δύο χρόνια μετά το έβαλαν, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως δεν ξέρουν να λένε ψέματα. Όπως για παράδειγμα με την τεχνολογία του cornering ABS, που δήλωναν πως είναι αποκλειστικά δικά τους, αλλά στην πέμπτη κατά σειρά (επίμονη…) ερώτηση, μας αποκάλυψαν πως o κατανεμητής πίεσης είναι της Bosch. Τα παλιά χρόνια που στις δημοσιογραφικές παρουσιάσεις μιλούσαν μόνο οι Γιαπωνέζοι, η απάντηση σε κάθε ερώτηση ήταν “because is better…”. Τώρα που τις παρουσιάσεις τις κάνουν στελέχη των ευρωπαϊκών θυγατρικών, ακολουθούν διαφορετική προσέγγιση η οποία μπορεί να σε οδηγήσει σε λανθασμένες εντυπώσεις. Στην πραγματικότητα λοιπόν, η Yamaha δεν είχε προλάβει να φτιάξει λογισμικό για να έχει quick shifter με λειτουργία up/down η πρώτη γενιά της R1/M και το έβαλε δύο χρόνια μετά (για να έχετε μια εικόνα σχετικά με την πολυπλοκότητα των ρυθμίσεων, εμείς γνωρίζουμε αποκλειστικά μέσα από την ΚΤΜ ότι δούλευαν έξι μήνες πάνω στον κώδικα του cruise control προκειμένου να λειτουργεί έτσι όπως ήθελαν). Διότι τα λογισμικά αυτά δεν είναι ένας απλώς κώδικας, που γράψει ένας κομπιουτεράς στο γραφείο. Απαιτούν αρκετές ώρες δοκιμών σε πραγματικές συνθήκες και ως γνωστόν ο χρόνος ταυτίζεται απόλυτα με το κόστος στις βιομηχανίες.

Ακόμα κι έτσι όμως, οι R1/M ήταν η πιο τεχνολογικά εξελιγμένη ιαπωνική superbike και η μόνη που μπορούσε να συγκριθεί με τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό των Ducati Panigale 1299, BMW S1000RR και φυσικά της πρωτοπόρου στα ηλεκτρονικά Aprilia RSV4RF.  Το ίδιο ισχύει και για το 2020, καθώς αυτή τη φορά έχουμε ουσιώδεις αλλαγές και στην κατασκευή ορισμένων εξαρτημάτων. Με άλλα λόγια, η Yamaha δεν αρκέστηκε μόνο στην δημιουργία ενός update στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, αλλά βελτίωσε σημαντικά εξαρτήματα που επηρεάζουν την ποιότητα λειτουργίας τους. Θα ξεκινήσουμε με τον νέο μηχανισμό της ride by wire γκαζιέρας, διότι ο έλεγχος του γκαζιού ήταν μέχρι τώρα ο αδύναμος κρίκος στις μοτοσυκλέτες της Yamaha με ride by wire ψεκασμό. Τόσο η οικογένεια των MT-09, όσο και τα R1/M και MT-10, παρουσίαζαν μια αναντιστοιχία ανάμεσα στο πόσο άνοιγες το γκάζι και στο πώς αντιδρούσε ο κινητήρας, κυρίως στα μικρά ανοίγματα του γκαζιού. Η Yamaha προσπάθησε να βελτιώσει αυτή τη συμπεριφορά με δύο αναβαθμίσεις του λογισμικού. Όμως στις νέες R1/ R1M δεν αρκέστηκαν σε αυτό και άλλαξαν ολόκληρη τη γκαζιέρα, με νέο ελατήριο επιστροφής, νέας τεχνολογίας αισθητήρα θέσης, η οποία είναι και ελαφρύτερη. Νέο είναι και το launch control, το οποίο έχει ένα πολύ έξυπνο και απλό τρόπο ενεργοποίησης. Απλώς ανεβάζεις τις στροφές του κινητήρα πάνω από τις 9.000, κρατώντας τη γκαζιέρα ανοιχτή στις 41⁰ και το σύστημα ενεργοποιείται αυτόματα. Αφήνεις τον συμπλέκτη και ο ψεκασμός ride by wire φροντίζει για την τέλεια εκκίνηση ανοιγοκλείνοντας τις πεταλούδες, ενώ εσύ απλώς κρατάς τέρμα ανοιχτό το γκάζι.

Μαζί με το ρυθμιζόμενης ευαισθησίας engine brake (3 θέσεις) και το ρυθμιζόμενο cornering ABS (2 θέσεις) η R1/M έχει πλέον ένα ολοκληρωμένο σύστημα ηλεκτρονικών βοηθημάτων, που σε ποσότητα και τεχνολογία είναι πιο κοντά στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό σε σχέση με το παρελθόν.

