Ταξιδιωτικό: Στον Πάρνωνα με Zontes 703T

Ο βοτανικός κήπος της Πελοποννήσου
Zontes 703T
Από το

motomag

12/10/2026

Μια περιήγηση του Κωσταντίνου Μητσάκη στα χωριά του Πάρνωνα με την Zontes 703T

Από την πρώτη κιόλας στιγμή που έβαλα ρόδα στον μεγαλύτερο σε μήκος ορεινό όγκο της Πελοποννήσου, διαπίστωσα πως ο Πάρνωνας ξέρει να κλέβει όχι μόνο την παράσταση, αλλά και τις καρδιές των επίδοξων μοτο-περιηγητών. Ο βοτανικός κήπος της Πελοποννήσου (όπως χαρακτηριστικά ονομάζουν οι ντόπιοι το ορεινό οικοσύστημα του Πάρνωνα) διαθέτει εκπληκτικές φυσικές ομορφιές που “μέθυσαν” τις αισθήσεις μου. Παράλληλα, οι γραφικοί πετρόκτιστοι οικισμοί Καρυές, Βαρβίτσα, Βαμβακού, Πολύδροσο (Τζίτζινα) και Καστάνιτσα, που διαφυλάττουν την τοπική πολιτιστική και αρχιτεκτονική παράδοση, ανέλαβαν να φιλοξενήσουν τη δίτροχη πορεία μου μέσα στον καταπράσινο παράδεισο του Πάρνωνα.

Η διαδρομή που πραγματοποίησα με τη Zontes 703T στα γεωγραφικά όρια του Πάρνωνα είχε ως αφετηρία την παλιά Εθνική οδό Τρίπολης–Σπάρτης και κατάληξη στις ακτές του Αργολικού κόλπου, καταγράφοντας μια συνολική απόσταση 100 συναρπαστικών χιλιομέτρων, αποκλειστικά σε στριφτερούς ορεινούς δρόμους. Σε όλο το μήκος της διαδρομής δεν υπάρχει πρατήριο καυσίμων, γι’ αυτό λάβετε τα μέτρα σας…

Zontes 703T

Η πρώτη στάση έγινε στον οικισμό Καρυές, που μου συστήθηκε ως η πατρίδα των Καρυάτιδων. Εδώ, τα αγάλματα της Θεάς Εστίας και της Θεάς Δήμητρας, τα υπεραιωνόβια πλατάνια του Μενέλαου και η πλατανοσκέπαστη πλατεία έγιναν ψηφιακές αναμνήσεις από τη φωτογραφική μου μηχανή. Ωστόσο, τις εντυπώσεις αναμφίβολα έκλεψε το εξαίσιο αντίγραφο του Ερεχθείου με τις Κόρες Καρυάτιδες που ορθώνεται επιβλητικά σε παρακείμενο ύψωμα.

Zontes 703T

Αποχαιρετώντας τις Καρυές, μια διαδρομή κατάφυτη από πλατάνια, ακακίες, καστανιές και καρυδιές οδήγησε την Zontes 703T στον κοντινό οικισμό της Βαρβίτσας. Στη κεντρική πλατεία, κάτω από την ευλογημένη σκιά ενός θεόρατου πλάτανου, παρκάρισα τη μοτοσυκλέτα και απόλαυσα τον καφέ μου ατενίζοντας το άγαλμα του ξακουστού αρματολού Ζαχαριά, ο οποίος είχε λάβει μέρος στο κίνημα του Κατσώνη και οργάνωσε τη σωτηρία του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Zontes 703T

Κτισμένη αμφιθεατρικά σε μια κάθετη βουνοπλαγιά και πνιγμένη στο ασφυκτικό πράσινο της τοπικής φύσης, η Βαμβακού αποτέλεσε την επόμενη στάση στο οδοιπορικό του Πάρνωνα. Στη Βαμβακού, την ιδιαίτερη πατρίδα του εφοπλιστή Νιάρχου, ευχάριστη έκπληξη μού προξένησε η πετρόκτιστη αρχιτεκτονική προσωπικότητα του οικισμού, η οποία σεβόταν απόλυτα την μακραίωνη τοπική οικιστική παράδοση και κληρονομιά.

