MotoGP: Η Aprilia θέλει αμιγώς ιταλική σύνθεση και την επιβάλλει και στην Trackhouse – Αποχαιρετά ο Raul Fernandez;
Νέα φήμες μιλούν για δίδυμο Bastianini-Marini στην Trackhouse
Από τον
Σπύρο Τσαντήλα
15/6/2026
Μακριά από τη δημοσιότητα και με μια υπολογίσιμη δόση αβεβαιότητας, οι πληροφορίες για το ρόστερ του 2027 δίνουν και παίρνουν σχεδόν από την αρχή της φετινής σεζόν, παρότι η μοναδική επιβεβαιωμένη κίνηση είναι η ανανέωση του Marco Bezzecchi με την Aprilia. Όλες οι υπόλοιπες μεταγραφές, όσο σίγουρες κι αν θεωρούνται, ακόμη δεν έχουν ανακοινωθεί καθώς προς το παρόν όλα κρύβονται μέσα στη θολούρα της συμφωνίας κατασκευαστών και διοργανωτών που δεν έχει επιτευχθεί ακόμη.
Οι νέες πληροφορίες που κυκλοφορούν αφορούν στην ομάδα της Aprilia και μάλιστα όχι την εργοστασιακή, αλλά την Trackhouse που φαινόταν να είναι ήσυχη και σίγουρη για το 2027 μέχρι που έγινε γνωστό πως ο Ai Ogura θα χαιρετήσει για μια εργοστασιακή Yamaha M1 του χρόνου.
Τώρα έρχεται το δεύτερο χτύπημα, καθώς η ηγεσία της Aprilia Racing φέρεται να έχει αποφασίσει πως θέλει να έχει 100% ιταλικό ρόστερ στο πρωτάθλημα του 2027 και αυτό σημαίνει πως αμφότεροι οι αναβάτες της Trackhouse θα πρέπει να είναι Ιταλοί.
"Η ιδέα της Aprilia ως μιας, τρόπον τινά, ιταλικής εθνικής ομάδας για τους αγώνες μοτοσυκλετών είναι κάτι που μοιάζει να προκύπτει φυσικά όταν βάλεις όλα τα στοιχεία μαζί,” δήλωνε πρόσφατα σε ιταλικά ΜΜΕ ο Massimo Rivola. “Θα μας φέρει περισσότερο ενδιαφέρον; Ελπίζουμε. Θα μας φέρει περισσότερους χορηγούς; Έτσι ελπίζουμε. Ενδιαφερόμαστε για δυνατούς αναβάτες και στην Ιταλία υπάρχουν δυνατοί αναβάτες. Γιατί όχι λοιπόν;"
Στην εργοστασιακή ομάδα έτσι κι αλλιώς η κατάσταση είναι δεμένη με τον Bezzecchi και δίπλα του τον Pecco Bagnaia που θεωρείται σίγουρος.
Στην Trackhouse ωστόσο αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κανένα επίσημο δεδομένο για του χρόνου και, εφόσον όντως υπάρχει ιταλικό φίλτρο στις μεταγραφές, τότε ήδη σχηματίζεται μια νέα εικόνα. Οι πληροφορίες μιλούν για πρόταση της ομάδας στον Enea Bastianini, ο οποίος δεν έχει καταφέρει να βρει τη βολή του με την ΚΤΜ RC16 και οι πιθανότητες είναι πως, ακόμη και να μην θέλει να φύγει, θα τον αφήσει ελεύθερο η Tech3, οπότε η μια θέση δείχνει κλεισμένη.
Η δεύτερη έχει πλέον ένα νέο φαβορί στο όνομα του Luca Marini, ο οποίος επίσης θεωρείται φευγάτος από τη Honda και μέχρι πριν λίγο καιρό φαινόταν πως θα ξαναντυνόταν στα κίτρινα της VR46. Μόνο που η ομάδα του ετεροθαλούς αδελφού του, Valentino Rossi, φαίνεται πως σε συνεννόηση με τη Ducati Corse θα πάει για ένα δίδυμο Fermin Aldeguer και Nicolo Bulega, έτσι δεν μένει χώρος για τον Marini, ανοίγοντας τον δρόμο για την Trackhouse.
Μάλιστα, σύμφωνα με ιταλικά δημοσιεύματα αμφότεροι οι αναβάτες φέρονται να έχουν ήδη συμφωνήσει με την Trackhouse και να απομένουν πλέον οι επίσημες ανακοινώσεις.
Όσο για τον Ισπανό Raul Fernandez, έχει μεν κάποια καλά αποτελέσματα αλλά εμφανίζεται επίσης ως ιδιαίτερα ασταθής, ωστόσο εκτιμούμε πως αργά ή γρήγορα θα βρει μια καλή σέλα για του χρόνου.
