QJMOTOR IMBROS 2026 – Το τελευταίο μέρος του ταξιδιού του Κωνσταντίνου Μητσάκη

Περιλαμβάνει και τα σχόλιά του για το QJMOTOR FORT 350 EVO
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

5/2/2026

Στην προηγούμενη ανταπόκριση ο Κωνσταντίνος Μητσάκης είχε περάσει τα Θεοφάνια στην Ίμβρο. Στην συνέχεια ο Έλληνας ταξιδευτής συνάντησε έναν κάτοικο του νησιού και συγκεκριμένα του χωριού Αγρίδια, που λειτουργεί μία ταβέρνα στην οποία κάθε καλοκαίρι γίνονται ελληνικά γλέντια.

Μάλιστα ο μπάρμπα-Γιώργος, όπως ονομάζεται, λέει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ιστορίες και παραβάλουμε τις δηλώσεις του “Το 1965 κτίστηκαν ανοιχτές Αγροτικές Φυλακές κοντά στο χωριό Σχοινούδι και ισοβίτες κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην περιοχή, τρομοκρατώντας τον ελληνικό πληθυσμό. Μέσα σε δύο χρόνια έγιναν 14 φόνοι Ίμβριων Ελλήνων που δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ.

Με αφορμή τα γεγονότα του 1964 στην Κύπρο, οι τουρκικές αρχές έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στην Ίμβρο και απαγόρευσαν την ελληνική γλώσσα. Τον Σεπτέμβριο του 2013, μετά από σχεδόν 50 χρόνια, ξεκίνησε να επαναλειτουργεί το Ελληνικό μειονοτικό Νηπιαγωγείο & Δημοτικό σχολείο στους Αγίους Θεοδώρους, ενώ το 2015 ξανάνοιξε το ελληνικό μειονοτικό Γυμνάσιο & Λύκειο εδώ στα Αγρίδια. Σήμερα φοιτούν συνολικά -από το νηπιαγωγείο ως το λύκειο- 53 μαθητές. Είναι μια χαραμάδα αισιοδοξία για το μέλλον των Ίμβριων Ελλήνων”

Επόμενος σταθμός για τον Κωνσταντίνο Μητσάκη και το QJMOTOR FORT 350 EVO αποτέλεσαν το Σχοινούδι που ήταν το μεγαλύτερο και πλουσιότερο χωριό της Ίμβρου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 φιλοξενούσε περίπου 2.000 κατοίκους. Όμως, οι ανοιχτές αγροτικές φυλακές που κτίστηκαν το 1965 κοντά στο χωριό σηματοδότησαν την αρχή του τέλους για το χωριό, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν σταδιακά το Σχοινούδι, το οποίο ερημώθηκε και μετατράπηκε σε χωριό φάντασμα. Ο Μητσάκης περιπλανήθηκε στο ερημωμένο χωριό, ενώ καθ’ όλη την διάρκεια της παρουσία του στο Σχοινούδι, ένα όχημα της τουρκικής εθνοφυλακής τον επιτηρούσε διακριτικά από απόσταση.

1

Αντίθετα, ο οικισμός των Αγίων Θεοδώρων (Zeytinli) εξακολουθούσε να σφύζει από ζωή και ελληνικότητα και είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους πρόποδες του όρους Καστρί. Έπειτα ο Έλληνας αναβάτης αποχαιρέτησε την Ίμβρο και κινήθηκε προς την ηπειρωτική Τουρκία για την επιστροφή του, δηλώνοντας: “Ευτύχησα να γνωρίσω υπέροχους, καλοσυνάτους ανθρώπους, που συνεχίζουν να αντέχουν στις προκλήσεις του χρόνου και να μιλούν ακόμα ελληνικά.”

Ενδιαφέρον έχουν και τα σχόλια του Μητσάκη όσον αφορά το QJMOTOR FORT 350 EVO, με το οποίο διένυσε 2.500 χιλιόμετρα. Ας δούμε τι αναφέρει:

Με το νέο QJMOTOR FORT 350 EVO, η QJMOTOR πέτυχε τη χρυσή τομή ανάμεσα σε ένα GT scooter και ένα Urban scooter. Συνδυάζοντας την ευελιξία και την πρακτικότητα της πόλης με τη σταθερότητα και την άνεση του ταξιδιού, ο δίτροχος συνοδοιπόρος μου απέδειξε στα 2.500 χλμ. του «QJMOTOR IMBROS 2026» ότι μπορεί να ανταποκριθεί επάξια τόσο στις καθημερινές μετακινήσεις, όσο και στις πολύωρες διαδρομές ενός απαιτητικού οδοιπορικού.

