Ducati MotoE - Επίσημη αποκάλυψη τεχνικών χαρακτηριστικών

150hp και 225 κιλά στο πρώτο στάδιο εξέλιξης του project
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

1/7/2022
H Ducati αποκάλυψε τα κυριότερα τεχνικά χαρακτηριστικά της πρωτότυπης ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας της για το Παγκόσμιο Κύπελο MotoE, χαρακτηριστικά που στο πρώτο στάδιο εξέλιξης είναι πανομοιότυπα με εκείνα της απερχόμενης Energica Ego Corsa MotoR.
 
Ο κωδικός εξέλιξης της πρώτης ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας της Ducati είναι ο V21L, ένα πρωτότυπο μοντέλο που από το 2023 θα αποτελέσει το αποκλειστικό αγωνιστικό όχημα των 18 αγωνιζομένων του Παγκοσμίου Κυπέλου MotoE, της ηλεκτρικής υποστηρικτικής κατηγορίας του MotoGP.
Το project έχει μεγάλη στρατηγική σημασία για το ηλεκτρικό μέλλον της Ducati, οδηγώντας στην ανάπτυξη πολύτιμης τεχνογνωσίας για τα επερχόμενα ηλεκτρικά μοντέλα παραγωγής της εταιρείας.
Για τη δημιουργία της μοτοσυκλέτας, το εργοστάσιο της Bologna ένωσε μηχανικούς, σχεδιαστές και τεχνικούς από τη Ducati και την Ducati Corse, το αγωνιστικό τμήμα της φίρμας, δημιουργώντας μια μοναδική ομάδα, ενώ η εταιρεία συμβουλεύτηκε και τους τεχνικούς του Volkswagen Group που ειδικεύονται στην ηλεκτροκίνηση. 
 
Επιπλέον για την περαιτέρω εξέλιξη του V21L, οι Ιταλοί βρίσκονται σε συνεχή επαφή με το Κέντρο Αριστείας του Salzgitter στη Γερμανία (κέντρο του Volkswagen Group που ειδικεύεται στην εξέλιξη και στην ανακύκλωση των μπαταριών) αλλά και με μάρκες του Group, όπως την Porsche και Lamborghini.
 
Το τμήμα R&D της Ducati ανέλαβε τη διοίκηση του project, μαζί με τον σχεδιασμό και τις εργαστηριακές δοκιμές του ηλεκτροκινητήρα, ενώ το Centro Stile Ducati είναι υπεύθυνο για το design και την τελική εμφάνιση της μοτοσυκλέτας. 
Το αγωνιστικό τμήμα Ducati Corse εξελίσσει τα ηλεκτρονικά, το λογισμικό, την αεροδυναμική και τελικά τη συναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας, τις δοκιμές στην πίστα και την διαδικασία απόκτησης και ανάλυσης δεδομένων.
 
 
Το αποτέλεσμα σήμερα είναι ήδη ικανοποιητικό, αναφέρει η Ducati. Η MotoE πρωτότυπη μοτοσυκλέτα της εταιρείας ζυγίζει 225 κιλά (12 κιλά λιγότερα από το ελάχιστο βάρος των κανονισμών των Dorna & FIM για την κάλυψη της απόστασης του αγώνα), και μέγιστη ιπποδύναμη 110 Kw (150 hp) και 14,27 kgm ροπής, για μια τελική ταχύτητα 275 χλμ/ώρα στην πίστα του Mugello.
 
Η μπαταρία του V21L χαρακτηρίζεται από ένα σχήμα που ακολουθεί τις γραμμές της μοτοσυκλέτας στο μέσο της, ενώ ζυγίζει 110 κιλά και έχει χωρητικότητα 18 kWh με πρίζα φόρτισης 20 kW στην ουρά. H μπαταρία αποτελείται από 1.152 κυλινδρικές κυψέλες τύπου 21700.
 
Ο εναλλάκτης ζυγίζει 5 κιλά, ενώ το μοτέρ 21 κιλά με μέγιστη ταχύτητα περιστροφής τις 18.000 rpm σχεδιάστηκε από συνεργάτη της Ducati (για την ώρα δεν μας δίνουν το όνομα του), ενώ το όλο σύστημα βασίζεται σε τάση 800V.
Μια από τις πιο προηγμένες τεχνολογικές λύσεις της μοτοσυκλέτας αφορά στο σύστημα ψύξης. Το V21L διαθέτει αποδοτικό και εξελιγμένο σύστημα υγρόψυξης, με διπλό κύκλωμα σχεδιασμένο για τις διαφορετικές ανάγκες του μοτέρ / εναλλάκτη και της μπαταρίας. 
 
Έτσι επιτυγχάνεται σταθερή απόδοση κινητήρα και ταχύτητα φόρτισης, καθώς δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς τη μπαταρία να κρυώσει για να ξεκινήσει τη διαδικασία. Η MotoE μοτοσυκλέτα της Ducati μπορεί να ξεκινήσει τη φόρτιση αμέσως μόλις μπει στα pits, ενώ χρειάζονται περίπου 45 λεπτά για να φορτιστεί από το 0 στο 80%.
H θήκη της μπαταρίας κατασκευάζεται από carbon fibre, ζυγίζει 3,7 κιλά, ενώ αποτελεί φέρων τμήμα του πλαισίου, όπως με το αλουμινένιο μονοκόκ μπροστινό πλαίσιο του Panigale V4.
 
Το αλουμινένιο ψαλίδι ζυγίζει 4,8 κιλά ενώ έχει γεωμετρία παραπλήσια με της Desmosedici MotoGP μοτοσυκλέτας. Το υποπλαίσιο που φέρει τη σέλα και την ουρά είναι και αυτό κατασκευασμένο από carbon fibre.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ η εντελώς διαφορετική προσέγγιση της Ducati σε σχέση με την Energica, την προκάτοχο της στο MotoE, όσον αφορά στην αρχιτεκτονική της ηλεκτρικής της μοτοσυκλέτας. Συγκρίνετε την V21L με την Energica Ego Corsa MotoE (φωτό άνω), που διαθέτει πλαίσιο χωροδιοκτύωμα, διαφορετική θέση στο αμορτισέρ αλλά και στα ηλεκτρονικά, μπαταρία που δείχνει λες και μπήκε σαν... τελευταία σκέψη, κατόπιν σχεδιασμού της μοτοσυκλέτας, κ.α. Σαφώς πληρέστερη, πιο ολιστική και πιο λειτουργική είναι η μοτοσυκλέτα της Ducati, πολύ πιο κοντά στις βενζινοκίνητες μοτοσυκλέτες απ' ότι η προσπάθεια της Energica.
 
Στις αναρτήσεις η μοτοσυκλέτα φορά ανάποδο πιρούνι Ohlins NPX 25/30 με διάμετρο καλαμιών 43 mm, προερχόμενο από τη Superleggera V4, και ένα μονό αμορτισέρ TTX36 πίσω. Το σύστημα ολοκληρώνεται με σταμπιλιζατέρ της Ohlins, ενώ οι αναρτήσεις είναι πλήρως ρυθμιζόμενες.
 
Την πέδηση έχει αναλάβει η Brembo, που έχει προβλέψει για τις ειδικές ανάγκες της βαριάς για την ώρα κατηγορίας MotoE. Μπροστά το V21L φορά δυο ατσάλινους δίσκους 338.5 mm μεγάλου πάχους με φτεράκια εσωτερικά για καλύτερη απαγωγή της θερμότητας στην ακραία χρήση στην πίστα.
 
Τους δίσκους “δαγκώνουν” δυο ακτινικές δαγκάνες GP4RR M4 32/36, ενώ ακτινική είναι και η αντλία φρένου PR19/18. Πίσω η δαγκάνα P34 πιάνει σε δίσκο 220 mm, και πάχους 5 mm, με αντλία φρένου PS13. Οι αγωνιστικές ομάδες μπορούν να επιλέξουν να εφοδιάσουν τη μοτοσυκλέτα και με μανέτα ενεργοποίησης του πίσω φρένου στο αριστερό γκριπ.
Η Ducati συνεχίζει να εξελίσσει και να δοκιμάζει τη μοτοσυκλέτα σε πίστες Παγκοσμίου, με κορυφαίους αναβάτες εξέλιξης τους Michele Pirro, Alex De Angelis και Chaz Davies, υπό την επίβλεψη του Υπεύθυνου Εξέλιξης των MotoGP μοτοσυκλετών της εταιρείας, Marco Palmerini.
 
Εξελίσσοντας τα ηλεκτρονικά, στόχος της Ducati ήταν να αποκτήσει το V21L απόκριση γκαζιού ανάλογη με εκείνη ενός βενζινοκίνητου μοντέλου, με αντίστοιχα παραπλήσια αίσθηση στα ηλεκτρονικά βοηθήματα (Ducati Traction Control, Ducati Slide Control, Ducati Wheelie Control και Riding Modes).
Το project του V21L συνεχίζει να προχωρά με αμείωτο ρυθμό προς το 2023, το έτος όπου η Ducati θα αναλάβει ως “μονομάρκα” το Παγκόσμιο Κύπελο MotoE.
 
Το επόμενο στάδιο του σχεδίου της Ducati είναι να εξελίξει περαιτέρω τη μοτοσυκλέτα αλλά και την τεχνογνωσία της μέσω των αγώνων του MotoE, στοχεύοντας -μόλις το επιτρέψει η τεχνολογία όπως αναφέρουν και οι ίδιοι- στη δημιουργία μιας ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας παραγωγής που θα είναι σπορ, ελαφριά και συναρπαστική, ικανή να ικανοποιήσει όλους τους ενθουσιώδεις οπαδούς της φίρμας.
 

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.