Πώς σχεδιάζονται τα ελαστικά των MotoGP: Μέσα στην τεχνολογία των αγωνιστικών ελαστικών [Video]
Από τις διαφορετικές γόμες και σκελετό μέχρι τις ειδικές προδιαγραφές για κάθε πίστα
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
8/9/2026
Τα αγωνιστικά ελαστικά των MotoGP αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα τεχνολογικά στοιχεία της μοτοσυκλέτας, καθώς καλούνται να λειτουργήσουν στα όριά τους για περίπου 45 λεπτά, με ταχύτητες που ξεπερνούν τα 360 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Τα ελαστικά των MotoGP πρέπει να καλύψουν περίπου 110 έως 120 χιλιόμετρα αγωνιστικής απόστασης, δεχόμενα τεράστιες δυνάμεις κατά την επιτάχυνση, το φρενάρισμα και τις αλλαγές κατεύθυνσης. Παράλληλα, πρέπει να προσφέρουν μέγιστη πρόσφυση σε κλίσεις που μπορούν να φτάσουν έως και τις 64 μοίρες.
Η γόμα που βλέπουμε στην εξωτερική επιφάνεια είναι μόνο ένα μέρος μιας ιδιαίτερα σύνθετης κατασκευής. Στο εσωτερικό του ελαστικού υπάρχουν στρώσεις από υλικά όπως νάιλον, πολυεστέρα και αραμίδιο, μαζί με υφασμάτινα και μεταλλικά στοιχεία που δημιουργούν τον σκελετό και διατηρούν τη σταθερότητά του στις υψηλές ταχύτητες.
Ο σκελετός καθορίζει τη συμπεριφορά
Ο σκελετός αποτελεί ουσιαστικά το δομικό πλαίσιο του ελαστικού. Οι υφασμάτινες ίνες δίνουν το σχήμα του και απορροφούν τα τεράστια φορτία που δημιουργούνται κατά την οδήγηση.
Η κατασκευή του επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο το ελαστικό παραμορφώνεται υπό φορτίο, αναπτύσσει θερμοκρασία και συμπεριφέρεται στο όριο. Για αυτόν τον λόγο χρησιμοποιούνται διαφορετικές κατασκευές ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε πίστας.
Μια πιο μαλακή κατασκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πίστες με γρήγορες στροφές και ροή, ενώ ένας ενισχυμένος σκελετός προτιμάται σε χαράξεις με πολύ δυνατά φρεναρίσματα ή υψηλά πλευρικά φορτία. Η Michelin έχει χρησιμοποιήσει ενισχυμένες κατασκευές σε πίστες όπως το Red Bull Ring και το Buriram.
Κάτω από τη γόμα βρίσκεται επίσης ένα σύστημα μεταλλικών και υφασμάτινων ενισχύσεων, το οποίο διατηρεί σταθερό το αποτύπωμα του ελαστικού στην άσφαλτο. Σε ταχύτητες άνω των 360 χλμ/ώρα, η φυγόκεντρος δύναμη προσπαθεί να αυξήσει τη διάμετρο του ελαστικού και αυτές οι ενισχύσεις συμβάλλουν στη διατήρηση του σχήματός του.
Οι γόμες και τα ασύμμετρα ελαστικά
Η εξωτερική γόμα είναι το τμήμα που έρχεται σε άμεση επαφή με την άσφαλτο και εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος της διαφοράς ανάμεσα στις μαλακές, μεσαίες και σκληρές επιλογές.
Η ακριβής σύνθεση των γομών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά μυστικά της Michelin. Κάθε μείγμα σχεδιάζεται για συγκεκριμένο εύρος θερμοκρασίας, τύπο ασφάλτου και απαιτήσεις πίστας.
Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ασύμμετρα ελαστικά. Αυτό σημαίνει ότι η μία πλευρά του ελαστικού διαθέτει διαφορετική γόμα από την άλλη, συνήθως πιο ανθεκτική στην πλευρά που δέχεται τα μεγαλύτερα φορτία.
Σε μια πίστα με περισσότερες δεξιές στροφές, για παράδειγμα, η δεξιά πλευρά του ελαστικού μπορεί να καταπονείται σημαντικά περισσότερο. Η χρήση διαφορετικών γομών στις δύο πλευρές επιτρέπει καλύτερη διαχείριση της φθοράς και της θερμοκρασίας.
Κάθε ελαστικό διαθέτει επίσης ενσωματωμένο RFID chip, το οποίο περιλαμβάνει στοιχεία για τη γόμα, την κατασκευή του σκελετού, την ημερομηνία παραγωγής και την παρτίδα κατασκευής. Έτσι η Michelin μπορεί να έχει πλήρη έλεγχο και εποπτεία για κάθε ελαστικό που χρησιμοποιείται στο MotoGP.
