Η “υπερδύναμη” του DESMO της Ducati και γιατί δεν το χρησιμοποιεί κανείς άλλος

Η πραγματικότητα απέναντι στις θεωρίες
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

29/8/2022

Όποιον κι αν ρωτήσεις στις μέρες μας θα σου πει χωρίς δεύτερη σκέψη πως ο πιο αποδοτικός θάλαμος καύσης για έναν κινητήρα είναι εκείνος που έχει τέσσερις βαλβίδες αντί για δύο. Αρκεί μια γρήγορη ματιά στα τεχνικά χαρακτηριστικά των ισχυρότερων μοτοσυκλετών παραγωγής του κόσμου και θα διαπιστώσεις αμέσως πως όλοι οι τετράχρονοι κινητήρες υψηλής απόδοσης έχουν θαλάμους καύσης με τέσσερις βαλβίδες ανά κύλινδρο. Οι κινητήρες με δύο βαλβίδες ανά κύλινδρο χρησιμοποιούνται πλέον σε μοτοσυκλέτες χαμηλής απόδοσης, όμως ακόμα και σε αυτές τις κατηγορίες που οι επιδόσεις δεν είναι το ζητούμενο, τα τελευταία χρόνια οι κατασκευαστές αρχίζουν να χρησιμοποιούν την “τετράβαλβιδη τεχνολογία” λόγω των διαρκώς αυστηρότερων προδιαγραφών ρύπων, που απαιτούν άριστης ποιότητας καύση.

Μόνο που τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι και για να φτάσουμε ως εδώ πέρασαν πολλά χρόνια αναζήτησης. Για την ακρίβεια, οι τετραβάλιδοι θάλαμοι καύσης στους κινητήρες μοτοσυκλετών, άργησαν ολόκληρες δεκαετίες μέχρι να καθιερωθούν.

Ως γνωστόν, ένας τετράχρονος κινητήρας εσωτερικής καύσης είναι στην πραγματικότητα μια αντλία αέρα. Όσο περισσότερο αέρα μπορεί να ρουφήξει στη μονάδα του χρόνου και όσο περισσότερο αέρα μπορεί να βγάλει από την εξάτμισή του στη μονάδα του χρόνου, τόσο περισσότερη βενζίνη μπορεί να κάψει αποτελεσματικά. Η λέξη “αποτελεσματικά” είναι το ζητούμενο για έναν κινητήρα, διότι μεγάλη κατανάλωση καυσίμου μπορεί να έχει και ένας κινητήρας που δεν βγάζει πολλά άλογα. Από την άλλη μεριά όμως, η ενέργεια βρίσκεται στη βενζίνη, οπότε δεν μπορείς να βγάλεις μεγάλες ιπποδυνάμεις καίγοντας μόνο δύο σταγόνες βενζίνη και τεράστιες ποσότητες αέρα.

Οπότε η βασική αρχή είναι: Περισσότερα κυβικά = περισσότερος αέρας και περισσότερη βενζίνη, οπότε έχουμε και ισχυρότερο κινητήρα.

Αυτή είναι η κοινή βάση και γι΄αυτό οι κατηγορίες στους αγώνες μοτοσυκλέτας έχουν συνήθως όριο στα κυβικά.

Όμως το παιχνίδι της αναζήτησης μεγαλύτερης ιπποδύναμης χωρίς να αυξήσεις τα κυβικά, μπορεί να γίνει πολύ περίπλοκο και αυτή η περιπλοκότητα είναι η μαγεία του σχεδιασμού ενός υψηλής απόδοσης κινητήρα.

Για τις ανθρώπινες αισθήσεις ο αέρας είναι “άυλος” και ασυναίσθητα τον αντιμετωπίζουμε ως κάτι “ανύπαρκτο” στη διαδικασία της καύσης.

Όμως στην πραγματικότητα ο αέρας έχει μάζα, αναπτύσσει ταχύτητα και η καύση της βενζίνης είναι μια χημική διαδικασία που χρειάζεται χρόνο για να ολοκληρωθεί.

Οποιοδήποτε σώμα με μάζα αναπτύσσει ταχύτητα, αυτομάτως αποκτά ορμή και το ίδιο συμβαίνει με τον αέρα.

