MotoGP: Χρειάζεται αναθεώρηση ο κανονισμός ελάχιστου βάρους; Τα μεγέθη όλων των αναβατών

Από τον Moreira και τον Ogura ως τον Razgatlioglu μεσολαβεί ένα χάσμα 20 κιλών
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

26/2/2026

Ενδιαφέρον προκαλούν το ύψος και το βάρος του κάθε αναβάτη που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά και την απόδοση της εκάστοτε μοτοσυκλέτας, με τους rookie Diogo Moreira και Toprak Razgatlioglu να βρίσκονται στα δύο άκρα της λίστας. 

Ο Moreira με τον Ai Ogura είναι οι ελαφρύτεροι αναβάτες, ενώ ο Razgatlioglu είναι ο ψηλότερος και μακράν ο πιο βαρύς αναβάτης της κατηγορίας με 11 κιλά διαφορά από τον προηγούμενο.

Σε αντίθεση με τις κατηγορίες Moto3 και Moto2, που χρησιμοποιούν ένα συνδυασμένο ελάχιστο όριο βάρους αναβάτη και μοτοσυκλέτας, το MotoGP καθορίζει μόνο το ελάχιστο βάρος μοτοσυκλέτας, που είναι στα 157 κιλά. 

Ο Luca Marini υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι το MotoGP θα πρέπει να έχει επίσης ένα συνδυασμένο όριο βάρους, εξηγώντας ότι η επιτάχυνση δεν αλλάζει, αλλά υφίσταται διαφορά στην καταπόνηση των ελαστικών. 

"Υπάρχει ένα [συνδυασμένο] βάρος στο Moto2 και εγώ ήμουν πάνω από το όριο, αλλά μόνο κατά 4 κιλά. Και δεν υπάρχει πρόβλημα αν μεταξύ εμένα και ενός άλλου αναβάτη υπάρχει διαφορά 4 κιλών. 

"Αλλά στο MotoGP η διαφορά μεταξύ εμένα και ενός άλλου αναβάτη της Ducati μπορεί να είναι 10 κιλά. Δεν είναι ότι χάνεις στην επιτάχυνση. Η επιτάχυνση, όπως δείχνουν και τα δεδομένα, είναι η ίδια. 

"Ωστόσο η δύναμη που ασκείς στο ελαστικό είναι μεγαλύτερη. Επομένως, πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός με το πίσω ελαστικό, ειδικά επειδή δεν θέλεις να το φθείρεις πολύ. 

"Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο για όλους να υπάρχει ένα [συνδυασμένο] ελάχιστο βάρος - και για τους άλλους [μικρότερους] αναβάτες, γιατί έτσι θα μπορούν να βάζουν περισσότερο βάρος και να χτίζουν περισσότερο τους μύες τους. 

"Γιατί ένας βαρύς αναβάτης πρέπει να τιμωρείται για κάτι που είναι απλά στη φύση του; Κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι που δεν έχει νόημα”.

Το σκεπτικό του Marini έχει μια λογική βάση και βασίζεται στη δική του προσωπική εμπειρία, όντας ένας από τους ψηλότερους και βαρύτερους αναβάτες του πρωταθλήματος. Ο ίδιος προσπάθησε αρκετές φορές να αδυνατίσει για να μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τη φθορά των ελαστικών του, ωστόσο αυτό είχε μια παράπλευρη απώλεια: μαζί με τα κιλά, έχανε και σε σωματική αντοχή που του κόστιζε στο κλείσιμο των αγώνων.

"Τα δεδομένα που έχουμε από τους αγώνες δείχνουν πως όταν είσαι βαρύτερος χρησιμοποιείς περισσότερο λάστιχο και τα ηλεκτρονικά συστήματα δουλεύουν επίσης περισσότερο," εξήγησε ο Marini.

Γι' αυτό πιστεύει στην αξία του συνδυασμένου βάρους και στο MotoGP, θεωρώντας πως είναι πιο δίκαιο οι πολύ ελαφριοί αναβάτες να προσθέτουν επιπλέον βάρος (έρμα) στη μοτοσυκλέτα τους - κάτι πάντως που δεδομένα απεχθάνονται οι μηχανικοί των ομάδων. Στην τελική είναι πιο εύκολο κάποιος να δουλέψει στο γυμναστήριο για να δυναμώσει και να ανεβάσει ελεγχόμενα το βάρος του, παρά να προσπαθούν οι βαρύτεροι να αδυνατίσουν - και αυτή είναι μια σκέψη που έχει απασχολήσει αρκετούς ακόμη αναβάτες στο παρελθόν, όπως ο Danilo Petrucci, ο οποίος επίσης προσπάθησε πολύ να αδυνατίσει όταν αγωνιζόταν με την Pramac Ducati, για να εγκαταλείψει την προσπάθεια όταν είδε μεγάλη διαφορά στις αντοχές του.