Με 16άρη μπροστινό τροχό και 14άρη πίσω, εργονομική GT σχεδίαση, εμπρός ανάρτηση τηλεσκοπικού πιρουνιού και ιδανική ρύθμιση στα διπλά πίσω αμορτισέρ, το ασημί scooter ταξίδευε με υποδειγματική σταθερότητα και ασφάλεια στα ανοιχτά κομμάτια των αυτοκινητοδρόμων, σε ταχύτητες 110–120 χλμ. Αποδίδοντας 30 ίππους, ο μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος, τετραβάλβιδος κινητήρας του QJMOTOR FORT 350 EVO με ενθουσίασε με την ομαλή, χωρίς κραδασμούς λειτουργία του σε όλο το φάσμα των στροφών, την αποδεδειγμένη αξιοπιστία του (την πρώτη και την τελευταία ημέρα του ταξιδιού έκανα 870 χλμ. αυθημερόν), τη δυνατή επιτάχυνση και τη χαμηλή κατανάλωση, η οποία κυμάνθηκε στα 3,8 λτ/100 χλμ. Το ρεζερβουάρ των 11,7 λίτρων μού έδινε αυτονομία γύρω στα 300 χλμ., ενώ χάρη στο σύστημα Keyless και στο εύκολα προσβάσιμο σημείο του ρεζερβουάρ, η διαδικασία του ανεφοδιασμού αποτελούσε γρήγορη υπόθεση.

Αποτελεσματική ήταν η κάλυψη από τον αέρα και τη βροχή που πρόσφερε η ζελατίνα του QJMOTOR FORT 350 EVO, η οποία ρυθμίζεται ηλεκτρικά με το πάτημα ενός κουμπιού, προσαρμόζοντας εύκολα το ύψος της ανάλογα με τις απαιτήσεις του δρόμου. Ελαφρώς σκυμμένος και με την ζελατίνα στο ψηλότερο σημείο της, είχα ικανοποιητική προστασία από τις σταγόνες της βροχής, κάτι που διαπίστωσα με ανακούφιση στα υγρά χιλιόμετρα της Τουρκίας.  

Η ρυθμιζόμενη ζελατίνα ήταν ένα από τα πολλά χρήσιμα gadgets με τα οποία είναι εφοδιασμένο το FORT 350 EVO: συνδεσιμότητα Bluetooth και δυνατότητες mirroring, σύστημα Keyless, Traction Control, TFT οθόνη 7” με δύο επιλογές εμφάνισης, Full LED φωτισμός και σύστημα TPMS (ενδείξεις πίεσης και θερμοκρασίας ελαστικών) συμπληρώνουν ένα πακέτο που στην πράξη έδινε άμεσες λύσεις στις ταξιδιωτικές μου ανάγκες.  Αισθητή ήταν ωστόσο η απουσία ενός σταθερού-εξωτερικού σημείου για την τοποθέτηση μιας βάσης στήριξης GPS ή κινητού, πράγμα που με υποχρέωσε να καταφύγω σε εναλλακτικές λύσεις.  

Αναφορικά με τη θέση οδήγησης, το μικρό μήκος του τιμονιού ήταν θετικό στοιχείο για οδήγηση σε αστικό περιβάλλον, αποδείχθηκε όμως κουραστικό στο πολύωρο ταξίδι. Σε κάθε στάση (ανά 150-200 χλμ. περίπου), οι ώμοι μου ήταν λίγο “πιασμένοι”, όπως και τα γόνατά μου, αφού άβολη ήταν επίσης και η θέση των ποδιών (δεν μπορούσα να τα απλώσω αρκετά).  Αντίθετα, η σέλα ήταν άνετη επιτρέποντάς μου την πολύωρη οδήγηση δίχως ενοχλήσεις,  αλλά το ύψος της ίσως προβληματίσει αναβάτες με πιο κοντό ανάστημα.