Το θέμα εδώ είναι πως η ροή του αέρα δεν είναι γραμμική, αλλά τα μόρια του αέρα θα πρέπει να προσαρμοστούν στην παλινδρομική κίνηση του εμβόλου. Κάθε φορά που κλείνει η βαλβίδα εισαγωγής, ο αέρας επιβραδύνει απότομα και λόγω της ορμής που έχουν τα μόριά του, συμπιέζεται πίσω από τη βαλβίδα εισαγωγής.

 

Όσο μεγαλύτερή είναι η ποσότητα του αέρα και όσο υψηλότερη είναι η ταχύτητα που κινείται μέσα στον αυλό εισαγωγής, τόσο πιο “ισχυρή” είναι η συμπίεση των μορίων του πίσω από την βαλβίδα.

 

Ο χρόνος που ο αέρας παραμένει "συμπιεσμένος" πίσω από τη βαλβίδα εισαγωγής είναι συγκεκριμένος (καθορίζεται από τους παράγοντες που θα αναπτύξουμε παρακάτω) και αν η βαλβίδα δεν ανοίξει τη σωστή στιγμή για να μπει συμπιεσμένος αέρας στον θάλαμο καύσης, τότε αρχίζει να αποσυμπιέζεται και χάνεις το πλεονέκτημα της υπερπλήρωσης.

Το μήκος και το σχήμα των αυλών εισαγωγής καθώς και ο χρονισμός του εκκεντροφόρου που καθορίζει την κίνηση της βαλβίδας είναι άκρως σημαντικά.

Η αμερικάνικη Chrysler ασχολήθηκε πολύ πιο σοβαρά απ’ όλους στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60 με την κίνηση του αέρα μέσα στον αυλό εισαγωγής, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον συγχρονισμό στις “μπουκιές” συμπιεσμένου αέρα που δημιουργούνται. Ήταν η πρώτη που σχεδίασε μεγάλου μήκους αυλούς εισαγωγής (σε κάποιους κινητήρες της έφταναν σε μήκος έως και το ένα μέτρο!) και στους πειραματισμούς εκείνων των μηχανικών της Chrysler οφείλουμε σήμερα την ύπαρξη των αυλών μεταβλητού μήκους που έχουν τα περισσότερα superbike μέσα στο φιλτροκούτι τους και όλα τα αυτοκίνητα με ατμοσφαιρικούς κινητήρες υψηλής απόδοσης.

Από τη στιγμή που έχουμε κατανοήσει πόσο σημαντικό είναι το σχήμα, η διατομή και το μήκος του αυλού εισαγωγής για την σωστή τροφοδοσία με μείγμα βενζίνης/αέρα ενός ατμοσφαιρικού κινητήρα, μπορούμε πλέον να κατανοήσουμε καλύτερα και τους λόγους που ο Taglioni ερωτεύτηκε το δεσμοδρομικό σύστημα κίνησης των βαλβίδων, αλλά και γιατί οι τετραβάλβιδοι θάλαμοι καύσης άργησαν σχεδόν 40 χρόνια να καθιερωθούν στους αγώνες μοτοσυκλέτας και έπρεπε να φτάσουμε στη δεκαετία του ’80 για να αποτελέσουν βασικό χαρακτηριστικό κάθε τετράχρονου κινητήρα παραγωγής υψηλής απόδοσης.

 

Όπως είναι εύκολα κατανοητό, οι διβάλβιδοι κινητήρες έχουν δύο ΜΕΓΑΛΕΣ (σε διάμετρο και βάρος) βαλβίδες σε κάθε κύλινδρο, ενώ οι τετραβάλβιδοι έχουν τέσσερεις ΜΙΚΡΕΣ βαλβίδες.

Πίσω τους αναγκαστικά βρίσκονται εντελώς διαφορετικού σχήματος και διατομής αυλοί εισαγωγής, που όπως είπαμε πιο πάνω επηρεάζουν την ποσότητα και την ταχύτητα ροής του μείγματος προς τον θάλαμο καύσης.

Οι τετραβάλβιδοι θάλαμοι καύσης και τα δεσμοδρομικά (DESMO) συστήματα κίνησης των βαλβίδων είχαν δοκιμαστεί στους αγώνες αυτοκινήτου ήδη από το 1910, ενώ η Mercedes-Benz είχε κατασκευάσει κινητήρα Desmo πριν από το 1900.