Στην περίπτωση της έκδοσης M, η οποία θα συνεχίσει να πωλείται με την μέθοδο των διαδικτυακών προπαραγγελιών, έχουμε αλλαγές και στις ημί-ενεργητικές αναρτήσεις της Öhlins. Στην ενδιάμεση ανανέωση του 2017, η Öhlins είχε κάνει update το λογισμικό (το update το είχαμε δοκιμάσει στην Ν. Αφρική κατά την παρουσίαση του ολοκαίνουριου τότε MT-10 SP). Τώρα όμως έχουμε αλλαγές στα δομικά στοιχεία του πιρουνιού και του πίσω αμορτισέρ (τεχνολογίας NPX) που διαθέτουν εσωτερικά ένα ειδικά σχεδιασμένο ρεζερβουάρ αερίου. Στόχος είναι ο έλεγχος της εσωτερικής πίεσης μέσα στο σώμα της ανάρτησης και η ομαλοποίηση της απόσβεσης επαναφοράς.   

Για τον cross-plane τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα, δεν αναφέρονται κάποιες συγκεκριμένες δομικές αλλαγές, όμως έχει προσαρμοστεί στις προδιαγραφές Euro5 (ανασχεδιασμός κεφαλής/αυλοί εισαγωγής/νέα μπεκ ψεκασμού), διατηρώντας τη μέγιστη (ονομαστική) ιπποδύναμη των 200 ίππων στις 13.500 στροφές. Εδώ θα πρέπει να πούμε, πως οι προδιαγραφές Euro5 δεν φαίνεται πως θα επηρεάσουν τόσο πολύ την απόδοση των κινητήρων, καθώς επικεντρώνονται περισσότερο στη διαχείριση των αναθυμιάσεων και στον διαφορετικό τρόπο μέτρησης του θορύβου.

Παρά το γεγονός πως οι 200 ίπποι και οι 13.500 στροφές είναι άκρως εντυπωσιακοί αριθμοί , εν τούτοις στα χαρτιά, ο ευρωπαϊκός ανταγωνισμός έχει σπάσει αυτό το φράγμα, με την BMW S1000RR να είναι στους 207 ίππου στις ίδιες στροφές και τα υπερκυβισμένα Aprilia RSV4 1100 και Ducati Panigale V4/S (1100cc κι αυτά) στους 217 και 214 ίππους αντίστοιχα. Η Yamaha δεν έχει ακόμα μπει στο παιχνίδι των μεταβλητού χρονισμού εκκεντροφόρων. Αυτή η τεχνολογία βοηθά στη μείωση των εκπομπών ρύπων στις χαμηλές στροφές και ταυτόχρονα επιτρέπει “άγριο” χρονισμό στις υψηλές στροφές. Πιθανόν η Yamaha να περιμένει να δει πού θα πάει τον πήχη των ιαπωνικών superbike η Honda με το καινούριο Fireblade φέτος για να απαντήσει. Ο χρόνος θα δείξει…

Αλλαγές ουσίας υπάρχουν και στο πάνω μέρος του φαίρινγκ και την ουρά (full-carbon στην περίπτωση της Μ). Η Yamaha ισχυρίζεται πως βελτίωσε την συνολική αεροδυναμική απόδοση κατά 5% σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο και στην μονόσελη Μ, έχουμε ακόμα καλύτερη συγκέντρωση των μαζών στο κέντρο βάρους της μοτοσυκλέτας.

Με τη χρήση μαγνησίου για τις ζάντες και το υποπλαίσιο, το συνολικό βάρος (γεμάτο ρεζερβουάρ και υγρά στον κινητήρα) είναι μόλις 202 κιλά για την R1Μ. Παρ’ όλα αυτά, για την βασική έκδοση η Yamaha λέει πως ζυγίζει 201 κιλά, δηλαδή είναι ελαφρύτερη κατά ένα κιλό από την M που έχει full-carbon φαίρινγκ και μικρή μπαταρία ιόντων λιθίου. Πιθανόν οι διαφορά να βρίσκεται στις βαρύτερες ημί-ενεργητικές αναρτήσεις ή να πρόκειται για τυπογραφικό λάθος… Μια άλλη διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδόσεις βρίσκεται στα ελαστικά τους. Η έκδοση M δεν έχει πια τα ελαφριά Pirelli Supercorsa, αλλά τα Bridgestone RS 11 σε πίσω διάσταση 200/55-17. Ακριβώς τον ίδιο τύπο ελαστικών έχει η βασική έκδοση, μόνο που εδώ έχουμε 190/55-17 πίσω, με αποτέλεσμα το ύψος σέλας να είναι 860mm για την M, με το υψηλού προφίλ πίσω ελαστικό και 855mm για την βασική έκδοση με το μικρότερου ύψους προφίλ πίσω ελαστικό.