Πάντα σ’ ένα ταξίδι χρειάζομαι χώρο για αποσκευές – αυτό το στοιχείο πρακτικότητας μού το πρόσφερε απλόχερα το QJMOTOR FORT 350 EVO. Ο ευρύχωρος αποθηκευτικός χώρος κάτω από τη σέλα (χωρά δύο full face κράνη) φιλοξένησε μεγάλο μέρος των αποσκευών μου, ενώ επιπλέον δυνατότητες μεταφοράς παρείχε η εργοστασιακή σχάρα. Μικρά αντικείμενα καθημερινής χρήσης (γάντια, καλώδια φόρτισης, γυαλιά κ.λπ.) μπήκαν στο πρακτικό ντουλαπάκι της εσωτερικής ποδιάς. Στο εσωτερικό του βρίσκεται και μια χρήσιμη διπλή θύρα φόρτισης (USB Type-A και Type-C) για φόρτιση συσκευών καθ’ οδόν. Σε δύο περιπτώσεις επαναφόρτισα εν κινήσει την action camera μου (ήταν σχεδόν άδεια η μπαταρία) και έτσι συνέχισα απρόσκοπτα την βιντεοσκόπηση. Και φυσικά, το κινητό μου ήταν συνεχώς συνδεδεμένο και πάντα φορτισμένο.

Για την άμεση ακινητοποίηση του QJMOTOR FORT 350 EVO φρόντιζαν ένας δίσκος 256 χλστ. εμπρός με διπίστονη δαγκάνα και ένας δίσκος 240 χλστ. πίσω. Σε συνδυασμό με το δικάναλο ABS, το ασημί scooter διέθετε ισχυρή και προοδευτική απόδοση πέδησης, στοιχείο που μου ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά σε όλες τις συνθήκες οδήγησης. Τέλος, η δέσμη του διπλού προβολέα πρόσφερε υψηλή ορατότητα και φωτεινότητα, εξασφαλίζοντάς μου αρκετά ξεκούραστη και απροβλημάτιστη οδήγηση στη διάρκεια του νυχτερινού ταξιδιού. Το διαπίστωσα “ιδίοις όμμασι” κατά την επιστροφή μου, και συγκεκριμένα στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα. Οδηγώντας για 510 χλμ. μέσα στη νύχτα, χάρη στην αποτελεσματικότητα των ισχυρών φωτιστικών σωμάτων του QJMOTOR FORT 350 EVO είχα πλήρη ορατότητα τόσο στον αυτοκινητόδρομο, όσο και στους επαρχιακούς άξονες που κινήθηκα λόγω των αγροτικών κινητοποιήσεων.

Η απάντηση στο ερώτημα «Σε ποιον ταιριάζει το QJMOTOR FORT 350 EVO;» ήρθε μετά από 2.500 χλμ. ταξιδιωτικής συμβίωσης σε Ελλάδα και Τουρκία. Θεωρώ πως το νέο scooter της QJMOTOR απευθύνεται στον αναβάτη που θέλει να κάνει τα πάντα, δίχως συμβιβασμούς και ρηχούς προβληματισμούς. Το QJMOTOR FORT 350 EVO ταιριάζει σ’ αυτόν που κινείται καθημερινά μέσα στο κλεινόν άστυ απολαμβάνοντας την ευελιξία και την άνεση ενός Urban scooter, ενώ το σαββατοκύριακο “βάζει πινέζες” στο χάρτη και φεύγει μακριά πάνω στη σέλα μιας μικρομεσαίας ποιοτικής μοτοσυκλέτας… 

Ταξίδι "Volga Route": Στην αφετηρία του Βόλγα (B' Ανταπόκριση)

Grozny, Astrakhan, Volgograd
Από τον

Κωνσταντίνο Μητσάκη

1/9/2022
Τα ρώσικα σύνορα απείχαν περίπου 160 χλμ. βόρεια της Τιφλίδας. Την μετάβασή μου στην χώρα του Βόλγα ανέλαβε  ο φημισμένος «Military Road», ένας ορεινός οδικός άξονας που ανηφορίζει στην επιβλητική οροσειρά του Καυκάσου, σε υψόμετρο 2.379 μ. (πέρασμα Jvari Pass). 
 
