ΕΤΤ: Όλες οι μοτοσυκλέτες ακριβότερες στην Ελλάδα και με μικρότερο κέρδος

Τεράστια η διαφορά στα μεγαλύτερα κυβικά
ΕΤΤ: Όλες οι μοτοσυκλέτες ακριβότερες στην Ελλάδα και με μικρότερο κέρδος
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

7/7/2026

Είναι συγκλονιστικό πως μία μεγάλη μερίδα του κοινού εξακολουθεί να αγνοεί το γεγονός πως η Πολιτεία χρεώνει ένα σημαντικό ποσοστό πρόσθετου φόρου που καμία άλλη χώρα της Ε.Ε. δεν επιβάλλει, επιβαρύνοντας σημαντικά την αγορά ενός νέου οχήματος.

Είμαστε η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό δίκυκλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τεράστια μάλιστα διαφορά από Ιταλία και Ισπανία, τις χώρες που ακολουθούν σε ποσοστό ανά 1.000 κατοίκους, έχουμε σημαντικά χειρότερους δρόμους και άρα μεγαλύτερη ανάγκη για μοτοσυκλέτες καλύτερης ενεργητικής ασφάλειας και όμως κάθε αγορά νέας μοτοσυκλέτας επιβαρύνεται κατά μέσο όρο με 12% εδώ και πολλά χρόνια!

Η εικόνα αυτή υπήρξε χειρότερη πριν από μία εικοσαετία, όταν ο ξεσηκωμός για το ΕΤΤ ήταν μεγαλύτερος και εντάθηκε η δυσαρέσκεια τα επόμενα χρόνια όταν έγινε προσπάθεια στροφής προς τα 125 κυβικά. Για αυτό και είδαμε μία μείωση 2-3% στα δημοφιλή κυβικά και μηδενισμό στα έως 125. Αυτή την στιγμή όμως παραμένει ιδιαίτερα υψηλό το τίμημα το οποίο διαμορφώνεται ως εξής:
 

Κυβικά (cc)

Παλιό ΕΤΤ

Σημερινό ΕΤΤ

Έως 125

2%

0%

126 - 249

3%

2%

250 - 900

9%

7%

901 - 1400

15%

12%

1401 - 1600

18%

14%

1601 - 1800

22%

17%

Άνω των 1800

32%

25%


Το Ειδικό Τέλος Ταξινόμησης προσαρμόζεται με τα κυβικά και αποτελεί ποσοστό βάση της αξίας της μοτοσυκλέτας. Οπότε όταν μία μοτοσυκλέτα 1.000 κυβικών που κοστίζει 13.000 εισέρχεται στην Ελλάδα, αυτομάτως η τιμή της αναπροσαρμόζεται στα 14.560, αυξημένη κατά 12%.
Από εκεί και πέρα η διαφορά με έξω συνεχίζεται καθώς η χώρα μας έχει έναν από τους μεγαλύτερους συντελεστές ΦΠΑ, ενώ αυξημένο είναι το μεταφορικό κόστος, μιας και τα καύσιμά μας είναι ακριβότερα, όπως αυξημένο είναι γενικότερα το κόστος διαχείρισης των μεταφορών.

Παρά το αυξημένο κόστος εισαγωγής, η Ελλάδα παρουσιάζει αρκετές περιπτώσεις όπου οι τιμές είναι ίδιες, ορισμένες φορές και κατώτερες άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό απλά σημαίνει πως η εκάστοτε αντιπροσωπεία στην Ελλάδα λειτουργεί με μικρότερο κέρδος και ο λόγος που το κάνει αυτό είναι ο αυξημένος ανταγωνισμός. Συνήθως αυτό θα το δει κανείς σε μοτοσυκλέτες από 250 έως 900 κυβικά, καθώς το ποσοστό από εκεί και πάνω είναι ιδιαίτερα μεγάλο για να το απορροφήσει.