Zontes 703T

Η διαδρομή Βαμβακού–Πολύδροσο–Καστάνιτσα ήταν μια αποκάλυψη! Οι στροφές απανωτές, διαδέχονταν η μία την άλλη, ένα καταπράσινο σκηνικό με πανύψηλα πεύκα και έλατα σχημάτιζαν ένα αδιαπέραστο φυσικό τείχος εκατέρωθεν του οδικού άξονα, κρυστάλλινα νερά κυλούσαν δίπλα στη στενή ασφάλτινη λωρίδα του δρόμου, ενώ οι πάμπολλες κατάφυτες βουνοκορφές υποχρέωναν το βλέμμα μου να σηκώνεται συνέχεια ψηλά. Η συγκεκριμένη ορεσίβια διαδρομή ήταν “όλα τα λεφτά”!

Το Πολύδροσο (Τζίτζινα), διαθέτοντας γεροδεμένες παραδοσιακές κατοικίες, λιθόστρωτα καλντερίμια και πετρόκτιστες εκκλησίες, ακολουθούσε την ίδια τοπική οικιστική δομή και παράδοση. Για τους φυσιολάτρες και τους περιπατητές, τα Τζίτζινα αντιπροσωπεύουν έναν must προορισμό, καθώς αποτελεί ιδανική αφετηρία για εξορμήσεις στις πεζοπορικές διαδρομές και στα ορειβατικά μονοπάτια της περιοχής.

Zontes 703T

Καθοδόν για την Καστάνιτσα, η Zontes 703T έκανε τρεις σύντομες στάσεις: η πρώτη στο καταφύγιο του Πάρνωνα, η επόμενη στη πετρόκτιστη βρύση του Αυριαλού όπου ξεδίψασα με το κρυστάλλινο νερό της και η τρίτη λίγο πριν την Καστάνιτσα για να θαυμάσω την Μεγάλη Τούρλα, τη ψηλότερη κορυφή του Πάρνωνα (1.935 μ.), η οποία ορθωνόταν αγέρωχη και επιβλητική πάνω από τους οικισμούς Σίταινα και Καστάνιτσα.

Zontes 703T

Η άφιξη στην αρκαδική Καστάνιτσα σηματοδότησε την παρουσία μου στα γεωγραφικά όρια του κεντρικού Πάρνωνα και συγκεκριμένα στη περιοχή της Τσακωνιάς. Περπατώντας αργόσυρτα στα πάλλευκα καλντερίμια της Καστάνιτσας, έντονη ήταν η αίσθηση πως βρισκόμουν σ’ ένα κυκλαδίτικο νησί! Τι αντίκρισαν τα έκπληκτα μάτια μου; Πετρόκτιστες παραδοσιακές κατοικίες με στέγες φτιαγμένες από σχιστόλιθους, άσπρους γεροδεμένους τοίχους, στενά λιθόστρωτα καλντερίμια, ασβεστωμένες εκκλησίες, στενά αδιέξοδα σοκάκια… Για μια στιγμή πίστεψα πως οι συντεταγμένες του GPS μ’ είχαν οδηγήσει στα Ζαγοροχώρια και όχι σε κάποιο ορεινό οικισμό της Πελοποννήσου!

Zontes 703T

Πριν αποχαιρετήσω την Καστάνιτσα, φρόντισα να αγοράσω από τα παραδοσιακά μικρομάγαζα του χωριού κάποια –αξεπέραστα σε γεύση και ποιότητα– τοπικά προϊόντα, όπως ζυμαρικά, μέλι, σταρένια παξιμάδια, τσάι και κάστανα. Παρεμπιπτόντως, στην Καστάνιτσα διοργανώνεται κάθε Οκτώβρη η περίφημη “Γιορτή του Κάστανου”.  

Zontes 703T

Στο υπόλοιπο της διαδρομής μέχρι τις ακτές του Αργολικού κόλπου, η κατηφορική διαδρομή που “έτρεχε” στο χείλος του γκρεμού και “αιωρείτο” πάνω από το φαράγγι της Ζαμπρανίτσας ήταν η τελευταία θεαματική εικόνα του οδοιπορικού μου στον Πάρνωνα. Με το βλέμμα να ατενίζει το γαλάζιο θάμπος της θάλασσας και τον Πάρνωνα στη πλάτη, έπεσαν οι τίτλοι τέλους της δίτροχης περιήγησής μου στο βοτανικό κήπο της Πελοποννήσου με τη νέα τρικύλινδρη πρόταση της Zontes. Κι επειδή οι διαδρομές πάνω στο καταπράσινο κορμί του Πάρνωνα είναι ανεξάντλητες και συναρπαστικές, σίγουρα θα τον επισκεφθώ ξανά. Σύντομα μάλιστα…    

