Ταξίδι με Scrambler Full Throttle

Με το δικύλινδρο της Ducati στην Πελλοπόνησο
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

21/7/2017

Του Μάκη Παπαδημητρίου*

Φωτό: Του ιδίου

 

Χρονομηχανή

 

“Λάζαρε, γεια, Μάκης εδώ, παίζει να βρούμε κανένα μοτόρι για λίγες μέρες; Πούλησα την πάπια και δεν έχω τίποτα για το Πάσχα…”. Μερικές μέρες μετά ένα Scrambler Full Throttle βρισκόταν κάτω από τα πόδια μου κι εγώ ένιωθα μαλάκας που δεν ζήτησα από τον νονό μου -το Λάζαρο- να μου κάνει δώρο ένα τέτοιο για τις γιορτές “…ορίστε και το κλειδί, τα χαρτιά είναι κάτω από τη σέλα, καλό δρόμο” μου είπε ο καλός κύριος στην αντιπροσωπεία. Έβαλα το κλειδί στον διακόπτη, πάτησα τη μίζα κι ο χρόνος γύρισε πίσω δεκαοχτώ χρόνια… ήμουν 24 και δούλευα στο MOTO

 

Τα χέρια έρχονται σε κανονική θέση -αν και το τιμόνι σε σχέση με το Icon είναι χαμηλότερο- και τα μαρσπιέ οδηγούν τα πόδια σε ξεκούραστη γωνία φέρνοντας το σώμα όρθιο, καμαρωτό, να κάθεται αναπαυτικά στη σέλα σε μια ρετροπολεμική στάση. Ο "L" κινητήρας γουργουρίζει ευχάριστα και ο ήχος της Termignoni σε παρακινεί όχι μόνο να ανοίξεις το γκάζι αλλά και να το κλείσεις κιόλας, εκεί κάπου στις 3.0000-4.000 στροφές, αποζημιώνοντάς σε με υπέροχα μπάσα σκασίματα. Τα κεφάλια γυρνούν και κοιτούν κι εγώ δεν ξέρω για που να τραβήξω… κι αυτό είναι τόσο ωραίο.

Hit the road

Είχα δυο επιλογές. Ή βόρεια ή νότια καθώς το νησί προϋποθέτει καράβι και τα καράβια μου γυρίζουν τ' άντερα. Νότια λοιπόν, με συνοπτικές διαδικασίες. Πελλοπόνησος. Ξεκίνησα Μεγάλη Παρασκευή κατά τις 11:00 και μετά τα διόδια της Ελευσίνας είδα την περισσότερη κίνηση που έχω δει ποτέ, 10 χιλιόμετρα ουρά μετά τα διόδια! Ευτυχώς δεν βρέχει σκέφτηκα και… σε λίγο άρχισε να βρέχει. Φυσικά. Η κίνηση ανάμεσα στα αυτοκίνητα πολύ εύκολη, τινάγματα εμπρός, φρένα και πάλι το ίδιο για χιλιόμετρα. Η "ντουντούκα" ακούραστη κι εγώ ξεκούραστος. Ελαφρύς, “μονοδάχτυλος” ο συμπλέκτης, χωρίς μπουκώματα και φτυσίματα η τροφοδοσία, και το μοτέρ από τις 3.000 μέχρι τις 6.000 στροφές γεμάτο και απολαυστικό. Επιτέλους η ουρά εξαφανίζεται κι εγώ ταξιδεύω πια με 130-140 km/h και στρίβω για Επίδαυρο. Τη διαδρομή αυτή -όπως κάθε μοτοσυκλετιστής που σέβεται τον εαυτό του- την έχω κάνει πολλές φορές και με διαφορετικά μηχανάκια. Δεν θυμάμαι να την έχω ευχαριστηθεί περισσότερο. Τα σχεδόν 190 κιλά -με υγρά- της ντουντούκας δεν φαίνονται πουθενά. Στρίβει με ακρίβεια χωρίς να είναι supersport και πάρα τον 18άρη μπροστινό τροχό κρατάει τη γραμμή της και συνεχίζει ακάθεκτη. Στις εξόδους δεν ξηλώνει την άσφαλτο αλλά έχει αρκετό γκάζι για να σε κάνει να χαμογελάς και να νιώθεις ασφάλεια. Ένας δίσκος -ταψί- μπροστά 330 χιλιοστών με ακτινική τετραέμβολη Brembo και κάπου εδώ τελειώνει η φάση φρενάρισμα. Όλα υπό έλεγχο, το ABS δεν μπήκε παρά μόνο μια φορά και μόνο στον πίσω τροχό, όταν ένας κάγκουρας αμαξάτος αποφάσισε ότι προτιμάει περισσότερο το αγγλικό στυλ και παραλίγο να ανταλλάξουμε οχήματα.