Παρ’ όλα αυτά, οι τετραβάλβιδοι θάλαμοι καύσης είχαν σαφές πλεονέκτημα ισχύος μόνο σε όσους κινητήρες χρησιμοποιούσαν υπερσυμπιεστή, ενώ στις ατμοφαιρικές εκδόσεις των ίδιων κινητήρων δεν είχαν κανένα πλεονέκτημα ισχύος.

 

Από την άλλη μεριά, τα δεσμοδρομικά συστήματα κίνησης των βαλβίδων που χρησιμοποίησε η Peugeot, η Delage και η Mercedes στα αγωνιστικά αυτοκίνητα τους είχαν τεράστια επιτυχία και εξαιρετική αξιοπιστία στους μεγάλης διάρκειας αγώνες αυτοκινήτων των 1000 μιλίων ή των 24 ωρών της εποχής, όμως σε επίπεδο κινητήρων παραγωγής ήταν εξαιρετικά ακριβοί σε κατασκευή και απίστευτα απαιτητικοί σε συχνές ρυθμίσεις και συντήρηση (όπως δηλαδή είναι οι πνευματικές βαλβίδες στις μέρες μας).

 

Μέχρι τα μέσα του 1950, οι διβάλβιδοι θάλαμοι καύσης ήταν ο κανόνας στους αγωνιστικούς ατμοσφαιρικούς κινητήρες μοτοσυκλετών.

 

Το μοναδικό πρόβλημα που είχαν οι μηχανολόγοι της εποχής με τους διβαλβιδους κινητήρες δεν αφορούσε την απόδοσή τους, αλλά το βάρος των μεγάλων βαλβίδων.

Όσο πιο βαριά είναι η βαλβίδα, τόσο πιο σκληρό ελατήριο πρέπει να χρησιμοποιήσεις για να την κάνεις να ακολουθεί πιστά το “αμύγδαλο” του εκκεντροφόρου.

Τα σκληρά ελατήρια είναι πιο βαριά και καθώς είναι κινούμενα μέρη, αποκτούν ορμή ανάλογη του βάρους και της ταχύτητας κίνησής τους.

Από τη στιγμή που η κίνησή τους είναι παλινδρομική, τα ελατήρια των βαλβίδων εμφανίζουν αδράνεια στις αλλαγές κατεύθυνσης της πορείας τους.

Αυτή η αδράνεια του ελατηρίου είναι σοβαρότατο πρόβλημα όταν προσπαθείς να αυξήσεις την ιπποδύναμη ενός τετράχρονου ατμοσφαιρικού κινητήρα, διότι σε εμποδίζει να αυξήσεις το όριο στροφών του και βάζει όρια στο πόσο “άγριο” χρονισμό εκκεντροφόρου θα χρησιμοποιήσεις.

Η μία λύση είναι να βάλεις σε κάθε βαλβίδα δύο ή τρία μικρότερα/ελαφρύτερα ελατήρια αντί για ένα μεγάλο/σκληρό ώστε να μειώσεις την αδράνεια.

Η άλλη λύση είναι να κάνεις πιο προοδευτική τη ράμπα στο “αμύγδαλο” του εκκεντροφόρου από την μεριά που κλείνει η βαλβίδα, σχεδιάζοντας ένα ασύμμετρο “αμύγδαλο” όπου ανοίγει γρήγορα και απότομα την βαλβίδα, αλλά το κλείσιμό της να γίνεται πιο αργά και προοδευτικά, ώστε η αδράνεια του ελατηρίου και της βαλβίδας να είναι μικρότερη λόγω μειωμένης ταχύτητας αλλαγής πορείας, προλαβαίνοντας να ακολουθήσουν το προφίλ του εκκεντροφόρου χωρίς να χάνουν την επαφή μαζί του.

Μια τρίτη λύση που έφερε τα τελευταία χρόνια η BMW με την S1000RR από την εμπλοκή της στην Formula 1, είναι τα μικρά ενδιάμεσα κοκκοράκια μεταξύ εκκεντροφόρου και βαλβίδας, που επιτρέπει να έχεις μεγάλο βύθισμα και απότομη κίνηση της βαλβίδας χρησιμοποιώντας ομαλότερου προφίλ “αμύγδαλα” στους εκκεντροφόρους. Ενδιάμεσα κοκκοράκια έχουν πλέον η τελευταίες γενιές των Yamaha R1 και Kawasaki ZX-10RR.