Παρακάτω μπορούμε να δούμε την λίστα με το βάρος και το ύψος του κάθε αναβάτη, ξεκινώντας από τον πιο ελαφρύ:

Diogo Moreira: 169 cm, 60 kg

Ai Ogura: 169 cm, 60 kg

Fabio di Giannantonio: 177 cm, 62 kg

Jorge Martin: 168 cm, 63 kg

Brad Binder: 170 cm, 63 kg

Pedro Acosta: 171 cm, 63 kg

Enea Bastianini: 168 cm, 64 kg

Marc Marquez: 169 cm, 64 kg

Maverick Vinales: 171 cm, 64 kg

Jack Miller: 173 cm, 64 kg

Francesco Bagnaia: 176 cm, 64 kg

Marco Bezzecchi: 176 cm, 64 kg

Raul Fernandez: 178 cm, 65 kg

Alex Marquez: 180 cm, 65 kg

Johann Zarco: 171 cm, 68 kg

Alex Rins: 176 cm, 68 kg

Franco Morbidelli: 176 cm, 68 kg

Fabio Quartararo: 177 cm, 69 kg

Joan Mir: 181 cm, 69 kg

Fermin Aldeguer: 181 cm, 69 kg

Luca Marini: 184 cm, 69 kg

Toprak Razgatlioglu: 185 cm, 80 kg.

MotoGP: Joan Mir - Τώρα επέστρεψα στο φυσικό μου στυλ

H επιστροφή της Honda στα MotoGP έφερτε τον Joan Mir στο φυσικό του στυλ φρεναρίσματος
Joan Mir
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

19/12/2025

Ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής του μιλά για τη δύσκολη διαδρομή, το σημείο καμπής της σεζόν 2025 και γιατί νιώθει ξανά ο εαυτός του πάνω στη Honda RC213V.

Ο Joan Mir επέστρεψε φέτος στο βάθρο του MotoGP με τη Honda, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία του παρουσία με τη Suzuki. Μια επιστροφή που για καιρό έμοιαζε αβέβαιη, αν αναλογιστεί κανείς ότι στα δύο πρώτα του χρόνια με τη Honda είχε καταφέρει μόλις δύο τερματισμούς εντός δεκάδας.

Η σεζόν 2025 ξεκίνησε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, ο Mir τερμάτισε μόλις σε έναν από τους έξι πρώτους αγώνες, με την κακοτυχία, τα συμβάντα και το υπερβολικό ρίσκο να συνεχίζουν να τον ταλαιπωρούν.

"Στο πρώτο μέρος της χρονιάς, το καλύτερο που μπορούσες να κάνεις με αυτή τη μοτοσυκλέτα ήταν μια έβδομη θέση", εξήγησε, "Αν κάποιος έκανε κάτι παραπάνω, ήταν λόγω συνθηκών ή περίεργων καταστάσεων. Αλλιώς, το πραγματικό δυναμικό ήταν να τα βάλεις όλα κάτω και να πάρεις μια έβδομη θέση.

"Στο Aragon ήμασταν έβδομοι. Αλλά εκτός αν έλειπε κάποιος, ήταν πολύ δύσκολο να κάνεις κάτι καλύτερο".

Ακολούθησε μια έκτη θέση στην Αυστρία, ανάμεσα σε νέες εγκαταλείψεις, όμως το πραγματικό σημείο καμπής ήρθε μετά την εισαγωγή των τελευταίων αεροδυναμικών και μηχανολογικών αναβαθμίσεων της RC213V στη Βαρκελώνη.

"Μετά τη Βαρκελώνη βελτιώσαμε λίγο την αεροδυναμική και τον κινητήρα. Αυτό ήταν κάτι που με ενοχλούσε πάρα πολύ. Και εκεί έκανα το 'κλικ'", είπε ο Mir.