Στρίβει με ακρίβεια χωρίς να είναι supersport και πάρα τον 18άρη μπροστινό τροχό κρατάει τη γραμμή της και συνεχίζει ακάθεκτη

Βρίσκομαι Επίδαυρο έχοντας οδηγήσει περίπου μία-μιάμιση ώρα και σταματάω για καφέ. Για 15 λεπτά μόνο. Και πάλι οδήγηση μέχρι το Ναύπλιο, στους Μύλους. Δεν μπορούσα να πίνω καφέ και να κάθομαι να βλέπω ένα τόσο όμορφο μηχανάκι να με κοιτάει σαν να λέει έλα, πάμε. Αλλά πριν, ας πάμε μια βόλτα από το αρχαίο θέατρο… έχω μια ιδέα! Και πήγα, αλλά τζίφος. Δεν με άφησαν. Πρέπει να πάρεις άδεια από την εφορία αρχαιοτήτων για να μπεις στην ορχήστρα του θεάτρου… με μηχανάκι! Τι ύβρις Θεέ μου. Κρίμα, αυτή θα ήταν μια σπουδαία φωτογραφία. Θα έβαζα το Scrambler στη μέση και θα έστηνα τους τουρίστες γύρω γύρω να το χειροκροτούν για την υπέροχη παράσταση που έδωσε στα στροφιλίκια της περιοχής.

Τηλέφωνο στον Δημήτρη για φαγητό στο Ναύπλιο. "Το μηχανάκι αυτό… τι είναι;" μου λέει, και ξεκινάω μια μίνι διάλεξη περί Scrambler -ό,τι θυμόμουν από αυτά που είχαν γραφτεί- και άλλη μια για το αερόψυκτο μοτέρ των 803cc με το desmo για να του κεντρίσω την περιέργεια. Τι είναι αυτό πάλι, μου λέει. Ένα σύστημα που ανεβοκατεβάζει τις βαλβίδες… αλλά δεν τον είδα να ενδιαφέρεται και πολύ για τα τεχνικά και σταμάτησα. "Και πόσα άλογα βγάζει;" "75" λέω, "πολλά έ;", μου λέει… όχι, απαντώ, δεν είναι πολλά, είναι ακριβώς ό,τι πρέπει. Διακοσαρίζει αλλά δεν υπάρχει λόγος. "Και πόσο καίει;" Από 5 έως 6,5 λίτρα στα 100km κι αν το γυρνάς εκεί που δεν υπάρχει λόγος θα περάσει και τα 8. "Και αυτό το όργανο τι δείχνει;" "Τα πάντα", του λέω και η αλήθεια δεν είναι μακριά. Έχει ό,τι μπορεί να χρειαστεί κανείς και φυσικά απενεργοποιούμενο ABS αν είναι να πάρεις τα βουνά και όχι μόνο. Και μετά από αρκετά μου λέει και του λέω και μου ξαναλέει και του ξαναματαλέω, έφυγα για ξεκούραση γιατί την επόμενη θα επισκεπτόμουν έναν άλλο φίλο στον Κάψια, λίγο έξω από την Τρίπολη, πριν το Λεβίδι. Αλλά θα πήγαινα από μια μοναδική διαδρομή… τον Κολοσούρτη.