Βασικός τομέας επίσης που απορροφά το ΕΕΤ, και έχει επιβάλλει και στους υπόλοιπους να το πράξουν αυτό, είναι οι νεοεισερχόμενες εταιρείες από την Κίνα που σε πολλές περιπτώσεις έχουν δεσμευτεί στους κατασκευαστές κατά την ανάληψη της αντιπροσώπευσης να πιάσουν γρήγορα ένα μερίδιο της αγοράς που απέχει από την λογική πρόβλεψη, με βάση τα δεδομένα της κατηγορίας-στόχευσης. Εκτός και αν τα δεδομένα αυτά αλλάξουν πορεία. Για αυτό και χαμηλώνουν την τιμή όσο περισσότερο γίνεται ώστε να αποτελεί ένα δέλεαρ ακόμη και για εκείνον που αμφιταλαντευόταν για αγορά γενικά και όχι απλά ανάμεσα σε 2-3 μοντέλα. Μία τέτοια πρακτική χρησιμοποιείται ακόμη και για δημιουργία στραγγαλισμού προς εκείνους που έχουν μικρότερη ευρωστία, από τους εισαγωγείς με μεγαλύτερα οικονομικά αποθέματα που επιλέγουν την μείωση σε συγκεκριμένα πάντα μοντέλα, για να αναγκάσουν τον βασικό ανταγωνιστή να κατεβάσει τιμές και να έχει μικρότερη κερδοφορία. Προς το παρόν αυτό λειτουργεί μόνο θετικά προς τον υποψήφιο αγοραστή. Μακροπρόθεσμα θα έχει συνέπειες διότι αντίστοιχα συμπιέζονται και τα ποσοστά των καταστημάτων που στηρίζονται ολοένα και περισσότερο στην παροχή πρόσθετων υπηρεσιών για την επιβίωσή τους και όχι στην πώληση, πλην λίγων και συγκεκριμένων περιπτώσεων με τεράστιο αριθμό μηνιαίων διελεύσεων.

Αυτός ο πόλεμος τιμών θα γινόταν όμως έτσι και αλλιώς, απλά θα μπορούσε να γίνει με καλύτερους όρους για όλη την αλυσίδα, αν δεν υπήρχε μία επιπρόσθετη φορολογία πάνω από το ήδη υψηλό ΦΠΑ.

Ας είναι επίσης ξεκάθαρο προς τον αναγνώστη, πως θεωρούμε απίθανο ο μηδενισμός του ΕΤΤ στις μοτοσυκλέτες να επέστρεφε ακέραιος στην τελική τιμή λιανικής. Όπως ακριβώς έγινε και με την μείωση του ΦΠΑ στα κράνη ένα ποσοστό αυτής της μείωσης θα πήγαινε στο κέρδος είτε του εισαγωγέα, είτε ακόμη καλύτερα στο κατάστημα που πραγματοποιεί την τελική πώληση και που λειτουργεί ορισμένες φορές με μονοψήφια ποσοστά. Σε μία πώληση ακριβής μοτοσυκλέτας το ποσοστό αυτό δεν είναι ευκαταφρόνητο αλλά στα βασικά μοντέλα της ελληνικής αγοράς το ποσοστό από μία πώληση πολλές φορές δεν καλύπτει τον χρόνο που χρειάστηκε για να γίνει η πώληση.

Από τους παραδοσιακούς παίκτες της αγοράς, κάποιοι έχουν πάρει την απόφαση να απαντήσουν επιθετικά στην επίθεση των νεοεισερχόμενων εταιρειών αναλόγως κατηγορίας κυβισμού και ύψος ανταγωνισμού.

Όπως είναι λογικό στα μεσαία κυβικά όπου το ΕΤΤ φτάνει στο 7% παρατηρούνται οι περισσότερες εξισώσεις με τους τιμοκαταλόγους του εξωτερικού, όχι μόνο γιατί είναι πιο εύκολο να διαχειριστεί κανείς το ποσοστό αυτό, αλλά γιατί και ο ανταγωνισμός σε αυτά τα κυβικά είναι πολύ ισχυρότερος.