            

Η νέα R1 παρουσιάστηκε σε εκπροσώπους μέσων, κυρίως «γιουτιούμπερ» πριν από λίγες ημέρες, οι δημοσιογράφοι που θα έλεγαν και τα στραβά μαζί με τα καλά, δεν ήταν στις επιλογές της εταιρίας και το λέμε αυτό μιας και είναι λίγοι πλέον όσοι έχουμε μείνει που γράφουμε και δείχνουμε πράγματα. Για παράδειγμα στην αποστολή του Tenere υπήρχαν θέματα που τέθηκαν μονάχα από το ΜΟΤΟ, να μην τα είδαν οι υπόλοιποι; Μακάρι να είναι αυτό και όχι να τα είδαν και να μην τα είπαν. Αυτό βέβαια μας «κατεβάζει» στην λίστα προτίμησης μερικές φορές, όχι πάντα, γιατί δεν είμαστε στην δεκαετία του ‘90 και του ’00, να πιστεύουν οι πωλητές πως πρέπει να έχουν την καλύτερη μοτοσυκλέτα για να πουλήσουν. Στις μέρες πηγαίνουν με το περιοδικό στα μαγαζιά, τους δείχνουν σημειωμένες παραγράφους και επιτέλους ακούνε «έτσι είναι» πριν ακούσουν και το «αλλά»… Από την άλλη πάλι, είναι και μερικές φορές που ακριβώς αυτή η τακτική, του να λες πράγματα, αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Θα περιμένουμε την νέα R1 όμως, να την οδηγήσουμε στις Σέρρες, πριν αποφανθούμε για τα υπόλοιπα…

Triumph TF 250-E και TF 450-E - Το νέο Enduro κεφάλαιο της βρετανικής εταιρείας [VIDEO]

Με βάση τα MX μοντέλα του Hinckley αλλά με πολλές σημαντικές διαφορές για τη νέα αποστολή τους
Triumph Enduro range 2025
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

27/3/2025

Μετά από την κατάκτηση της 2ης θέσης στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SuperEnduro 2025 με τον Jonny Walker και την ακόμα εξελισσόμενη TF 250, η  Triumph κάνει ποδαρικό και στις Enduro μοτοσυκλέτες παραγωγής, με τις TF 250-E και TF 450-E.

Οι δυο μαύρες-κίτρινες-λευκές TF-E εξελίχθηκαν με τη βοήθεια του 5 φορές Παγκόσμιου Πρωταθλητή Enduro, Ivan Cervantes και του 4 φορές Παγκόσμιου Πρωταθλητή Enduro Paul Edmondson, ενώ διαφέρουν από τον ανταγωνισμό κυρίως λόγω του αλουμινένιου πλαισίου, απέναντι στο σύνηθες ατσάλινο της κατηγορίας. Η Triumph υποστηρίζει πως το συγκεκριμένο πλαίσιο προσφέρει τόσο ακαμψία, όσο και τις πολυπόθητες υπολογισμένες ελαστικότητες που δεν θέλεις στο MX, χρειάζεσαι όμως στο Enduro.

Το design των μοτοσυκλετών δεν ξεφεύγει από τα πρότυπα της κατηγορίας, χωρίς να προσφέρει κάτι νέο, είναι όμως σύγχρονο και εύπεπτο, ενώ ο προβολέας είναι ιδιαίτερα ευμεγέθης.

Triumph TF 450-E

Στον εξοπλισμό όμως οι δυο TF-E χτυπούν κορυφή, με τους Βρετανούς να τις εφοδιάζουν με ότι καλύτερο υπάρχει -ή δεν υπήρχε μέχρι τώρα- στην αγορά, με τους κατασκευαστές των συγκεκριμένων εξαρτημάτων να προέρχονται από όλο τον κόσμο.

Πριν όμως περάσουμε στον εξοπλισμό να δούμε ένα ακόμη σημείο που η Triumph ξεχωρίζει έναντι των υπολοίπων, και αυτό είναι η ανακοίνωση της ιπποδύναμης του TF 250-E, κάτι που δεν συνηθίζεται, με τους κατασκευαστές Enduro να μην ανακοινώνουν τις ιπποδυνάμεις των μοτοσυκλετών τους.