 

Η αφορμή

Βουνό. Κολοσούρτης, Αχλαδόκαμπος. Ο παλιός δρόμος που ένωνε Άργος και Τρίπολη. Στο κομμάτι των περίπου 12 χιλιομέτρων της ανάβασης με τις απανωτές στροφές έχει καινούρια άσφαλτο και είναι Μεγάλο Σάββατο 10:00 το πρωί. Κίνηση μηδέν. Κυριολεκτικά μηδέν. Η μία στροφή διαδέχεται την άλλη. Δεξιά, φρένα, δευτέρα, στροφή, ωχ χάλασα το παπούτσι μου… έξοδος, τρίτη-τετάρτη, αριστερή, φρένα, δευτέρα… ωχ… τουλάχιστον χάλασα και το άλλο συμμετρικά, έξοδος τρίτη-τετάρτη…φρένα και δευτέρα… συγχαρητήρια στον μονόδρομο συμπλέκτη, και πάει έτσι για κάνα εικοσάλεπτο. Απόλαυση και ασφάλεια. Δεν το άφηνα να σκάει, δεν πέρναγε τις 4.000 με 5.000 και άλλαζα (τι ωραίος ήχος, ειδικά στα κατεβάσματα). Πρωινή συναυλία από δικύλινδρο L, 800 κυβικών συνοδεία δίκανης Termignoni. Δεν μιλάμε όμως για heavy metal, μιλάμε για Μπαχ!

Το μηχανάκι δεν κούνησε πουθενά δεν γλίστρησε πουθενά, τα MT60 RS είναι για βραβείο Oscar. Οδηγείς σβέλτα και με ασφάλεια με μια μοτοσυκλέτα που έχει 75 άλογα και δεν χρειάζεσαι περισσότερα για να απολαύσεις ένα τέτοιο ορεινό στροφιλίκι. Σίγουρα υπάρχουν ένα κάρο μοτοσυκλέτες που στρίβουν και φρενάρουν καλύτερα, έχουν περισσότερα άλογα και ένα σκασμό ηλεκτρονικά, antispin, antiwheelie, anti, anti, anti… λοιπόν, αντί για όλα αυτά το full throttle έχει ουσία. Είναι μια τόσο ισορροπημένη μοτοσυκλέτα που δεν χρειάζεται να είσαι ο Tadayuki Okada -που τον θυμήθηκα αυτόν…- για να την απολαύσεις. Ο δρόμος είναι καμία σαρανταριά χιλιόμετρα αν και το πολύ ενδιαφέρον κομμάτι έρχεται νωρίς, μόλις αρχίσεις να ανεβαίνεις από τους Μύλους.

Θα έβαζα το Scrambler στη μέση και θα έστηνα τους τουρίστες γύρω γύρω να το χειροκροτούν για την υπέροχη παράσταση που έδωσε στα στροφιλίκια της περιοχής

Φτάνω στον Κάψια τόσο χαρούμενος… ένα γρήγορο πρωινό, καφέ με τον Μάκη και βουρ πάλι πίσω στους Μύλους. Πάλι από τον Κολοσούρτη. Χριστέ μου (μέρες που είναι…). Συνειδητοποίησα ότι μπορώ να είμαι συγκεντρωμένος για 20 λεπτά -χωρίς να κάνω καμιά μα καμία άλλη σκέψη- μόνο όταν οδηγώ σε τέτοιες συνθήκες. Μια μοτοσυκλέτα σε ορεινό στροφιλίκι χωρίς κίνηση ένα ηλιόλουστο πρωινό. Ποτέ άλλοτε.

Πίσω λοιπόν, φαγητό, χαλαρή βόλτα στο Ναύπλιο και η ώρα περνάει και περνάει και περνάει, κι έχει νυχτώσει και νυχτώνει κι άλλο κι εγώ στέκομαι παραδίπλα στην παρκαρισμένη ντουντούκα και παρατηρώ πώς τραβάει τα βλέμματα. Πλησίασε ένα νεαρό ζευγάρι και η κοπέλα ενθουσιάστηκε με το καλλίγραμμο ρεζερβουάρ κι άρχισε να τραβάει φωτογραφίες. Και μετά ένα άλλο ζευγάρι και μετά ένα άλλο… και βλέπω ένα τύπο να μιλάει στη γκόμενά του και φαντάζομαι να της λέει: "α, ρε μωρό μου, να είχα ένα τέτοιο να σε πήγαινα μια βόλτα", γιατί αυτό είναι το Scrambler, αφορμή για βόλτα.

Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Η ώρα είναι 23:51. Οδηγώ παραλιακά. Δεν έχω όρεξη για Ανάσταση και εκκλησία. Κανείς στο δρόμο. Και σε λίγο, από διάφορες μεριές φαίνονται βεγγαλικά στον αέρα. Ανοίγω το γκάζι μέχρι τις 4.000 και κλείνω. Τα σκασίματα της ντουντούκας είναι τα δικά μου βεγγαλικά!