Ένα καλό παράδειγμα είναι τα Yamaha Tracer 7 και Tracer 9 που έχουν το ίδιο ποσοστό ΕΤΤ στο 7% καθώς το Tracer 9 φτάνει οριακά στον κυβισμό της επόμενης κλίμακας χωρίς όμως να το ξεπερνά. Η Yamaha μείωσε την τιμή στα Tracer 7 για να πιάσει τον ανταγωνισμό και μαζί πιάνει και την υπόλοιπη Ευρώπη, περισσότερο από ότι στο Tracer 9. Συνολικά είναι από εκείνους που απαντούν επιθετικά με όφελος προς τον αγοραστή, όπως θα δούμε πως κάνει και η Suzuki σε αντίθεση με αυτό που κάνει η Honda.

Οπότε το Yamaha Tracer 7 στο οποίο η Yamaha γενικά έχει προσπαθήσει να κινείται σταθερά κάτω από το ψυχολογικό όριο των 10.000€ στις χώρες του Νότου όπου ο ανταγωνισμός είναι ισχυρότερος και η εξάπλωση των κινέζων μεγαλύτερη οι τιμές διαμορφώνονται ως εξής:

  • Ισπανία: 9.999 €
  • Ιταλία: 9.999 €
  • Γαλλία: 10.290 €
  • Ελλάδα: 9.990 € (Σημείωση: Η αρχική τιμή ήταν 10.290€, όμως η ελληνική αντιπροσωπεία τρέχει μειωμένο τιμοκατάλογο/προσφορά στα 9.990€).

Στο Yamaha Tracer 9 βλέπουμε πως η απόσταση μεγαλώνει, αλλά συνολικά δεν έχει μεταφερθεί όλο το ποσοστό του συνόλου των πρόσθετων φόρων στον τελικό αγοραστή και μέρος αυτού έχει απορροφηθεί.

  • Ισπανία: 11.849 €
  • Ιταλία: 12.199 €
  • Γαλλία: 12.499 €
  • Ελλάδα: 12.990 €

Το Suzuki V-Strom 800 είναι επίσης ένα καλό παράδειγμα γιατί η Suzuki είναι από τις εταιρείες που κατά παράδοση βοηθούν λιγότερο τους εισαγωγείς, συγκριτικά με τους υπόλοιπους τρεις της Ιαπωνίας, ενώ δεν έχουν και γραφείο Ευρώπης που να συντονίζει το marketing και τις αγορές, με Ευρωπαϊκά στελέχη που να ζουν εδώ και να έχουν αμεσότητα στην γενική εικόνα. Οι τιμές στα αντίστοιχα παραδείγματα είναι:

  • Ιταλία                   8.890€               Η φθηνότερη της Ευρώπης
  • Ισπανία               8.999€                Εκδοση V-Strom 800 "Tech"
  • Γαλλία                  9.799€               Αρχικά πάνω από 10.500€
  • Ελλάδα               9.895€                Μειωμένη τιμή από τα 10.595€

Αυτό σημαίνει πως στην Ελλάδα η πώληση του V-Strom αφήνει μικρότερο κέρδος από ότι στην Γαλλία ενώ η διαφορά τιμής με Ισπανία και Ιταλία πηγαίνει σε πρόσθετους φόρους.

Η αντιπροσωπεία της Honda κάνει μικρότερη προσπάθεια από τους υπόλοιπους Ιάπωνες να απορροφήσει την πρόσθετη φορολογία, αλλά ψαλιδίζει και αυτή το ποσοστό κέρδους συγκριτικά με τις θυγατρικές της Honda στις υπόλοιπες αγορές του παραδείγματος. Το νέο CB1000GT διαμορφώνεται ως εξής:

  • Ιταλία                  14.290€                           
  • Ισπανία               14.990€            
  • Γαλλία                 15.290€                           
  • Ελλάδα               15.990€                           

Παρότι έχει μειωμένο ανταγωνισμό ως μοντέλο και υψηλό ποσοστό ΕΤΤ που στην συγκεκριμένη περίπτωση σκαρφαλώνει στο 12% όταν στο Tracer9 είναι στο 7%, αντίστοιχη διαφορά υπάρχει και στο Transalp 750 του 7% ΕΤΤ:

  • Γαλλία                10.350€
  • Ιταλία                  10.790€                           
  • Ισπανία               10.900€            
  • Ελλάδα               11.500€

Ένα παράδειγμα που εμπίπτει σε όσα λέγαμε αρχικά για επιθετική πολιτική είναι το Kove 800X Rally που στην Ελλάδα κοστίζει 8.195€ χωρίς τα έξοδα για την έκδοση πινακίδας, αλλά στην Ιταλία ανεβαίνει στα 10.290€ σε κατάσταση προσφοράς και στην Ισπανία 10.700€!

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως ο εξαιρετικά έντονος ανταγωνισμός που υπάρχει αυτή την στιγμή στην Ελληνική αγορά δημιουργεί ευκαιρίες παρόλο που ισχύει εδώ ένα πολύ διαφορετικό φορολογικό πλαίσιο και στο τέλος μπερδεύει εκείνον που προσπαθεί να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβαίνει με το Ειδικό Τέλος Ταξινόμησης, το οποίο εκτός από κυμαινόμενο με βάση τα κυβικά, κάποιες φορές απορροφάται αλλά τις περισσότερες μετακυλίεται στον τελικό ιδιοκτήτη.

Στα σκούτερ έως 125 κυβικά δεν υπάρχει επιβάρυνση ενώ είναι πολύ μικρή και έως τα 250 κυβικά, μόλις 2%. Σκαρφαλώνει όμως αμέσως στο 7% και γίνεται πολύ υψηλό, αντίστοιχα με το κέρδος της αντιπροσωπείας από τα 901 κυβικά και πάνω, ενώ ελάχιστα είναι τα παραδείγματα όπου λόγω κυβισμού η επιβάρυνση φτάνει το 17% ή σκαρφαλώνει και παραπάνω στο 25% όπως για παράδειγμα στο Rocket III της Triumph.

Ας μην ξεχνάμε πως το Ειδικό Τέλος Ταξινόμησης αποτελεί σημείο τριβής της Πολιτείας με την Ε.Ε. γιατί η επιβολή του έχει χαρακτηριστεί παράνομη στις μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες.

Αυτή την στιγμή ισχύει ο εξής πίνακας για τις μεταχειρισμένες:
 

Ηλικία Μοτοσυκλέτας

Ποσοστό Απομείωσης Αξίας

Από 1 έως 2 έτη

14%

Άνω των 2 έως 3 έτη

21%

Άνω των 3 έως 4 έτη

25%

Άνω των 4 έως 5 έτη

32%

Άνω των 5 έως 6 έτη

35%

Άνω των 6 έως 7 έτη

39%

Άνω των 7 έως 8 έτη

42%

Πάνω από 8 έτη

46%

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εξαντλήσει τα περιθώρια προειδοποιήσεων στην Ελλάδα με επισημάνσεις το 2021, το 2023 και έπειτα το 2024.

Έχει ήδη περάσει η τελευταία διετία και πλέον η υπόθεση έχει εισαχθεί στο Δικαστήριο.

Η Ελλάδα αναμένεται να καταδικαστεί, θα είναι μία έκπληξη αν δεν συμβεί αυτό, και τότε θα επιβληθούν βαριές οικονομικές κυρώσεις για την συνέχιση της πρακτικής.

Κύκλοι της Ε.Ε. επισημαίνουν πως το πρόστιμο θα έχει την λογική να ξεπερνά το κέρδος της Πολιτείας από την επιβολή του ΕΤΤ, για να μην συνεχίσει να συμφέρει να πληρώνει την διαφορά.

Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να σταματήσει η επιβολή του στην εισαγωγή μεταχειρισμένων, αλλά δεν υποχρεώνει η ΕΕ να εκμηδενιστεί και από τα καινούρια οχήματα.