Zontes 703T

ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ZONTES 703T

Μετά την Zontes 703F, ήρθε η σειρά της Zontes 703T να με ταξιδέψει στη σέλα της. Παρέλαβα τη μοτοσυκλέτα από το κεντρικό κατάστημα της Zontes Greece(Athens Motohall) με μόλις 360 χλμ. στο κοντέρ της. Διττή η αποστολή μου: να στρώσω την Zontes 703Τ και ταυτόχρονα να εξερευνήσω την ορεινή κορμοστασιά του Πάρνωνα. Κι αφού επέλεξα ένα από 4 Riding Modes που διαθέτει η μοτοσυκλέτα (Road, Sport, Rain και Rider), έβαλα την ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα στο επιθυμητό ύψος, γέμισα το ρεζερβουάρ των 20 lt και ξεκίνησα για μια αποστολή 500 ταξιδιωτικών χιλιομέτρων στην Πελοπόννησο.

Zontes 703T

Στον αυτοκινητόδρομο η Zontes 703Τ ταξίδευε με σιγουριά και σταθερότητα επιβεβαιώνοντας τις touring δυνατότητές της (εδώ δοκίμασα και το cruise control της μοτοσυκλέτας), ενώ η οδήγηση στο επαρχιακό δίκτυο αποδείχθηκε μια ευχάριστη απόλαυση χάρη στη sport συμπεριφορά της. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η καινούρια τρικύλινδρη πρόταση της Zontes, που συνδύαζε την άνεση και την πρακτικότητα ενός touring μοντέλου με την εκρηκτική δυναμική ενός sportbike, είναι μια από τις πιο ολοκληρωμένες επιλογές στην κατηγορία των sport–touring μοτοσυκλετών.

Zontes 703T

Με εξαιρετική ροπή στις χαμηλές και μεσαίες στροφές, ο τρικύλινδρος κινητήρας των 700cc της Zontes 703Τ (αποδίδει 95,2 ίππους) δεν δυσκολεύτηκε διόλου στις ατελείωτες ανηφοριές του Πάρνωνα, ενώ τα radial ελαστικά MICHELIN ROAD 6 (πρώτης τοποθέτησης), σε συνδυασμό με το αξιόπιστο σύστημα πέδησης της Nissin, το χρηστικότατο quickshifter διπλής κατεύθυνσης και τις πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις Marzocchi μού πρόσφεραν στους στριφτερούς δρόμους του Πάρνωνα μια διασκεδαστική όσο και ευχάριστη εμπειρία σβέλτης οδήγησης.  

Zontes 703T

Ευχάριστη εντύπωση μού προκάλεσε η ευκολία χειρισμού των συστημάτων λειτουργίας της μοτοσυκλέτας, ο ιδιαίτερα πλούσιος ηλεκτρονικός εξοπλισμός, τα εργονομικά χειριστήρια και η ευανάγνωστη οθόνη των 8”, όπου προβάλλονταν χρήσιμες ενδείξεις όπως η θερμοκρασία, η πίεση ελαστικών και το επιλεγμένο πρόγραμμα οδήγησης.  

Zontes 703T

Συμπερασματικά, η Zontes 703Τ είναι ένα από τα πιο δυνατά value for money Sport Touring μοντέλα. Για όσους αναζητούν μια μοτοσυκλέτα που να συνδυάζει sport συμπεριφορά, τεχνολογία αιχμής, καθημερινή χρήση και touring δυνατότητες, η νέα Zontes 703Τ αντιπροσωπεύει μια ολοκληρωμένη Sport Touring πρόταση με επιθετικό χαρακτήρα και ξεχωριστή παρουσία στο δρόμο.