Triumph TF 250-E

Οι Βρετανοί κάνουν έτσι τη διαφορά, ανακοινώνοντας 41,72 hp και 2,83 kgm ροπής για το TF 250-E, ενώ ανακοινώνουν και τις μέγιστες στροφές του κινητήρα που είναι 12.800. Παράλληλα, η Triumph κάνει λόγο για το ισχυρότερο τετράχρονο 250 της κατηγορίας, ένας ισχυρισμός που θα μπορούσε να ισχύει, αφού οι κατασκευαστές συνήθως δυναμομετρούν μοντέλα του ανταγωνισμού κατά την εξέλιξη της δικής τους πρότασης, όμως δεν μπορεί να αποδειχθεί εύκολα, λόγω ακριβώς του ότι επίσημα τα υπόλοιπα εργοστάσια δεν αναφέρονται στη δύναμη των μοτοσυκλετών τους. Όσον αφορά στην TF 450-E η Triumph κάνει λόγο για 57,8 hp και 5 κιλά ροπής, με το κόκκινο στις 9.500 rpm.

Triumph TF 450-E

Σε σχέση με τα MX μοντέλα, οι κινητήρες των Enduro έχουν βαρύτερα βολάν για μεγαλύτερη αδράνεια, βελτιωμένη ροπή και μικρότερη πιθανότητα να σβήσουν σε τεχνικά κομμάτια.

Μια ακόμη διαφορά απέναντι στις Motocross μοτοσυκλέτες βρίσκεται στο κιβώτιο που διαθέτει 6 αντί 5 ταχύτητες, ενώ ο αγωνιστικός συμπλέκτης είναι της ιαπωνικής Exedy που παράγει OEM συμπλέκτες για δεκάδες εταιρείες ανά τον κόσμο, και επιτρέπει αλλαγές χωρίς τη χρήση της μανέτας, για ακόμα καλύτερους χρόνους στον αγώνα. Σημειώστε φυσικά πως μπορεί να αναφερόμαστε σε αγώνες, όμως οι δυο μοτοσυκλέτες θα μπορούν να κυκλοφορήσουν και στον δρόμο, έχοντας τον απαραίτητο εξοπλισμό και πληρώντας όλες τις προδιαγραφές.

Στον ψεκασμό τη δουλειά αναλαμβάνει η Dellorto με σώμα 44 mm, και πρόβλεψη για εκκινήσεις σε κρύες συνθήκες, ενώ το ρελαντί ρυθμίζεται από τον αναβάτη. Οι βαλβίδες τιτανίου ανήκουν στην απίθανη οικογενειακή εταιρεία Del West που ιδρύθηκε το 1973 κοντά στο Los Angeles, και κατασκευάζει τόσο εξαρτήματα ακριβείας για ελβετικά ρολόγια όσο και εξαρτήματα κινητήρων για τα μονοθέσια της F1!

Triumph TF 250-E

Το σφυρήλατο αλουμινένιο πιστόνι της αυστριακής Konig που παρά τις 7 δεκαετίες αναγνωρισμένης εμπειρίας και καινοτομίας στον τομέα πέρασε οικονομικές περιπέτειες και υπέστη αναδιάρθρωση το 2024 (σας θυμίζει κάποια άλλη αυστριακή εταιρεία αυτό;), συνεχίζοντας ευτυχώς τη μακρόχρονη πορεία της στα πιστόνια.

Για τις επιπλέον ανάγκες που φέρνει η έξτρα απόδοση στην TF 450-E, ο πείρος του πιστονιού και τα κοκοράκια των βαλβίδων έχουν υποστεί κατεργασία DLC (Diamond like Carbon) για ακόμα μεγαλύτερη αντοχή και μειωμένες τριβές.

Φίλτρο Αέρα

Το ψυγείο είναι υψηλών απαιτήσεων, διαθέτοντας και ανεμιστήρα, ενώ το φίλτρο είναι της Twin-air, με τη συντήρησή του να μην απαιτεί εργαλεία.

Όσον αφορά στα ηλεκτρονικά των δυο μοτοσυκλετών, η Triumph συνεργάστηκε με την ιταλική Athena που ξεκίνησε από τις τσιμούχες, για να περάσει στους κυλίνδρους και κατόπιν να επεκταθεί το 2007 στην ηλεκτρονική διαχείριση κινητήρων με την αγορά της GET. Η εταιρεία έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστή στις ECU με τη συνεργασία της με διάφορους κατασκευαστές MX - Enduro. Οι Βρετανοί δηλώνουν πως η συγκεκριμένη διαχείριση κινητήρα της Athena είναι μοναδική για τα μοντέλα της Triumph και περιλαμβάνει χάρτες οδήγησης και στρατηγικές για το Traction Control που σχεδιάστηκαν συνεργατικά και με το Hinckley.