Η ΕΕ θα έμπαινε στην διαδικασία να επιβάλλει την διακοπή του ΕΤΤ και από τα καινούρια, όχι μόνο από τα μεταχειρισμένα, μονάχα στην περίπτωση που θα υπήρχε Made in Greece μοτοσυκλέτα. Διότι σε εκείνη δεν θα επιβαλλόταν ΕΤΤ στα Τελωνεία από την στιγμή που θα έφευγε προς τα καταστήματα απευθείας από το εργοστάσιο και θα δημιουργούσε έτσι αθέμιτο ανταγωνισμό.

Στην Ελλάδα υπάρχει πλέον Made in Greece, το Noos που είναι όμως αμιγώς ηλεκτρικό και καθώς δεν επιβάλλεται ΕΤΤ στις ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες και σκούτερ, δεν λειτουργεί ως το παραθυράκι για να επιβάλλει η Ε.Ε. τον επιθυμητό εκμηδενισμό.

Υπάρχει ακριβώς ΜΗΔΕΝ ελπίδα να αφαιρέσει το ΕΤΤ ο Κυριάκος Πιερρακάκης που έχει αναλάβει Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, από τα νέα οχήματα, μόλις ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ αφαιρεθεί από τα μεταχειρισμένα.

Ωστόσο, σταδιακά η πίεση που θα ασκηθεί στην αγορά από την διαφορά μεταξύ εισαγόμενων μεταχειρισμένων και νέων, θα μεταφερθεί και στο δικό του Υπουργείο ζητώντας την λήψη μέτρων για να μπορέσουν οι τιμές να μειωθούν. Ήδη το Υπουργείο εισπράττει περισσότερα από άλλες χώρες μέσω του υψηλότερου συντελεστή ΦΠΑ, ας περιορίσει την όρεξή του σε αυτό αφαιρώντας το ΕΤΤ.

Vincent Black Lightning S

Η μοτοσυκλέτα της "επιστροφής"
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

18/8/2017

Διχασμένη προσωπικότητα

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια εταιρεία που την έλεγαν Vincent και έφτιαχνε τα πιο γρήγορα και κακά μηχανάκια της εποχής, κάποτε όμως έκλεισε και με τον καιρό όλα τα Vincent εξαφανίστηκαν από τους δρόμους. Ώσπου, μια μέρα, εμφανίστηκε κάποιος που τον αποκαλούσαν Μεσσία, το όνομα του ήταν Li, Bernard Li, και επί δέκα ολόκληρα χρόνια κόπιασε με τους συνεργάτες του για να φτιάξουν τέσσερα ολοκαίνουργια, γυαλιστερά Vincent

Πριν από σχεδόν τρίαντα χρόνια η Triumph επέστρεψε στο Meriden, πολύ κοντά στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε, χάρη στα εκατομμύρια του John Bloor. Στη συνέχεια ακολούθησε η Norton, τώρα στα πρόθυρα πλήρους αναβίωσης στο Oregon του Portland στην Αμερική, 8.000 μίλια μακριά από το Birmingham όπου δημιουργήθηκε. Τουλάχιστον, κράτησαν την ίδια αρχιτεκτονική στους αερόψυκτους δικύλινδρους εν σειρά κινητήρες. Σειρά έχει η Vincent, η τελευταία από το τρίο των αναγεννημένων βρετανικών βιομηχανιών, εφόσον ο Li συνεχίσει την προσπάθειά του. Όπως η Norton, έτσι και η Vincent είναι έτοιμη να περάσει στη απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, στην πόλη της μοτοσυκλέτας, το Detroit.

4 x Vincent

Για την αναβίωση της Vincent, ο Li μιμήθηκε την ιταλική Mondial, εξελίσσοντας μια σειρά από τέσσερα διαφορετικά μοντέλα, όλα βασισμένα στον V2 κινητήρα της Honda από το SP1, στα οποία θα επικεντρωθούν αρχικά οι πωλήσεις. Κατάφερε να πείσει την ιαπωνική εταιρεία με την περιβόητη λιγομίλητη διοίκηση να του πουλήσει τους κινητήρες της, το οποίο από μόνο του αποτελεί μεγάλη επιτυχία για τον ίδιο. Το γεγονός όμως ότι είχε τέσσερις διαφορετικά ολοκληρωμένες μοτοσυκλέτες να εξελίσσονται, κατασκευασμένες στο Detroit από τους ειδικούς του R&D τμήματος της Rough Engineering, υπογραμμίζει την οικονομική δέσμευση του Li για το project – όπως και τα μεγάλα κεφάλαια που θα πρέπει να διαθέτει συνεχώς.