Ταξίδι με Suzuki V-Strom 650

Παράσταση τριών χιλιάδων χιλιομέτρων!
5/10/2018

Σκηνοθεσία Μάκης Παπαδημητρίου*

Πρωταγωνιστεί: το Suzuki V-Strom 650

 

Η πίεση του χρόνου και οι πολλές υποχρεώσεις δεν με άφησαν να οργανώσω με ησυχία και διαύγεια τα δρομολόγια της καλοκαιρινής περιοδείας μου για το θέατρο. Έπαιζα στις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη και ειδικά το πρώτο κομμάτι περιελάμβανε Γιάννενα (Δωδώνη), Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Κατερίνη και μετά Επίδαυρο. Από τη μία βιαζόμουν να αποφασίσω αν θα έπαιρνα το αυτοκίνητο ή αν θα ακολουθούσα με το λεωφορείο της παραγωγής, απ’ την άλλη η ελπίδα να βρω μια μοτοσυκλέτα ήταν διαρκώς εκεί. Υπήρξε λοιπόν αυτή η τελευταία αναλαμπή. Το τηλέφωνο στον Λάζαρο στο ΜΟΤΟ. Αφού του εξήγησα όλα τα παραπάνω με έβαλε στην αναμονή για μερικές μέρες. Δεν είχα γρήγορη απάντηση και θεώρησα ότι η προσπάθειά του να βρει μια ταξιδιάρικη μοτοσυκλέτα εν μέσω καλοκαιριού δεν θα είχε αίσιο τέλος. Οπότε στράφηκα στη λύση του αυτοκινήτου. Την ημέρα λοιπόν -και μάλιστα την στιγμή που έβγαινε η απόδειξη των 310 ευρώ για το σέρβις του αυτοκινήτου- χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν δυόμιση το μεσημέρι.

-"Εδώ ο μάγος".

-"Ποιος;"

-"Λάζαρος εδώ. Μπορείς να πας μέχρι τις τρεις στη Suzuki; Σου βρήκα μηχανή."

Δεν είναι ότι θα απέφευγα το 300άρι αλλά ένα τηλέφωνο την προηγούμενη θα είχε παρατείνει το έξοδο για το Σεπτέμβρη. Τα παράτησα όλα λοιπόν και πήγα στη Suzuki, στον εξαιρετικό και χαμογελαστό Λεωνίδα Πολίτη ο οποίος αφού μου έδειξε διάφορα εξαιρετικά project “μεταμορφώσεων” με highlight ένα SV650 Flat Track, μου παρέδωσε τα κλειδιά του V-Strom 650.

 

Έρωτας κεραυνοβόλος

Δεν είχε τύχει να δω από κοντά το νέο μοντέλο και πραγματικά εντυπωσιάστηκα με την δουλειά που έχει γίνει στην αισθητική της μοτοσυκλέτας. Το πρώτο V-Strom μου φαινόταν κάπως ογκώδες στο μάτι και η επόμενη έκδοση -ένα face lift που είχε δεχτεί στα πλαστικά- δεν με είχε ενθουσιάσει. Το καινούριο είναι πολύ όμορφο και “φρέσκο” χωρίς να γίνεται κραυγαλέο και προκλητικό. 

Ξεκίνησα λοιπόν δικάβαλος χωρίς πολλές αποσκευές για μια -όπως αποδείχθηκε- διαδρομή 15 ημερών και 3.000 χιλιομέτρων με μια μοτοσυκλέτα που σε πρώτη φάση, μου έκανε τόσο καλή εντύπωση.

Το μοτέρ γνώριμο, άλλωστε εκτός από το SV650 που είχα πριν από σχεδόν 15 χρόνια, νομίζω δεν υπάρχει μοτοσυκλετιστής που να μην έχει καβαλήσει ή έστω να μην έχει κάποιον γνωστό που να έχει V-Strom. Παίρνει μπροστά πάντα σαν τσακμάκι, είναι ήσυχος και του αρέσει να κινείται εκεί γύρω στις 4.000 με 5.000 στροφές ή και λιγότερο. Ούτε σκορτσαρίσματα χαμηλά, ούτε δισταγμοί. Και κατανάλωση αρκετά λογική για τα κυβικά του, θα αυξηθεί μόνο όταν γυρνάει το γκάζι στο στοπ (βλ. παρακάτω…).