Triumph TF 250-E

Δύο είναι οι χάρτες, που αλλάζουν εύκολα με το πάτημα ενός κουμπιού και εν κινήσει, ένας πιο γλυκός και ένας πιο επιθετικός, για να βολέψουν για όλες τις συνθήκες. Επιπλέον μέσω του προαιρετικού Wi-Fi εξαρτήματος και του Triumph MX Tune Pro app οι αναβάτες μπορούν να προσθέσουν επιπλέον χάρτες στις μοτοσυκλέτες τους.

Triumph TF 450-E

Τα καπάκια των κάρτερ είναι από μαγνήσιο, ενώ οι εξατμίσεις είναι από ανοξείδωτο ατσάλι, με το TF 250-E να διαθέτει και ενσωματωμένο θάλαμο αντήχησης Helmholtz στον σωλήνα εξαγωγής για καλύτερη απαγωγή καυσαερίων και για το κάτι παραπάνω στις επιδόσεις. Αντίστοιχα το TF 450-E διαθέτει θάλαμο αντήχησης που όμως βρίσκεται στο τελικό της εξάτμισης.

Triumph TF 450-E

Οι μοτοσυκλέτες μοιράζονται το ίδιο ανεστραμμένο και πλήρως ρυθμιζόμενο πιρούνι των 48 mm και το επίσης ρυθμιζόμενο μονό πίσω αμορτισέρ, αμφότερα της ΚΥΒ, με τις διαδρομές να έχουν μειωθεί κατά 10 mm σε σχέση με τα MX μοντέλα.

Στα ομοίως κοινά φρένα έχουμε δίσκους-μαργαρίτες της Galfer εμπρός-πίσω με διαστάσεις 260 και 220 mm αντίστοιχα, με δαγκάνες της Brembo.

TF 450-E

Τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης είναι τα Michelin Enduro 2, οι αλουμινένιες ζάντες είναι οι D.I.D. 7000, σε ανωδιωμένο μαύρο χρώμα, ενώ τα ελαφριά κέντρα των τροχών από αλουμίνιο είναι σχεδιασμένα από την Triumph.

Φωτιζόμενοι διακόπτες

Στον εντυπωσιακό στάνταρ εξοπλισμό περιλαμβάνονται επίσης και εργονομικοί φωτιζόμενοι διακόπτες, με ανεξάρτητα κουμπιά για Launch Control, Quickshifter, Traction Control και Riding Mode -όλα τα παραπάνω συστήματα στον στάνταρ εξοπλισμό! Σημειώστε πως το shifter δουλεύει από τη 2α και πάνω, και μόνο στα ανεβάσματα.

TF 250-E

Στα όργανα βρίσκουμε μια ψηφιακή οθόνη με τις απαραίτητες ενδείξεις όπως θερμοκρασία κινητήρα, χιλιομετρητές και ένδειξη σχέσης κιβωτίου. Το ρυθμιζόμενο τιμόνι είναι το Pro Taper ACF Carbon Core, ενώ τα γκριπ είναι της ODI.

Η σέλα έχει ύψος 955 mm και αντιολισθητικό κάλυμμα, ενώ το ρεζερβουάρ έχει χωρητικότητα 8,3 λίτρων. Το βάρος των δυο μοτοσυκλετών ανακοινώνεται στα 114,2 kg για το 250 και στα 116,7 kg για το 450.

Η Triumph έχει σχεδιάσει παράλληλα σε συνεργασία με την Alpinestars και τεχνικό ρουχισμό αναβατών για χρήση Enduro, ενώ διαθέτει και γκάμα aftermarket αξεσουάρ για αγωνιστική χρήση, όπως τελικό της Akrapovic, κιτ γραφικών, διαφορετικές σέλες, holeshot devices, προστασίες, κ.α.

Triumph TF 250-E

Οι μοτοσυκλέτες αναμένεται να φτάσουν στους dealer παγκοσμίως την άνοιξη του 2025, από τον Απρίλιο και μετά, ενώ οι τιμές τους στη Βρετανία ανακοινώθηκαν και ξεκινούν από 9.795 λίρες για το 250 και από 10.395 για το 450, τιμές που στη συγκεκριμένη χώρα είναι αντίστοιχες ή και ελαφρώς φθηνότερες από του ανταγωνισμού. Στην Ελλάδα οι 2 Enduro μοτοσυκλέτες αναμένονται στα μέσα Μαίου, ενώ οι τιμές τους αναμένονται ιδιαίτερα ανταγωνιστικές.

Ετικέτες