Δύο αγώνες αργότερα, όλα έδεσαν στην Ιαπωνία. Στο Motegi, ο Mir χάρισε στην εργοστασιακή Honda το πρώτο της βάθρο στο MotoGP μετά τον Marc Marquez στο ίδιο σιρκουί το 2023, προσθέτοντας τη δική του επιτυχία σε μια σεζόν που είχε ήδη δει νίκη και βάθρο από τον Johann Zarco με την δορυφορική LCR Honda.

Joan Mir

Ο Ισπανός επανέλαβε το κατόρθωμα και στη Sepang, σε έναν αγώνα που ο ίδιος θεωρεί τον καλύτερό του για το 2025.

"Για το ίδιο το δυναμικό της μοτοσυκλέτας", εξήγησε. "Η Sepang παραδοσιακά δεν είναι καλή πίστα για αυτή τη μοτοσυκλέτα. Και αυτό που κάναμε εκεί ήταν κάτι πολύ σημαντικό.

"Κανονικά δυσκολευόμαστε με την πρόσφυση. Και η Sepang είναι μια πίστα με πολύ χαμηλό grip.

"Για να το αντισταθμίσουμε, έπρεπε απλώς να φρενάρουμε πάρα πολύ, ρισκάροντας περισσότερο από τους άλλους. Έπεσα στο sprint, οπότε δεν ήθελα να κάνω το ίδιο λάθος ξανά.

"Διαχειρίστηκα την κατάσταση πολύ καλά. Οπότε θα πω ότι η Sepang ήταν ο καλύτερός μου αγώνας".

Στη Μαλαισία, ο Mir ενθουσίασε τους φιλάθλους με τα θεαματικά, πολύ αργά φρεναρίσματά του, ένα φυσικό του χαρακτηριστικό που είχε αναγκαστεί να περιορίσει στα χρόνια της Suzuki.

"Με τη Suzuki αυτό δεν ήταν το στυλ", παραδέχτηκε. "Έπρεπε να προσαρμοστώ στη μοτοσυκλέτα, να κυλάω περισσότερο, να φρενάρω λίγο νωρίτερα και να αφήνω τα φρένα πιο νωρίς. Γιατί αυτή η μοτοσυκλέτα απαιτούσε τέτοιο στυλ.

Joan Mir

"Τώρα με τη Honda επέστρεψα στο φυσικό μου στυλ. Όπως το είχα στη Moto3 και στη Moto2. Είναι κάτι που απολαμβάνω πολύ, να φρενάρω πολύ δυνατά και να 'ρίχνω' πραγματικά τη μοτοσυκλέτα στο έδαφος, αλλά είναι πολύ δύσκολο, γιατί ρισκάρω περισσότερο από τους άλλους και πρέπει να βρεις το όριο και την αυτοπεποίθηση.

"Μπορεί να προκαλέσει κάποιες πτώσεις, αλλά αν μπορέσω να οδηγώ με λίγο περισσότερο περιθώριο, μπορούμε να το ελέγξουμε".

Παρά τα βάθρα, ο υψηλός αριθμός μηδενικών αποτελεσμάτων, 21 στους 44 αγώνες, άφησε τον Mir μόλις 15ο στο πρωτάθλημα, πίσω από τον Zarco και τον team-mate του στη Honda, Luca Marini.

Ωστόσο, η συνολική "στροφή" στην απόδοση, που αποτυπώθηκε και στην άνοδο της Honda από το rank D στο C στο σύστημα παραχωρήσεων, του δίνει αισιοδοξία για το 2026.

"Ήταν μια χρονιά-κλειδί", κατέληξε. "Μια χρονιά όπου μπορέσαμε να γυρίσουμε την κατάσταση, από το λιγότερο στο περισσότερο.

"Ίσως περίμενα λίγο περισσότερο απ’ όσο ήλπιζα. Είχαμε πολλή κακοτυχία και καμία συνέπεια. Αλλά σε ό,τι αφορά την απόδοση, το δυναμικό του αναβάτη και το δυναμικό της Honda να αντιστρέψει την κατάσταση, ήταν μια πολύ θετική σεζόν.

"Τώρα χρειαζόμαστε ακόμη ένα 'κλικ', για να βρούμε περισσότερη συνέπεια και λίγο περισσότερες δυνατότητες. Γιατί αν πρέπει να πηγαίνω πάντα έτσι, στο όριο, θα είναι δύσκολο.

"Αλλά ελπίζω του χρόνου να ξεκινήσουμε από εδώ και να ανέβουμε".