Κεφαλή ZX-10RR 2021 με ενδυάμεσα κοκκοράκια

Η αδράνεια των ελατηρίων και των βαλβίδων στις υψηλές στροφές έχει ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ στη μέγιστη απόδοση ενός τετράχρονου κινητήρα.

Η βαλβίδα ΠΡΕΠΕΙ να επιστρέφει στην έδρα της και να σφραγίζει τον θάλαμο καύσης στο σωστό χρόνο. Αν δεν επιστρέψει στη θέση της στο σωστό χρόνο και αν δεν πατήσει σωστά στην έδρα της, τότε έχουμε απώλεια συμπίεσης και η πτώση της ιπποδύναμης είναι δραματική!

Το φαινόμενο του “Valve Floating” δηλαδή όταν η βαλβίδα χοροπηδά πάνω στην έδρα της, λόγω της αδυναμίας του ελατηρίου να ακολουθείσει πιστά το προφίλ του εκκεντροφόρου, είναι ο χειρότερος εχθρός για κάθε κινητήρα υψηλής απόδοσης.

Με δεδομένη τη μεταλλουργία της εποχής του 1960, ο Soihiro Honda έδωσε όλο το βάρος  στους τετραβάλβιδους θαλάμους καύσης στις μοτοσυκλέτες των Grand Prix, καθώς οι μικρότερες/ελαφρύτερες βαλβίδες και ελατήρια σε σχέση με τους διβάλβιδους, μείωναν στο ελάχιστο τις αρνητικές επιπτώσεις της αδράνειας και του επέτρεπαν να σχεδιάσει αξιόπιστους κινητήρες που ανέβαζαν περισσότερες στροφές χωρίς απότομη πτώση της απόδοσής τους.

Αυτό στην θεωρία, διότι στην πράξη οι πρώτοι τετραβάλβιδοι της Honda δεν είχαν στους αγώνες τη δύναμη και την αξιοπιστία των διβάλβιδων αντιπάλων του και η Honda συμμετείχε σε αρκετούς αγώνες έχοντας μία τετραβάλβιδη και μία διβάλιβιση μοτοσυκλέτα ταυτόχρονα. Η αιτία είχε να κάνει με τον προβληματικό σχεδιασμό της συνολικής τροφοδοσίας του θαλάμου καύσης και η κακή ποιότητα καύσης προκαλούσε υπερθερμάνσεις στα έμβολα ρίχνοντας την απόδοση ή καταστρέφοντάς τα. Όταν μετά από δύο χρόνια βρήκε τον τρόπο να διαχειρίζεται σωστά την κίνηση του αέρα στους αυλούς εισαγωγής και τους στροβιλισμούς μέσα στο θάλαμο καύσης, οι τετραβάλβιδοι κινητήρες της Honda κυριάρχησαν στα Grand Prix και το ίδιο έκανε η MV Agusta αργότερα με τους δικούς της τετραβάλιδους αγωνιστικούς κινητήρες. 

Περίπου την ίδια εποχή στην άλλη άκρη της γης από την Ιαπωνία και συγκεκριμένα στην Bologna της Ιταλίας, o κύριος Taglioni σκέφτηκε πως δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό από την αρχή, προσπαθώντας να κάνουμε έναν τετραβάλβιδο θάλαμο καύσης να δουλέψει σωστά. Μπορούμε απλώς να λύσουμε τα προβλήματα της αδράνειας του συστήματος κίνησης των βαλβίδων στους διβάλβιδους θαλάμους καύσης.

Αφού λοιπόν το ελατήριο και η αδράνειά του είναι εκείνο που μας εμποδίζει να αυξήσουμε το όριο στροφών σε έναν διβάλβιδο κινητήρα με μεγάλες βαλβίδες και πολύ “άγριου” χρονισμού εκκεντροφόρους, τότε ας απαλλαγούμε εντελώς από την παρουσία του!