Το φυσικό σκηνικό της διαδρομής ήταν εκπληκτικό και δικαιολογημένα μονοπώλησε το ενδιαφέρον μου. Μέχρι που έφτασα στα ρωσο-γεωργιανά σύνορα και αντίκρισα πανικόβλητος μια ατελείωτη ουρά οχημάτων η οποία ξεπερνούσε τα 3 χλμ. - ο χρόνος αναμονής για την ολοκλήρωση των συνοριακών διαδικασιών έφτανε τις 7 ώρες. Ευτυχώς όμως, εξαιτίας ενός τρακαρίσματος που έγινε η αιτία να ακινητοποιηθούν όλοι, κατάφερα να ξεγλιστρίσω και να προσπεράσω την ουρά των οχημάτων για να φτάσω μόνος μου στα ρώσικα τελωνεία. Χρόνος ολοκλήρωσης των συνοριακών διαδικασιών; Μόλις μια ώρα! Αν έχεις τύχη διάβαινε. 
Η πρωτεύουσα της Τσετσενίας Grozny (140 χλμ. βορειοανατολικά των συνόρων), προσφέρθηκε για την πρώτη διανυκτέρευσή μου επί ρώσικου εδάφους. Αν και μεγάλο τμήμα της Grozny είχε καταστραφεί από τις πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Ρώσων και Τσετσένων αυτονομιστών (1990-2000), τριγυρνώντας στους δρόμους της τσετσένικης πρωτεύουσας με την πράσινη BMW F 850 GS αντίκρισα μια σύγχρονη, νεότευκτη πόλη, στην οποία κυριαρχούσε το ισλαμικό στοιχείο.
Πρωταρχική μέριμνα μου στην Grozny ήταν η αγορά συναλλάγματος (ρούβλια) από την επίσημη κρατική τράπεζα, αφού οι πιστωτικές–χρεωστικές κάρτες μου ήταν εκτός λειτουργίας εξαιτίας των κυρώσεις των Δυτικών χωρών στη Ρωσία.
 
Κι από την λαμπερή Grozny, πορεία κατόπιν προς την πόλη Astrakhan (480 χλμ.), διασχίζοντας ένα επίπεδο τοπίο ερήμου. Κτισμένη στο Δέλτα του Βόλγα, στο γεωγραφικό σημείο όπου ο μεγαλύτερος ποταμός της Ευρώπης χύνεται στην Κασπία Θάλασσα μετά από μια πορεία 3.650 χλμ., η Astrakhan σηματοδότησε και επίσημα την απαρχή του υδάτινου οδοιπορικού «VOLGA ROUTE».
Εδώ στην Astrakhan, ο Τιμούρ και η Νατάσα, ένα ζευγάρι ντοπιων μοτοσυκλετιστών, έγιναν οι οικοδεπότες και ξεναγοί μου στην πρώτη πόλη του Βόλγα. Ρώσικη μοτοσυκλετιστική αλληλεγγύη που μου έμεινε αξέχαστη!
Η πράσινη BMW F 850 GS, ακολουθώντας πιστά την κοίτη του Βόλγα (430 χλμ. βόρεια), με οδήγησε κατόπιν στην πόλη Volgograd (πρώην Στάλινγκραντ), στην οποία διαδραματίστηκαν τραγικά πολεμικά γεγονότα στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Με τον Στάλιν να υπενθυμίζει στους ελεύθερους πολιορκημένους της πόλης πως «ο Βόλγας έχει μόνο μια όχθη», οι ηρωικοί υπερασπιστές του Σταλινγκράντ απέτρεψαν, μετά από 142 μέρες πολιορκίας, την άλωση της πόλης από τους Γερμανούς. Και μπορεί το Σταλινγκράντ να παρέμεινε τελικά σε ρωσικά χέρια, το τίμημα ωστόσο υπήρξε μεγάλο, καθώς 1.000.000 ανθρώπινες ζωές θυσιάστηκαν για την υπεράσπιση της πόλης.
Έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε όλους εκείνους που θυσιάστηκαν στην προάσπιση του Σταλινγκράντ αντιπροσωπεύει το τεραστίων διαστάσεων άγαλμα “The Motherland Calls” που δέσποζε στην κορυφή του λόφου Mamayev, όπως και ένα παρακείμενο κυκλικό μνημείο, όπου έκαιγε η άσβεστη φλόγα των ηρώων.
Επιπλέον, ιστορικά «αποτυπώματα» της ηρωικής εποποιίας αντίκρισα στο Πολεμικό Μουσείο της μάχης του Στάλινγκραντ και στην παρακείμενη μισογκρεμισμένη κατοικία του Λοχαγού Pavlova – το μοναδικό κτίσμα της πόλης που απέμεινε όρθιο. Εδώ στο Σταλινγκραντ, δίπλα στις όχθες του Βόλγα, βουβός και συγκλονισμένος βρέθηκα αντιμέτωπος με την Ιστορία και τα απομεινάρια της.