Αυτά τα τέσσερα διαφορετικά πρωτότυπα της Vincent είναι συνήθως αραγμένα στο γκαράζ του Barney Li, και το Black Lightning S, ντυμένο με ανθρακόνημα, αποτελεί τη ναυαρχίδα τους. Στην άλλη άκρη βρίσκονται το γυμνό Black Shadow, με ακτινωτές ζάντες, και το Black Lightning, ST με εξοπλισμό ταξιδιού και μπαγκαζιέρα. Θα έπρεπε να ονομαστεί Black Prince, αλλά δεν έχω άδεια για τη χρήση αυτού του ονόματος προς το παρόν, ανέφερε συλλογισμένα ο Barney. To τελευταίο από τα τέσσερα μοντέλα είναι το πιο αμφισβητούμενο, αλλά πιθανότατα θα αποτελέσει και το πιο προσοδοφόρο για τους Αμερικάνους αντιπροσώπους της Vincent: το cruiser Black Eagle ουσιαστικά αποτελεί την αμερικάνικη προσέγγιση στο πώς θα ήταν μια Harley-Davidson εάν είχε ζητηθεί από τον Philip Vincent να κατασκευάσει μία…

Και οι τέσσερις μοτοσυκλέτες μοιράζονται το ίδιο, πανέμορφα συγκολλημένο, αλουμινένιο πλαίσιο, με σωληνωτές βάσεις κινητήρα, σχεδιασμένο στο New Mexico από τον Αμερικανό James Parker, ο οποίος σχεδίασε όλα τα μοντέλα αφότου ανέλαβε ο Li. Ο Barney δεν μας επέτρεψε να φωτογραφίσουμε τα υπόλοιπα Vincent όταν τον επισκεφτήκαμε στο San Diego, και δικαιολογημένα, αφού ήθελε να καθυστερήσει την εμφάνισή τους ώσπου να μπουν στην παραγωγή. Και στα τέσσερα έχει δοθεί έμφαση στη λεπτομέρεια, με αποτέλεσμα κανένα να μη μοιάζει με τα υπόλοιπα. Οπωσδήποτε φέρουν όλα εμφανή τη σφραγίδα των Vincent, αφού και ο οκταβάλβιδος V2 90ο κινητήρας της Honda με τα δύο πλαϊνά ψυγεία δεν έχει μεγάλη διαφορά εμφανισιακά από του μεγαλοφυούς αερόψυκτου V2 500 που είχε σχεδιάσει ο ίδιος ο Vincent πριν από μισό αιώνα.

Ουτοπική απόδοση

Αντιλαμβάνομαι καλύτερα πια, ως πρώην ιδιοκτήτης ενός Vincent, ότι όλα άρχισαν να βελτιώνονται την ημέρα που το πούλησα, τη μοναδική φορά που κατάφερα να το βάλω μπρος με την πρώτη μανιβελιά, όταν ο τύπος που θα το αγόραζε ήρθε να το ελέγξει. Αλληλούια!!! Το V2 Rapid, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ήταν πραγματικά γρήγορο, αλλά ήταν επίσης και ιδιότροπο, λόγω της περίεργης λειτουργίας των Girdraulic Vincent πιρουνιών και του αμορτισέρ, ο σχεδιασμός των οποίων ωστόσο δεν ήταν στην πραγματικότητα διαφορετικός από των σημερινών Fior, SaxTrak, Hossak και BMW Telelever, που απλώς αποτελούν μια σύγχρονη, σωστά κατασκευασμένη εκδοχή εκείνων. Το δικό μου Vincent όμως συνέχιζε να προβάλλει προκλητικά την πίστη του στην παράδοση επιδεικνύοντας μια απόδοση ανάλογη με της οικογένειας των V2 που έβγαζε το εργοστάσιο του Stevenage τω καιρώ εκείνω.

