Είχαν περάσει εννέα ολόκληρα χρόνια από την πρώτη συμμετοχής της Anna Carrasco στην Moto3 και σε αυτόν τον αγώνα του Qatar, η πρώτη γυναίκα που πήρε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το 2018 στην SSP300, επέστρεψε στην πιο ανταγωνιστική κατηγορία του τσίρκου των MotoGP.
Μετά από μια πολύ δύσκολη χρονιά το 2020, λόγω σοβαρού τραυματισμού στο θώρακα, το 2021 βρήκε την Anna Carrasco να προσπαθεί να επανέλθει στην αγωνιστική δράση, κάτι που κατάφερε να κάνει σε αρκετά μεγάλο βαθμό, τερματίζοντας 16η στο πρωτάθλημα της SSP300.
Στο τέλος της χρονιάς τα πράγματα έγιναν ακόμα καλύτερα, καθώς κατάφερε να βρει μια θέση στην ομάδα ΒΟΕ ΣΚΧ και να επιστρέψει μετά από σχεδόν μια δεκαετία στη Moto3.
Στον πρώτο αγώνα της χρονιάς στο Qatar, η Anna Carrasco κατάφερε να φέρει την KTM της έως την 20η θέση, ανάμεσα στους 29 αναβάτες που ξεκίνησαν τον αγώνα.
Όπως δήλωσε η ίδια μετά τον αγώνα στον προσωπικό της λογαριασμό στο facebook: “Δεν έχει σημασία που είσαι, αλλά που θέλεις να φτάσεις” και σε αυτό φαίνεται ότι συμφωνεί και η FIM, που της έκανε like.
H ιστορία πίσω από το πορτογαλικό GP, εννοώντας τον αγώνα και όχι την πίστα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς ο αγώνας με αυτή την ονομασία έχει διοργανωθεί στο παρελθόν σε διάφορες πίστες, κάποιες εκ των οποίων μάλιστα… εκτός Πορτογαλίας!
Το πρώτο πορτογαλικό GP διοργανώθηκε το 1987 στην πίστα της Jarama στην Ισπανία. Ο λόγος ήταν πως η πορτογαλική πίστα του Estoril που βρίσκεται λίγο έξω από τη Λισσαβόνα δεν ήταν ακόμα έτοιμη να δεχθεί αγώνες, όμως η Πορτογαλία ήθελε έτσι κι αλλιώς τη διοργάνωση ενός πορτογαλικού GP, ακόμα και σε πίστα άλλης χώρας. Η περίεργη αυτή περίπτωση συνεχίστηκε και το 1988, όπου το πορτογαλικό GP διοργανώθηκε στη Jerez, κάτι που κάνει την Πορτογαλία τη μόνη χώρα στην ιστορία που έχει διοργανώσει αγώνες μοτοσυκλέτας κάτω από την πορτογαλική σημαία, και με πορτογαλικό όνομα, σε πίστες… εκτός Πορτογαλίας!
Το 2000 τα GP επέστρεψαν στην Πορτογαλία, αφού το Estoril πιστοποιήθηκε για διεθνείς αγώνες μοτοσυκλέτας. Αυτή ήταν η τρίτη φορά που η Πορτογαλία διοργάνωσε GP με το όνομά της, αλλά η πρώτη στην οποία ο αγώνας πραγματοποιήθηκε στην Πορτογαλία.
Το πορτογαλικό GP συνέχισε να λαμβάνει χώρα στο Estoril μέχρι το 2012, όμως το 2013 η Dorna προτίμησε τη διοργάνωση στην πίστα Circuit of the Americas, με το πορτογαλικό GP να μην πραγματοποιείται.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, με το επόμενο πορτογαλικό GP να πραγματοποιείται το 2020, στα χρόνια της COVID-19, στη νεότευκτη πίστα Algarve International Circuit, πιο γνωστή ως πίστα του Portimao, που βρίσκεται στην περιοχή Algarve. Το πρώτο GP στο Portimao διοργανώθηκε μάλιστα χωρίς την παρουσία θεατών, λόγων της πανδημίας, ενώ στη συνέχεια το πορτογαλικό GP καθιερώθηκε στο καλεντάρι του MotoGP, του WorldSBK αλλά και της F1.
Πίσω από τη δημιουργία της εξαιρετικής απ’ όλες τις πλευρές πίστας του Portimao που άνοιξε τις πύλες της στο κοινό το 2008, βρισκόταν ο Paulo Pinheiro, που είχε ξεκινήσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως μηχανικός, για να γίνει κατόπιν ο άνθρωπος πίστα από την πίστα της Algarve, κοντά στην πόλη που γεννήθηκε, το Portimao.
O Pinheiro ήταν φανατικός οπαδών των μηχανοκίνητων αθλημάτων, ενώ το 2004 δημιούργησε την αγωνιστική ομάδα Parkalgar Racing Team της οποίας και ήταν Διευθυντής. Η ομάδα είχε κλάδο αυτοκινήτου αλλά και μοτοσυκλέτας, συμμετέχοντας και στην κατηγορία WSSP του WorldSBK, αλλά και σε αγώνες Endurance, με ονόματα όπως των Miguel Oliveira και Eugene Laverty.
Κατά τη θητεία του ως CEO της πίστας, ο Pinheiro ευτύχησε να δει το Portimao να διοργανώνει επιτυχημένους αγώνες MotoGP, WorldSBK & F1, ενώ δυστυχώς έφυγε εξαιρετικά νωρίς, στην ηλικία των 56 ετών, παλεύοντας με μια δύσκολη ασθένεια σε νοσοκομείο του Παρισιού.
Παρά τη μικρή ακόμα θητεία της στις διοργανώσεις MotoGP & F1, η πίστα του Portimao έχει ήδη αναγνωριστεί από όλους ως συγκλονιστική σε σχεδίαση, με old school σχεδίαση, μεγάλες υψομετρικές διαφορές και τυφλές στροφές που εξιτάρουν αγωνιζόμενους και θεατές, ενώ έχει πολύ καλή ροή, δίχως αχρείαστα stop and go που στοχεύουν πιο πολύ στους 4 τροχούς. Τέλος ευνοεί τις προσπεράσεις λόγω μεγάλου πλάτους. Σχεδιάστηκε από το γραφείο Ricardo Pina, Arquitectos, με το κόστος κατασκευής της να φτάνει τα 195 εκατομμύρια ευρώ.