* Ο Μάκης Παπαδημητρίου είναι ένας από τους πλέον ταλαντούχους ηθοποιούς της νέας… κοπής. Πριν αποφασίσει να ασχοληθεί με την δραματική τέχνη, ο Μάκης φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στο τμήμα Φυσικής, αλλά τελικά τον κέρδισε η τέχνη εις βάρος της επιστήμης καθώς αποφοίτησε από την δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Στο ενεργητικό του έχει πολλές επιτυχίες και διακρίσεις στην τηλεόραση, στο θέατρο και στον κινηματογράφο, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το βραβείο Χορν. Είναι ένας από τους ταχύτερους στην Ελλάδα στο να λύνει τον κύβο του Rubik, ενώ το σημαντικότερο στοιχείο στο βιογραφικό του (για εμάς τουλάχιστον…) είναι το ότι ανήκε στην συντακτική ομάδα του περιοδικού πριν από 18 χρόνια!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

QJMOTOR IMBROS 2026 – Το τελευταίο μέρος του ταξιδιού του Κωνσταντίνου Μητσάκη

Περιλαμβάνει και τα σχόλιά του για το QJMOTOR FORT 350 EVO
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

5/2/2026

Στην προηγούμενη ανταπόκριση ο Κωνσταντίνος Μητσάκης είχε περάσει τα Θεοφάνια στην Ίμβρο. Στην συνέχεια ο Έλληνας ταξιδευτής συνάντησε έναν κάτοικο του νησιού και συγκεκριμένα του χωριού Αγρίδια, που λειτουργεί μία ταβέρνα στην οποία κάθε καλοκαίρι γίνονται ελληνικά γλέντια.

Μάλιστα ο μπάρμπα-Γιώργος, όπως ονομάζεται, λέει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ιστορίες και παραβάλουμε τις δηλώσεις του “Το 1965 κτίστηκαν ανοιχτές Αγροτικές Φυλακές κοντά στο χωριό Σχοινούδι και ισοβίτες κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην περιοχή, τρομοκρατώντας τον ελληνικό πληθυσμό. Μέσα σε δύο χρόνια έγιναν 14 φόνοι Ίμβριων Ελλήνων που δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ.

Με αφορμή τα γεγονότα του 1964 στην Κύπρο, οι τουρκικές αρχές έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στην Ίμβρο και απαγόρευσαν την ελληνική γλώσσα. Τον Σεπτέμβριο του 2013, μετά από σχεδόν 50 χρόνια, ξεκίνησε να επαναλειτουργεί το Ελληνικό μειονοτικό Νηπιαγωγείο & Δημοτικό σχολείο στους Αγίους Θεοδώρους, ενώ το 2015 ξανάνοιξε το ελληνικό μειονοτικό Γυμνάσιο & Λύκειο εδώ στα Αγρίδια. Σήμερα φοιτούν συνολικά -από το νηπιαγωγείο ως το λύκειο- 53 μαθητές. Είναι μια χαραμάδα αισιοδοξία για το μέλλον των Ίμβριων Ελλήνων”

Επόμενος σταθμός για τον Κωνσταντίνο Μητσάκη και το QJMOTOR FORT 350 EVO αποτέλεσαν το Σχοινούδι που ήταν το μεγαλύτερο και πλουσιότερο χωριό της Ίμβρου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 φιλοξενούσε περίπου 2.000 κατοίκους. Όμως, οι ανοιχτές αγροτικές φυλακές που κτίστηκαν το 1965 κοντά στο χωριό σηματοδότησαν την αρχή του τέλους για το χωριό, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν σταδιακά το Σχοινούδι, το οποίο ερημώθηκε και μετατράπηκε σε χωριό φάντασμα. Ο Μητσάκης περιπλανήθηκε στο ερημωμένο χωριό, ενώ καθ’ όλη την διάρκεια της παρουσία του στο Σχοινούδι, ένα όχημα της τουρκικής εθνοφυλακής τον επιτηρούσε διακριτικά από απόσταση.

1

Αντίθετα, ο οικισμός των Αγίων Θεοδώρων (Zeytinli) εξακολουθούσε να σφύζει από ζωή και ελληνικότητα και είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους πρόποδες του όρους Καστρί. Έπειτα ο Έλληνας αναβάτης αποχαιρέτησε την Ίμβρο και κινήθηκε προς την ηπειρωτική Τουρκία για την επιστροφή του, δηλώνοντας: “Ευτύχησα να γνωρίσω υπέροχους, καλοσυνάτους ανθρώπους, που συνεχίζουν να αντέχουν στις προκλήσεις του χρόνου και να μιλούν ακόμα ελληνικά.”