Δικάβαλος λοιπόν και μέχρι τα Γιάννενα, που ήταν η πρεμιέρα της παράστασης, στάση μόνο για βενζίνη. Ξεκούραστο ταξίδι, κυρίως για τον συνεπιβάτη, γιατί στην περίπτωσή μου, η γωνία του τιμονιού μου είναι ασυνήθιστη επειδή όλα μου τα χρόνια έχω μηχανάκια με ίσια τιμόνια -τα αλλάζω συνεχώς- οπότε επειδή όπως λέει και η παροιμία "you cannot teach an old dog new tricks", συμβιβάστηκα με ένα ελαφρύ μούδιασμα στα ακριανά δάχτυλα. Η αρτηριοσκλήρωση μου χτυπάει την πόρτα φαίνεται…Τα 140km/h είναι πολύ εύκολακαι διατηρήσιμα ασχέτως συνθηκών, αν κι εκεί κάπου στα 120 υπάρχει ένα μικρό στροβίλισμα που μου κουνούσε το κράνος, μετά όμως βρήκα καλύτερη στάση κι εξαφανίστηκε. Και οι αναρτήσεις πούπουλο. Περνάει από παντού σαν χαλί και δεν είναι υπερβολικά μαλακό. Και στις στροφές, ειδικά στις ανοιχτές καμπές, ακόμα και με δύο άτομα εμπνέει πολλή εμπιστοσύνη. Το μόνο που θα ήθελα έχει να κάνει με το φρενάρισμα. Το αρχικό δάγκωμα του μπροστινού θα μπορούσε να είναι δυνατότερο. Κατά τα άλλα, με τα φρένα μάλλον δεν θα ασχοληθεί κανείς ποτέ.

Όλυμπος. Ωραία φάση

 

Παντός συνθήκης

Μετά από δεν ξέρω κι εγώ πόσα χιλιόμετρα, φτάνω στα Γιάννενα και διαπιστώνω ότι και σε συνθήκες κίνησης, όλα γίνονται πολύ ομαλά (δεν πρόλαβα κίνηση στην Αθήνα γιατί έφυγα σαν κυνηγημένος). Σταμάτα - ξεκίνα σαν παπί και συμπλέκτης πολύ ελαφρύς και ακριβής. Αυτό το θυμόμουν κι από το δικό μου SV… Με όλα αυτά τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά δεν είναι παράξενο που το μοτέρ αυτό μας συντροφεύει τόσα χρόνια και μάλλον για πολλά ακόμα. Τρεις μέρες αναμονή στα Γιάννενα για την πρεμιέρα της Δωδώνης και έπειτα Θεσσαλονίκη. Εγνατία. Κύριος. Απλά χιλιομετροφάγος το V-Strom, καταπίνει τα χιλιόμετρα χωρίς να το καταλάβεις. Και η προστασία από τη ζελατίνα τουλάχιστον για το ύψος μου (2.04… χαχαχα) είναι ιδανική.

Μετά τις παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη, ακολούθησαν δύο ακόμα στην Καβάλα, και είχα την φαεινή ιδέα να μην μείνω στην Καβάλα αλλά να γυρίσω Θεσσαλονίκη και να ξαναπάω Καβάλα την επόμενη… και πάλι πίσω. Και δεν το μετάνιωσα. Πήγα στην Καβάλα οδηγώντας αρκετά σβέλτα (01:05':00 μέχρι το θέατρο των Φιλίππων) με μέση ωριαία περίπου 140-145km/h. Και εδώ είναι το αποκαλυπτικό της υπόθεσης: Η Καβάλα είναι 160 χιλιόμετρα και θεωρούσα ότι κρατώντας μια κανονική και αρκετά οικονομική μέση ταχύτητα 140km/h θα έφτανα σε λίγο παραπάνω από μία ώρα. Αμ δε! Στάση για βενζίνη, και δυο-τρία διόδια, σημαίνει (καρατσεκαρισμένο και υπολογισμένο) ότι για να έχεις μέση ωριαία 140χkm/h πρέπει να πηγαίνεις “διαρκώς” με 170-180!!! Υπολογίστε το. Εγώ το έκανα. Είσαι με 140 και μειώνεις για τα διόδια. Μέχρι να πληρώσεις και να ξαναπάς 140 περνάει σχεδόν ενάμιση με δύο λεπτά που είσαι κάτω από τα 140, και μια στάση τριών λεπτών για βενζίνη σημαίνει συνολικά επτά λεπτά καθυστέρηση, στα τέσσερα εκ των οποίων η ταχύτητα είναι διαρκώς 0km/h. Θα πρέπει δηλαδή για να επανέλθει η μέση ωριαία στα 140 να πας για τέσσερα λεπτά με 280!!! Αφού δεν γίνεται αυτό, πας για περισσότερο χρόνο με 170… οπότε και είδα αυξημένη κατανάλωση, εντελώς όμως δικαιολογημένη.