Ανασύροντας την ιδέα της δεσμοδρομικής κίνησης των βαλβίδων, ο Taglioni ανέπτυξε ένα σύστημα με δύο κοκκοράκια (βασισμένο σε εκείνο της Mercedes-Benz που σάρωνε τις νίκες με τα Silver Arrow) όπου το ένα πίεζε την βαλβίδα προς τα κάτω και το άλλο την έσπρωχνε προς τα πάνω, ακολουθώντας με απόλυτη ακρίβεια το προφίλ του εκκεντροφόρου. Αυτό σημαίνει πως οι κινητήρες Desmo έχουν θεωρητικά μηδενική αδράνεια στην κίνηση των βαλβίδων και όταν η βαλβίδα επιστρέφει στην έδρα της δεν χοροπηδάει πάνω της, οπότε δεν υπάρχει καμία απώλεια συμπίεσης στις υψηλές στροφές.

Τα μοντέλα με κινητήρες Desmo της Ducati είχαν πολύ πιο “άγριους” εκκεντροφόρους σε σχέση με τα μοντέλα που δεν είχαν Desmo και χάρη στο απόλυτο σφράγισμα του θαλάμου καύσης έως τον κόφτη, είχαν πολύ παραπάνω δύναμη στις υψηλές στροφές.

Σε συνδυασμό με τον μεγάλο όγκο αέρα στον μεγάλης διατομής αυλό εισαγωγής της διβάλβιδης κεφαλής, οι κινητήρες Desmo της Ducati με τους πολύ “άγριους” εκκεντροφόρους είχαν (και εξακολουθούν να έχουν) εξαιρετική πλήρωση μείγματος προς τον θάλαμο καύσης και άριστη ποιότητα καύσης σε όλο το φάσμα των στροφών.

Αυτό ισχύει τόσο για τους διβάλβιδους Desmo κινητήρες του Taglioni, όσο και για τους τετραβάλβιδους Desmo κινητήρες του Bordi, όπως φυσικά και για τους πολυκύλινδρους Desmo κινητήρες των MotoGP του Sairu.

Για τον περισσότερο κόσμο τα δεσμοδρομικά συστήματα κίνησης των βαλβίδων ανακαλύφθηκαν για να μην “καρφώνουν” βαλβίδες οι κινητήρες στις πολύ υψηλές στροφές και ως ένα βαθμό αυτό είχε μια λογική έως τη δεκαετία του 1960 λόγω της μεταλλουργίας της εποχής. Σήμερα όμως μόνο από κατασκευαστικό σφάλμα ή κακή χρήση/ρύθμιση μπορεί να “καρφώσει” βαλβίδα ένας κινητήρας με συμβατικά ελατήρια επαναφοράς.

Το ερώτημα φυσικά είναι γιατί οι άλλοι κατασκευαστές δεν μπήκαν στον κόπο να ασχοληθούν με τα δεσμοδρομικά συστήματα κίνησης των βαλβίδων και “παιδεύονται” τόσα χρόνια με τα ελατήρια επαναφοράς.

Η απάντηση είναι απλή: Κόστος κατασκευής, δυσκολίες συντήρησης για οχήματα καθημερινής χρήσης (συχνότητα ρυθμίσεων, κόστος αναλώσιμων, ακριβή εργατοώρα εξειδικευμένων μηχανικών). Η ίδια η Ducati εξήγησε με τον καλύτερο τρόπο τους λόγους που δεν έβαλε Desmo στον V4 της Multistrada και όλοι τους έχουν να κάνουν με… τα λεφτά!

Μην ξεχνάμε πως Desmo είχαν μόνο μερικά special μοντέλα της Ducati. Το Desmo έγινε σήμα κατατεθέν της Ducati στα τέλη της δεκαετίας του ’80 επειδή κατασκεύαζε μόνο τον κινητήρα του Pantah για όλα τα μοντέλα της.

Στις μέρες μας, η πλειοψηφία των κατασκευαστών χρησιμοποιεί πνευματικές βαλβίδες για τους κινητήρες της F1 και των MotoGP, καθώς ο αέρας έχει απείρως μικρότερο βάρος και αδράνεια από οποιοδήποτε ελατήριο επαναφοράς. Για τους κινητήρες παραγωγής, η “συμβατική” λύση των ελατηρίων επαναφοράς επαρκεί και με το παραπάνω.

 


 

 

Norton Manx R - H βρετανική superbike για τον δρόμο αποκαλύπτεται - Με πρωτιά στις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις

Πλήρη τεχνικά και λεπτομέρειες - "Μόνο" 206 ίπποι αλλά 13,25 kg.m ροπής! - Έμφαση στην απόδοση σε πραγματικές συνθήκες
Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

7/5/2026

Λίγες ημέρες απομένουν για να οδηγήσουμε εδώ στο ΜΟΤΟ τη νέα Norton Manx R των 1.200 κ.εκ. και η βρετανική εταιρεία μας έδωσε το πράσινο φως για να αποκαλύψουμε τα πλήρη τεχνικά της superbike που φτιάχτηκε με στόχο να ενθουσιάσει τον αναβάτη της πρώτα στον δρόμο και έπειτα στην πίστα.

Πολλά και ενδιαφέροντα ήταν αυτά που διαβάσατε στη συνέντευξη που παραχώρησε ο τεχνικός διευθυντής της Norton, Brian Gillen, στον μόνιμο συνεργάτη του περιοδικού Alan Cathcart, η οποία και δημοσιεύτηκε στο τεύχος #675. Ο Βρετανός άφησε την MV Agusta έπειτα από 17 χρόνια για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της αναγεννημένης βρετανικής εταιρείας στις αρχές του 2024, αλλάζοντας στρατόπεδα έπειτα από το πολύ... στενό μαρκάρισμα που δέχτηκε από τον γενικό διευθυντή της TVS, Sudarshan Venu, στην οποία και ανήκει εδώ και αρκετό καιρό η βρετανική εταιρεία. 

Αυτό που σίγουρα δεν βρήκατε εκεί ήταν τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά της νέας Norton Manx R, με την κουβέντα μεταξύ Cathcart και Gillen να περιστρέφεται, μεταξύ άλλων, και στη συνειδητή επιλογή του CTO της Norton να δώσει έμφαση στην αίσθηση και την απόδοση που προσφέρει ο νέος V4 των 72 μοιρών στον δρόμο, με τα 200 επιπλέον κ.εκ. έναντι των superbike του λίτρου να συνεισφέρουν προς αυτήν την κατεύθυνση, αφού στον δρόμο η τιμή της ροπής, αλλά και το πού εμφανίζεται αυτή παίζουν πολύ πιο σημαντικό ρόλο από τη μέγιστη ισχύ.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Όχι ότι ο 1200άρης V4 υστερεί με τους 203 ίππους που κάνουν την εμφάνισή τους στις 11.500 σ.α.λ., αλλά τα 13,25 χιλιογραμμόμετρα ροπής είναι κορυφαία τιμή με το 75% (σχεδόν 10 kg.m) να κάνει μάλιστα την εμφάνισή του ήδη από τις 5.000, περίπου εκεί που "ξυπνάνε" τα 4κύλινδρα 1000άρια. Οι Βρετανοί κάνουν λόγο για κορυφαία στην κατηγορία των superbikes απόδοση κάτω από τις 10.000 σ.α.λ. και αυτό μένει να το δούμε αφού σε λίγες ημέρες o Φελούκας θα βρεθεί στη σέλα του Manx R, σε μία γνώριμη πλέον πίστα για αυτόν στη Σεβίλλη, εκεί ακριβώς που οδήγησε και το νέο GSX-R1000 στην εξαιρετική δημοσιογραφική παρουσίαση/6ωρο αγώνα που έκανε η ιαπωνική εταιρεία! 

Με την άφιξή του στο Solihull της Αγγλίας, ο Gillen άλλαξε σχεδόν τα πάντα σε σχέση με project που βρήκε να ετοιμάζεται και τώρα η Norton κάνει λόγο για μία μοτοσυκλέτα που χαρακτηρίζεται για την "προσιτή της απόδοση", όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, αλλά και καθημερινή χρηστικότητα. Από μία superbike; Αυτό και αν έχει ενδιαφέρον!