Ενδιαφέρον έχουν και τα σχόλια του Μητσάκη όσον αφορά το QJMOTOR FORT 350 EVO, με το οποίο διένυσε 2.500 χιλιόμετρα. Ας δούμε τι αναφέρει:

Με το νέο QJMOTOR FORT 350 EVO, η QJMOTOR πέτυχε τη χρυσή τομή ανάμεσα σε ένα GT scooter και ένα Urban scooter. Συνδυάζοντας την ευελιξία και την πρακτικότητα της πόλης με τη σταθερότητα και την άνεση του ταξιδιού, ο δίτροχος συνοδοιπόρος μου απέδειξε στα 2.500 χλμ. του «QJMOTOR IMBROS 2026» ότι μπορεί να ανταποκριθεί επάξια τόσο στις καθημερινές μετακινήσεις, όσο και στις πολύωρες διαδρομές ενός απαιτητικού οδοιπορικού.

Με 16άρη μπροστινό τροχό και 14άρη πίσω, εργονομική GT σχεδίαση, εμπρός ανάρτηση τηλεσκοπικού πιρουνιού και ιδανική ρύθμιση στα διπλά πίσω αμορτισέρ, το ασημί scooter ταξίδευε με υποδειγματική σταθερότητα και ασφάλεια στα ανοιχτά κομμάτια των αυτοκινητοδρόμων, σε ταχύτητες 110–120 χλμ. Αποδίδοντας 30 ίππους, ο μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος, τετραβάλβιδος κινητήρας του QJMOTOR FORT 350 EVO με ενθουσίασε με την ομαλή, χωρίς κραδασμούς λειτουργία του σε όλο το φάσμα των στροφών, την αποδεδειγμένη αξιοπιστία του (την πρώτη και την τελευταία ημέρα του ταξιδιού έκανα 870 χλμ. αυθημερόν), τη δυνατή επιτάχυνση και τη χαμηλή κατανάλωση, η οποία κυμάνθηκε στα 3,8 λτ/100 χλμ. Το ρεζερβουάρ των 11,7 λίτρων μού έδινε αυτονομία γύρω στα 300 χλμ., ενώ χάρη στο σύστημα Keyless και στο εύκολα προσβάσιμο σημείο του ρεζερβουάρ, η διαδικασία του ανεφοδιασμού αποτελούσε γρήγορη υπόθεση.

Αποτελεσματική ήταν η κάλυψη από τον αέρα και τη βροχή που πρόσφερε η ζελατίνα του QJMOTOR FORT 350 EVO, η οποία ρυθμίζεται ηλεκτρικά με το πάτημα ενός κουμπιού, προσαρμόζοντας εύκολα το ύψος της ανάλογα με τις απαιτήσεις του δρόμου. Ελαφρώς σκυμμένος και με την ζελατίνα στο ψηλότερο σημείο της, είχα ικανοποιητική προστασία από τις σταγόνες της βροχής, κάτι που διαπίστωσα με ανακούφιση στα υγρά χιλιόμετρα της Τουρκίας.  

Η ρυθμιζόμενη ζελατίνα ήταν ένα από τα πολλά χρήσιμα gadgets με τα οποία είναι εφοδιασμένο το FORT 350 EVO: συνδεσιμότητα Bluetooth και δυνατότητες mirroring, σύστημα Keyless, Traction Control, TFT οθόνη 7” με δύο επιλογές εμφάνισης, Full LED φωτισμός και σύστημα TPMS (ενδείξεις πίεσης και θερμοκρασίας ελαστικών) συμπληρώνουν ένα πακέτο που στην πράξη έδινε άμεσες λύσεις στις ταξιδιωτικές μου ανάγκες.  Αισθητή ήταν ωστόσο η απουσία ενός σταθερού-εξωτερικού σημείου για την τοποθέτηση μιας βάσης στήριξης GPS ή κινητού, πράγμα που με υποχρέωσε να καταφύγω σε εναλλακτικές λύσεις.  