Καβαλώντας το Black Lighting S που παρουσιάστηκε από τον Barney Li και πιέζοντας το μπουτόν της μίζας, γίνεται σαφές πόσο διαφορετική είναι η σύγχρονη Vinnie. Σε αντίθεση με την αυθεντική σκυφτή θέση οδήγησης, το σύγχρονο μοντέλο έχει ωραία αίσθηση, όρθια θέση οδήγησης και μαρσπιέ τοποθετημένα χαμηλά και μπροστά – και αυτό στη σπορ έκδοση, όπου επιλέχθηκε μονόσελο από superbike (μολονότι το κάλυμμα της ουράς μπορεί να αφαιρεθεί). Ο Li εξηγεί ότι η συγκεκριμένη επιλογή, όπως και αυτή της γεωμετρίας του πλαισίου, είχε σκοπό να ελκύσει ανθρώπους της ηλικίας του. Ήθελα κάτι άνετο, να έχεις την αίσθηση ότι κάθεσαι σε κάτι συμπαγές, να είναι σαφές στους χειρισμούς του και να μην είναι υπερβολικά γρήγορο, ανέφερε. Με συμπεριφορά sportbike αλλά αίσθηση cruiser, η μοτοσυκλέτα αυτή έχει πραγματικά διχασμένη προσωπικότητα.

Μακρύ Όχημα

Αυτό είναι αποτέλεσμα του μεγάλου μεταξονίου, 1.588mm, ανάλογο με του Ducati 750SS Imola, που ήταν εκπληκτικά σταθερό. Το Black Lighting S είναι εξίσου σταθερό, μεταφέροντάς σου αίσθηση ασφάλειας στις μεγάλες ταχύτητες, ενώ και στην πόλη, όπου οι ανωμαλίες είναι πολλές, μένει ανεπηρέαστο χάρη στο χαμηλό κέντρο βάρους και τη σωστή λειτουργία της ανάρτησής του. Αν παρασυρθείς λίγο παραπάνω και αρχίσεις να κινείσαι γρήγορα, θα πρέπει να είσαι προσεκτικός στις μεγάλες κλίσεις, όπου η απόσταση από το έδαφος γίνεται οριακή, με αποτέλεσμα να ξύνουν εύκολα στην άσφαλτο τόσο τα μαρσπιέ όσο και οι εξατμίσεις στη δεξιά του πλευρά. Το Black Lightning S είναι, πραγματικά, περισσότερο sport cruiser παρά sportbike.

Η σταθερότητα επιτυγχάνεται με τις απείρως καλύτερες σε σχέση με των γνήσιων Vincent αναρτήσεις του, με τα 43mm καλάμια της Showa και το Fox Twin αμορτισέρ να ελέγχει την λειτουργία του ψαλιδιού. Εδώ αναρωτήθηκα, γιατί άραγε ο Parker δεν χρησιμοποίησε μπροστινό σύστημα ανάρτησης τύπου Telelever, συμπληρώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αναφορά στο παρελθόν;

Με γωνία κάστερ 25ο και ίχνος 97mm, η γεωμετρία της μοτοσυκλέτας είναι λίγο συντηρητική, παρόλο που οι αναρτήσεις επιδεικνύουν σαφή λειτουργία, με την πίσω ειδικά να προσφέρει εξαιρετική πρόσφυση στις στροφές πίσω από τους λόφους του San Diego, λόγω του 190/50-17 πίσω ελαστικού D207 της Dunlop, τοποθετημένου σε αλουμινένια ζάντα 5,5 ιντσών. Επιπλέον, το μακρύ μεταξόνιο προσφέρει έντονη αίσθηση ασφάλειας στις μεγάλες ταχύτητες, με αντίτιμο την πιο αργή γεωμετρία – παρά τον πολύ καλό μοχλό του μεγάλου τιμονιού. Δεν έχει σπορ αίσθηση, παρότι είναι μακρύ, χαμηλό και με αρκετά μικρό βάρος, 185 κιλά στεγνό σύμφωνα με τον Barney Li. Το Vincent είναι πραγματικά γρήγορο, 270+ χ.α.ώ. τελική λέει ο Bernard ότι πιάνει, και, παρότι αρκετά ευέλικτο στις χαμηλές ταχύτητες, αποδεικνύεται πολύ σταθερό στις υψηλές. Επίσης, φρενάρει πολύ καλά χάρη στο αποτελεσματικό και προοδευτικό σύστημα πέδησης της Brembo, με δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων και δισκόπλακες 320mm.