Έχοντας διατηρήσει την περιεχόμενη γωνία, τον κυβισμό και τις διαστάσεις του κυλίνδρου (82x56,8), ο νέος V4 με τον έναν αντικραδασμικό άξονα, δεν έχει άλλη σχέση με το V4SV που υπήρχε πριν. Είναι ελαφρύτερος σε σχέση με αυτόν που ήταν επίσης 1.200 κ.εκ., είναι ισχυρότερος, ενώ καταναλώνει και μικρότερες ποσότητες βενζίνης για να παράξει περισσότερο έργο, με το βάρος του να βρίσκεται στα 73,3 κιλά. Η περιεχόμενη γωνία των 72 μοιρών βρίσκεται μεταξύ των 65 μοιρών του κινητήρα του Aprilia RSV4 και των 90 του με τα χαρακτηριστικά της ανάφλεξης να δίνουν και εδώ "ακανόνιστη" ανάφλεξή όπως και σε έναν V2 90 μοιρών, προς ενίσχυση της μηχανικής πρόσφυσης. Τα σώματα ψεκασμού των εμπρός και των πίσω κυλίνδρων ελέγχονται ανεξάρτητα, κάτι που σύμφωνα με τη Norton βελτιώνει την οδηγισιμότητα στις χαμηλές ταχύτητες, ενώ επιτρέπει και ακριβέστερο έλεγχο στις ποσότητες βενζίνης που καταναλώνονται και δίνει και τη δυνατότητα απενεργοποίησης των πίσω κυλίνδρων όταν ανέβουν οι θερμοκρασίες. Το κιβώτιο είναι φυσικά έξι σχέσεων και μαζί με το quickshifter ο κινητήρας εφοδιάζεται και με σύστημα rev-match που εξισώνει τις στροφές κινητήρα και άξονα κιβωτίου στα κατεβάσματα.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Πλαίσιο για πραγματικές συνθήκες
Η Norton ισχυρίζεται ότι το πλαίσιο της μοτοσυκλέτας που αποτελείται από χυτά τμήματα σχεδιάστηκε με στόχο να προσφέρει την αίσθηση που ψάχνει ένας αναβάτης σε δημόσιο δρόμο και όχι σε ακραία οδήγηση σε περιβάλλον πίστας. Με δεδομένο ότι οι αναβάτες που μπορούν να οδηγήσουν στο όριο μια σύγχρονη superbike σε πίστα είναι μετρημένοι στα δάκτυλα, η απόφαση των Βρετανών μοιάζει σωστή και όπως λένε και οι ίδιοι είναι σύμφωνη και με την αγωνιστική κληρονομιά από τα κατορθώματά τους στο Isle of Man TT.

Το αλουμινένιο πλαίσιο του Manx R είναι δύο δοκών και αποτελείται από πέντε χυτά τμήματα που έχουν κολληθεί μεταξύ τους και έπειτα έχουν κατεργαστεί σε CNC ως ενιαίο σύνολο. Οι δοκοί συνοδεύουν απευθείας τον λαιμό με τη βάση του μονόμπρατσου ψαλιδιού, ενώ η τελική κατεργασία σε CNC δίνει τη δυνατότητα στη Norton για ακόμη πιο ακριβή έλεγχο των προβλεπόμενων στρεβλώσεων του πλαισίου που απαιτούνται ώστε ο αναβάτης να έχει τη σωστή αίσθηση για το επίπεδο πρόσφυσης στα δύο άκρα της μοτοσυκλέτας, "σε τυπικές ταχύτητες δρόμου", σύμφωνα με τους Βρετανούς. Για τα δεδομένα των κορυφαίων superbike το βάρος βρίσκεται σχετικά ψηλά στα 210 κιλά χωρίς υγρά, όμως η γεωμετρία της μοτοσυκλέτας είναι σύμφωνη με την κατηγορία με το μεταξόνιο στα 1.435 χλστ., την κάστερ στις 24,1 μοίρες και το ίχνος στα 94,5 χλστ. Η χωρητικότητα του ρεζερβουάρ βρίσκεται στα 14,5 λίτρα και η απόσταση από το έδαφος είναι 133 χλστ.