Αναφορικά με τη θέση οδήγησης, το μικρό μήκος του τιμονιού ήταν θετικό στοιχείο για οδήγηση σε αστικό περιβάλλον, αποδείχθηκε όμως κουραστικό στο πολύωρο ταξίδι. Σε κάθε στάση (ανά 150-200 χλμ. περίπου), οι ώμοι μου ήταν λίγο “πιασμένοι”, όπως και τα γόνατά μου, αφού άβολη ήταν επίσης και η θέση των ποδιών (δεν μπορούσα να τα απλώσω αρκετά).  Αντίθετα, η σέλα ήταν άνετη επιτρέποντάς μου την πολύωρη οδήγηση δίχως ενοχλήσεις,  αλλά το ύψος της ίσως προβληματίσει αναβάτες με πιο κοντό ανάστημα.

Πάντα σ’ ένα ταξίδι χρειάζομαι χώρο για αποσκευές – αυτό το στοιχείο πρακτικότητας μού το πρόσφερε απλόχερα το QJMOTOR FORT 350 EVO. Ο ευρύχωρος αποθηκευτικός χώρος κάτω από τη σέλα (χωρά δύο full face κράνη) φιλοξένησε μεγάλο μέρος των αποσκευών μου, ενώ επιπλέον δυνατότητες μεταφοράς παρείχε η εργοστασιακή σχάρα. Μικρά αντικείμενα καθημερινής χρήσης (γάντια, καλώδια φόρτισης, γυαλιά κ.λπ.) μπήκαν στο πρακτικό ντουλαπάκι της εσωτερικής ποδιάς. Στο εσωτερικό του βρίσκεται και μια χρήσιμη διπλή θύρα φόρτισης (USB Type-A και Type-C) για φόρτιση συσκευών καθ’ οδόν. Σε δύο περιπτώσεις επαναφόρτισα εν κινήσει την action camera μου (ήταν σχεδόν άδεια η μπαταρία) και έτσι συνέχισα απρόσκοπτα την βιντεοσκόπηση. Και φυσικά, το κινητό μου ήταν συνεχώς συνδεδεμένο και πάντα φορτισμένο.

Για την άμεση ακινητοποίηση του QJMOTOR FORT 350 EVO φρόντιζαν ένας δίσκος 256 χλστ. εμπρός με διπίστονη δαγκάνα και ένας δίσκος 240 χλστ. πίσω. Σε συνδυασμό με το δικάναλο ABS, το ασημί scooter διέθετε ισχυρή και προοδευτική απόδοση πέδησης, στοιχείο που μου ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά σε όλες τις συνθήκες οδήγησης. Τέλος, η δέσμη του διπλού προβολέα πρόσφερε υψηλή ορατότητα και φωτεινότητα, εξασφαλίζοντάς μου αρκετά ξεκούραστη και απροβλημάτιστη οδήγηση στη διάρκεια του νυχτερινού ταξιδιού. Το διαπίστωσα “ιδίοις όμμασι” κατά την επιστροφή μου, και συγκεκριμένα στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα. Οδηγώντας για 510 χλμ. μέσα στη νύχτα, χάρη στην αποτελεσματικότητα των ισχυρών φωτιστικών σωμάτων του QJMOTOR FORT 350 EVO είχα πλήρη ορατότητα τόσο στον αυτοκινητόδρομο, όσο και στους επαρχιακούς άξονες που κινήθηκα λόγω των αγροτικών κινητοποιήσεων.

Η απάντηση στο ερώτημα «Σε ποιον ταιριάζει το QJMOTOR FORT 350 EVO;» ήρθε μετά από 2.500 χλμ. ταξιδιωτικής συμβίωσης σε Ελλάδα και Τουρκία. Θεωρώ πως το νέο scooter της QJMOTOR απευθύνεται στον αναβάτη που θέλει να κάνει τα πάντα, δίχως συμβιβασμούς και ρηχούς προβληματισμούς. Το QJMOTOR FORT 350 EVO ταιριάζει σ’ αυτόν που κινείται καθημερινά μέσα στο κλεινόν άστυ απολαμβάνοντας την ευελιξία και την άνεση ενός Urban scooter, ενώ το σαββατοκύριακο “βάζει πινέζες” στο χάρτη και φεύγει μακριά πάνω στη σέλα μιας μικρομεσαίας ποιοτικής μοτοσυκλέτας…