Από το εργαστήριο στην πίστα
Η διαδικασία σχεδίασης ξεκινά με την ανάπτυξη της γόμας. Οι μηχανικοί συνδυάζουν φυσικό και συνθετικό καουτσούκ, πυρίτιο, αιθάλη, θείο και άλλα υλικά, με στόχο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά πρόσφυσης, αντοχής και θερμικής συμπεριφοράς.
Τα slick ελαστικά των MotoGP έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν ιδανικά μεταξύ περίπου 80°C και 120°C.
Στα πρώτα στάδια της εξέλιξης χρησιμοποιούνται εκτενώς προσομοιώσεις σε υπολογιστές. Τα ψηφιακά μοντέλα επιτρέπουν στους μηχανικούς να εξετάσουν τη συμπεριφορά ενός νέου σχεδίου υπό φορτίο πριν κατασκευαστεί το πρώτο πραγματικό πρωτότυπο.
Όταν οριστικοποιηθούν οι προδιαγραφές, ξεκινά η παραγωγή. Τα ελαστικά κατασκευάζονται πάνω σε θερμαινόμενο περιστρεφόμενο μεταλλικό καλούπι και οι διαφορετικές στρώσεις εφαρμόζονται διαδοχικά.
Αρχικά τοποθετείται η εσωτερική σφραγιστική στρώση, ακολουθούν οι υφασμάτινες στρώσεις του σκελετού και οι ενισχύσεις, ενώ τελευταία εφαρμόζεται η εξωτερική αγωνιστική γόμα.
Στη συνέχεια το ελαστικό περνά από τη διαδικασία της βουλκανισμού, κατά την οποία υψηλή θερμοκρασία και πίεση ενώνουν χημικά όλες τις στρώσεις και καθορίζουν οριστικά το σχήμα και τα χαρακτηριστικά του.
Κάθε πίστα απαιτεί διαφορετικά ελαστικά
Η Michelin δεν μεταφέρει την ίδια προδιαγραφή ελαστικών σε κάθε Grand Prix. Η επιλογή γόμας και σκελετού γίνεται ειδικά για τις απαιτήσεις της κάθε πίστας.
Μεταξύ των παραγόντων που εξετάζονται είναι η τραχύτητα της ασφάλτου, η χάραξη της πίστας, τα πλευρικά φορτία στις στροφές, η κυρίαρχη κατεύθυνση των στροφών και η θερμοκρασία περιβάλλοντος και ασφάλτου.
Μια τραχιά επιφάνεια αυξάνει τη φθορά και τη θερμοκρασία του ελαστικού, ενώ μια πίστα με μεγάλες και γρήγορες στροφές δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις από μια διαδρομή με πολλές αργές και κλειστές στροφές.
Η εισαγωγή των αγώνων Sprint του Σαββάτου, από το 2023, πρόσθεσε ακόμη μία παράμετρο στην εξέλιξη των ελαστικών, καθώς πλέον πρέπει να αποδίδουν αποτελεσματικά τόσο σε μικρότερες όσο και στις πλήρεις αγωνιστικές αποστάσεις.
Για νέες πίστες, όπου δεν υπάρχουν προηγούμενα δεδομένα από το MotoGP, η Michelin βασίζεται σε προσομοιώσεις και ανάλυση των χαρακτηριστικών της διαδρομής για να καθορίσει τις κατάλληλες προδιαγραφές.
Η τελευταία χρονιά της Michelin στα MotoGP
Το 2026 αποτελεί την τελευταία σεζόν της Michelin ως αποκλειστικού προμηθευτή ελαστικών στην κορυφαία κατηγορία των MotoGP. Η γαλλική εταιρεία βρίσκεται σε αυτόν τον ρόλο από το 2016 και από το 2027 η Pirelli θα αναλάβει ως αποκλειστικός προμηθευτής ελαστικών και στις τρεις κατηγορίες των Grand Prix: MotoGP, Moto2 και Moto3.
Αντίστοιχα, η Michelin θα αναλάβει τον ρόλο του αποκλειστικού προμηθευτή ελαστικών στο WorldSBK.
Η αλλαγή αυτή θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες τεχνικές μεταβολές των νέων κανονισμών για το 2027, καθώς διαφορετική εταιρεία σημαίνει διαφορετικές γόμες, διαφορετικές κατασκευές και νέα φιλοσοφία στη συμπεριφορά των μοτοσυκλετών.
Για τους αναβάτες, η “αίσθηση” που συχνά περιγράφουν μετά από ένα session κρύβει πίσω του χιλιάδες ώρες εξέλιξης. Η γόμα, ο σκελετός, η θερμοκρασία λειτουργίας, η κατασκευή και η προσαρμογή στις απαιτήσεις της πίστας καθορίζουν τελικά τον τρόπο με τον οποίο η μοτοσυκλέτα συμπεριφέρεται στο όριο, καθώς στα MotoGP, το ελαστικό δεν είναι απλώς ένα αναλώσιμο εξάρτημα αλλά ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της απόδοσης μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας.