Lorenzo: Έμαθα να φρενάρω στη Ducati [video]

Μιλώντας για μια ιστορική ήττα χωρίς το άγχος του ανταγωνισμού
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

13/4/2020

Ο ανταγωνισμός βελτιώνει το είδος, αλλά πολλές φορές χαλάει τους χαρακτήρες των ανθρώπων. Κι αν δεν τους χαλάει, σίγουρα δημιουργεί ένα τεταμένο κλίμα μεταξύ των σχέσεων. Μια τέτοια σχέση ακραίου ανταγωνισμού ήταν και εκείνη του Lorenzo με τον Rossi όταν ήταν και οι δύο στη Yamaha, που έφτασε στο σημείο να βάλουν αληθινούς τοίχους ανάμεσά τους, απαγορεύοντας ακόμα και στους μηχανικούς τους να έχουν επαφές κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Οι μάχες μεταξύ τους ήταν επικές μέσα και έξω από την πίστα. Γι΄αυτό όταν ρώτησαν τον Rossi να κατονομάσει τις τρεις καλύτερες νίκες της καριέρας του, η μία από αυτές ήταν στην πίστα της Βαρκελώνης το 2009, όπου προσπέρασε τον Lorenzo στον τελευταίο γύρο, στην τελευταία στροφή. Τώρα, η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε οι δυο τους να είναι πάλι μαζί στη Yamaha. Όμως το γεγονός πως ο ένας από τους δύο δεν διεκδικεί το πρωτάθλημα, έχει αλλάξει ριζικά τη σχέση τους.

Αυτό φάνηκε από τον τρόπο που ο Lorenzo εξηγεί πως έχασε εκείνον τον αγώνα στη Βαρκελώνη και τελικά το πρωτάθλημα από τον Rossi. “Από τη μια μεριά με αιφνιδίασε και από την άλλη ήταν κάτι που περίμενα πως θα συμβεί. Είχε κάνει ακριβώς την ίδια προσπέραση στον Stoner, οπότε ήξερε πως γίνεται . Έπρεπε να είχα κλείσει τη γραμμή μου αλλά δείλιασα. Φοβήθηκα να αλλάξω τη γραμμή που ακολουθούσα σε όλο τον υπόλοιπο αγώνα.  Ήμουν μόλις 22 χρονών και δεν είχαν την αγωνιστική εμπειρία που έχω τώρα. Ο Rossi ήταν τότε σχεδόν 30 ετών με περισσότερη εμπειρία και ήξερε να φρενάρει καλύτερα από εμένα. Είχα μεγαλύτερη ταχύτητα μέσα στη στροφή αλλά ο Rossi πάντα φρέναρε καλύτερα από εμένα. Εγώ έμαθα να φρενάρω όταν πήγα αργότερα στη Ducati.”  Να θυμίσουμε εδώ, πως όταν ο Lorenzo πήγε στη Ducati είχε ήδη μερικά παγκόσμια πρωταθλήματα, τα οποία τα είχε κατακτήσει με αντιπάλους τους Rossi, Stoner και Marquez, οι οποίοι και αυτοί είχαν ήδη κατακτήσει μερικά παγκόσμια πρωταθλήματα… Παρ’ όλα αυτά λέει πως έμαθε να φρενάρει στο τέλος της καριέρας του… όχι τίποτε άλλο, απλώς το υπογραμμίζουμε για όσους νομίζουν πως δεν υπάρχει κάτι που δεν ξέρουν… 

Απολαύστε ξανά τους τελευταίους γύρους εκείνου του αγώνα στο video που ακολουθεί:

        

Ετικέτες

MotoGP: O Jack Miller ανιχνεύει την μεγαλύτερη δυσκολία της Yamaha M1

Ο Αυστραλός εντόπισε το σημαντικότερο πρόβλημα της Yamaha μετά το απογοητευτικό GP της Αυστρίας
Jack Miller on Yamaha difficulties
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

19/8/2025

Η Yamaha πέρασε έναν εφιαλτικό αγώνα στο Red Bull Ring, με τους τέσσερις αναβάτες της να τερματίζουν τελευταίοι και να συγκεντρώνουν μόλις έναν βαθμό. Ο Jack Miller μίλησε ανοιχτά για το βασικό ζήτημα που αντιμετώπισε, το οποίο, όπως τόνισε, δεν είναι άλλο από την έλλειψη πρόσφυσης στο πίσω μέρος.

Ο Miller, που ολοκλήρωσε τον αγώνα στη 18η θέση χωρίς βαθμούς για πρώτη φορά μετά το Mugello, εξήγησε: “Δεν υπάρχουν πολλά να πω μετά από ένα τόσο δύσκολο Σαββατοκύριακο. Ειλικρινά, είναι απογοητευτικό. Για τους πρώτους πέντε γύρους ένιωθα κάπως "καλά" εννοώντας ότι η πρόσφυση ήταν σε ανεκτό επίπεδο. Όμως αυτή ήταν η πρόσφυση που κανονικά θα έπρεπε να έχουμε στο τέλος ενός αγώνα, όχι στην αρχή. Κι εδώ δεν την είχαμε ποτέ”.

Στη συνέχεια, ο Αυστραλός τόνισε το τεχνικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η Yamaha με το συγκεκριμένο ελαστικό:
“Είναι ξεκάθαρο ότι η μοτοσυκλέτα μας δεν δουλεύει με αυτό το πίσω ελαστικό και τη συγκεκριμένη κατασκευή. Δεν υπάρχει τρόπος να λειτουργήσει σωστά. Δοκίμασα τα πάντα, από το να ανεβάζω νωρίς σχέσεις μέχρι να είμαι όσο πιο υπομονετικός γίνεται με το γκάζι, αλλά μόλις ξεπεράσεις τα 120 km/h, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει αρκετή φόρτιση στον πίσω τροχό, η μοτοσυκλέτα αρχίζει να σπινάρει τρελά στην ευθεία και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα”.

Και κατέληξε, “Το μπροστινό μέρος της M1 είναι φανταστικό, αλλά το πίσω είναι ο περιορισμός. Πρέπει να δουλέψουμε σκληρά για να καταλάβουμε πώς θα το βελτιώσουμε”.

Μετά την Αυστρία, ο Miller βρίσκεται στη 17η θέση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος MotoGP, έναν βαθμό πίσω από τον Ai Ogura και δέκα μπροστά από τον Joan Mir.