Και το έκανα και την επόμενη μέρα. Και ήμουν ξεκούραστος γιατί ήταν σαν να οδηγούσα μέρα χωρίς αυτοκίνητα. Τα φώτα του V-Strom είναι αυτό που έλειπε στην παιδική μου ηλικία, όταν έκλειναν οι προβολείς του ανοιχτού γηπέδου που παίζαμε μπασκετ και ξενερώναμε.

Τρία χιλιόμετρα από εδώ γεννήθηκε η πρώτη κότα

 

Και διασκέδαση!

Κάθοδος τις επόμενες μέρες και μετά από σύντομη στάση στην Αθήνα, σειρά είχε η Επίδαυρος με τη γνωστή ανά τους μερακλήδες μοτοσυκλετιστές διαδρομή μέχρι το Stork και ακόμα παραπέρα. Κανένα παράπονο. Είναι από τις φορές που πραγματικά ευχαριστήθηκα να οδηγώ σβέλτα χωρίς να προσπαθώ να κάνω περισσότερα από τη μοτοσυκλέτα. Σταθερότατη, υπάκουη και απολαυστική. Δεν χρειάζεται να είσαι αγωνιζόμενος για να ευχαριστηθείς οδήγηση. Αυτό είναι credit για το V-Strom και το πώς συμπεριφέρεται. Στο γυρισμό, βλέποντας -είναι η αλήθεια- τα σύννεφα να μαζεύονται απειλητικά, πήρα τη γενναία απόφαση να φύγω… κι ας βραχώ. Και βράχηκα. Πολύ. Και στη διαδρομή είδα ένα φωτάκι στα όργανα να αναβοσβήνει για λίγο στις εξόδους των στροφών. Είναι αυτό που μου είχε πει ο Λεωνίδας πριν μου δώσει το κλειδί. "Έχει traction control", μου είπε, "ρυθμίζει σε δύο θέσεις αλλά βαλ’ το στο ένα και ούτε που θα το καταλάβεις. Ίσως κάποια φορά να ανάψει ένα λαμπάκι εδώ μπροστά". Και αυτό έγινε. Ήταν η πρώτη φορά που οδηγούσα μοτοσυκλέτα με traction control και η πρώτη φορά που ένιωσα τόσο ασφαλής βγαίνοντας από μια στροφή ενώ βρέχει καρέκλες. Και το δοκίμασα και πάλι και πάλι και πάλι. Φουλ γκάζι στην έξοδο, δυο τρεις φορές μια λάμψη στα όργανα, ένα ανεπαίσθητο κούνημα πίσω και βγαίνεις κύριος… αν και μούσκεμα. Υπέροχο. Για το στεγνό μόνο στη χειρότερη άσφαλτο… και αν.

Αρχαίο θέατρο Δωδώνης, νέο μοντέλο V-Strom, η παράσταση αρχίζει

 

Τόσοι και τόσοι ικανοποιημένοι κάτοχοι V-Strom όλα αυτά τα χρόνια φυσικά και δεν περίμεναν τη δική μου βόλτα για να πειστούν. Η επιτυχημένη “παράσταση” του V-Strom στην ελληνική αγορά πιθανότατα θα ακολουθήσει την Βρετανική “Ποντικοπαγίδα” που παιζόταν για πάνω από πενήντα χρόνια. Αυλαία.

 

* Ο Μάκης Παπαδημητρίου είναι ένας από τους πλέον ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς μας. Πριν αποφασίσει να ασχοληθεί με την δραματική τέχνη, ο Μάκης φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στο τμήμα Φυσικής, αλλά τελικά τον κέρδισε η τέχνη εις βάρος της επιστήμης, καθώς αποφοίτησε από την δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Στο ενεργητικό του έχει πολλές επιτυχίες και διακρίσεις στην τηλεόραση, στο θέατρο και στον κινηματογράφο, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το βραβείο Χορν. Είναι ένας από τους ταχύτερους στην Ελλάδα στο να λύνει τον κύβο του Rubik, ενώ το σημαντικότερο στοιχείο στο βιογραφικό του (για εμάς τουλάχιστον…) είναι το ότι ανήκε στην συντακτική ομάδα του περιοδικού πριν από 19 χρόνια! Το ταξίδι του με το V-Strom δεν είναι το πρώτο που γράφει για λογαριασμό του motomag.gr, καθώς εδώ μπορείτε να διαβάσετε για τις περσινές περιπέτειές του πάνω σε ένα Ducati Scrambler.