To Manx R έχει και τις πιο προηγμένες αναρτήσεις που έχουν τοποθετηθεί ποτέ σε Norton, οι οποίες εξελίχθηκαν σε συνεργασία με τη Marzocchi και είναι πλήρως ρυθμιζόμενες και προσαρμοσμένες στο βρετανικό superbike. Στη βασική έκδοση το ανεστραμμένο 45άρι πιρούνι και το αμορτισέρ της ιταλικής εταιρείας ρυθμίζονται με το χέρι, ενώ στις υπόλοιπες ηλεκτρικά με τις αποσβέσεις να ελέγχονται ηλεκτρονικά σε πραγματικό χρόνο αφού έχουν ενσωματωθεί γραμμικά ποτενσιόμετρα με ανεξάρτητη λειτουργία για τα δύο άκρα. Η τεχνολογία κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της σε superbike δρόμου, με έλεγχο της ταχύτητας συμπίεσης και επαναφοράς κάθε τρία χιλιοστά του δευτερολέπτου. Στις εκδόσεις με την ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ανάρτηση έχουμε επίσης επίστρωση DLC στο πιρούνι για περαιτέρω μείωση των τριβών. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του τέσσερα προγράμματα λειτουργίας που αλλάζουν τα χαρακτηριστικά απόδοσης των αναρτήσεων ακόμη και εν κινήσει, ενώ τόσο το πιρούνι όσο και το αμορτισέρ ελέγχονται και κατά τη δυνατή επιβράδυνση/επιτάχυνση προσφέροντας χαρακτηριστικά αντιβύθισης.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026

Φρένα και τροχοί
Στον τομέα των φρένων η Norton επέλεξε επίσης από το πάνω ράφι τοποθετώντας τις ακτινικής τοποθέτησης αλουμινένιες δαγκάνες Brembo Hypure που συνεργάζονται με δίσκους 320 χλστ. Πίσω έχει τοποθετηθεί δίσκος 245 χλστ., ενώ στους τροχούς οι Βρετανοί έδωσαν μεγάλη προσοχή στη μείωση της μη αναρτώμενης μάζας και επέλεξαν τους ανθρακονημάτινους  Bullet Pro της Rotobox. Οι carbon τροχοί ντύνονται με Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4.

Ηλεκτρονικό οπλοστάσιο
Η Bosch ήταν αυτή που ανέλαβε να προσαρμόσει τα ηλεκτρονικά της βοηθήματα στο Manx R έχοντας στο επίκεντρο την έξι αξόνων IMU 10.3ME. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του έλεγχο φρένου κινητήρα Drag Torque Control, ρυθμιζόμενα Cornering ABS και Traction Control, σύστημα ελέγχου σούζας Total Wheelie Control (όχι ανύψωσης τροχού!), σύστημα ελέγχου ανύψωσης πίσω τροχού, σύστημα ελέγχου πλαγιολίσθησης πίσω τροχού Rear Slide Control, ηλεκτρονικά συνδυασμένη πέδηση, σύστημα συγκράτησης φρένων σε ανηφόρα/κατηφόρα Vehicle Hold Control, Launch Control και ενεργό cruise control που προσαρμόζει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας στις στροφές! Όλα τα συστήματα ελέγχονται από TFT οθόνη αφής οχτώ ιντσών με Bluetooth, η οποία ενσωματώνει και λογισμικό για έλεγχο GoPro, εκτός από συνδεσιμότητα με κινητό. Τα προγράμματα λειτουργίας είναι τρία Rain, Road και Sport, συν δύο ακόμη για χρήση σε πίστα, τα οποία και μπορεί να εξατομικεύσει ο αναβάτης. Στον εξοπλισμό περιλαμβάνονται επίσης keyless σύστημα ενεργοποίησης/εκκίνησης, όπως και σύστημα που επιτρέπει την απομακρυσμένη απενεργοποίηση της μοτοσυκλέτας σε περίπτωση κλοπής, το οποίο στέλνει και μηνύματα στο κινητό.

Η βρετανική superbike θα είναι διαθέσιμη σε τέσσερεις εκδόσεις Manx R, Manx R Apex, Manx R Signature και Manx R First Edition, με την τιμή για τη βασική έκδοση στην Ευρώπη να ξεκινά από τα 23.250 ευρώ και για την έκδοση με τις ηλεκτρονικά ελεγχόμενες αναρτήσεις να βρίσκεται στα 29.750 ευρώ. H  Norton θα έρθει στην ελληνική αγορά από τη MUVUS, από την οποία αναμένουμε να μάθουμε και τις τιμές της μοτοσυκλέτας στην ελληνική αγορά.

Norton Manx R πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά 2026