Έχει ωραία αίσθηση, όρθια θέση οδήγησης και μαρσπιέ τοποθετημένα χαμηλά και μπροστά

Αποφασισμένος να πετάξεις

Το αλουμινένιο πλαίσιο είναι βαμμένο σε Vincent Black, με την εισαγωγή και το φίλτρο μπροστά από τον λαιμό του τιμονιού. Το πλαστικό ρεζερβουάρ των 19 λίτρων είναι τοποθετημένο κάτω και ελαφρώς πίσω από τη σέλα, δικαιολογώντας εν μέρει το μακρύ μεταξόνιο – αυτό που δείχνει σαν ρεζερβουάρ, στην πραγματικότητα είναι κάλυμμα για το φιλτροκούτι από άριστα κατεργασμένο ανθρακόνημα. Εξίσου παραπλανητικό είναι το μεγάλο στρογγυλό φανάρι που περιλαμβάνει έναν συνδυασμό τεσσάρων λαμπτήρων αλογόνου με εξαιρετικό φωτισμό.

Λιγότερο πιστά στην παράδοση είναι τα δύο τελικά των εξατμίσεων σε σχήμα χωνιού στη δεξιά πλευρά – τα Vincent είχαν πάντοτε ίσια τελικά στο αγωνιστικά ή 2-σε-1 στα δρόμου. Δείχνουν όμορφα και ακούγονται πολύ έντονα, ειδικά στις υψηλές στροφές, παρότι η PGM–F1 ECU δεν έχει ακόμα επαναπρογραμματιστεί για τις πιο ελεύθερες εξατμίσεις. Το μικρό βάρος του Vincent εξασφαλίζει συνεχόμενα πολύ καλή επιτάχυνση μέχρι τα 210+χλμ/ώρα, σε βαθμό να νιώθεις ευτυχής που το μεταξόνιο του είναι τόσο μακρύ και η κατανομή βάρους είναι 51-49%, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση του εμπρός τροχού στο έδαφος. Το Black Lightning είναι εύκολο στην οδήγηση χάρη στο χαμηλό κέντρο βάρους, την προοδευτική λειτουργία του συμπλέκτη και τη μακριά πρώτη του, αλλά συνολικά έχει κοντύτερη κλιμάκωση σε σχέση με το SP-1. Ο κόφτης επεμβαίνει στις 8.000 σ.α.λ., παρά το γεγονός ότι και χωρίς αυτόν ο κινητήρας μπορεί να συνεχίσει μέχρι τη μεγάλη κόκκινη γραμμή των 10.000.

Ειλικρινά, είναι ανεξήγητο το ότι η Honda δεν κατασκεύασε ένα μηχανάκι όπως αυτό, έτσι ώστε να ανταγωνιστεί τη Ducati τόσο στις πωλήσεις όσο και στους αγώνες, όπως έκανε με τα superbikes της. Όμως ο Barney Li το έφτιαξε για τον εαυτό του. Η μικρή του ζελατίνα καλύπτει καλύτερα απ’ όσο περίμενα, διώχνοντας τον αέρα πάνω από το κράνος, σίγουρα όμως δεν μπορείς να το “τελικιάσεις” σε όρθια θέση, εκτός αν είσαι αποφασισμένος να πετάξεις: σε αυτή την περίπτωση, απλώς κρατήσου σφιχτά και σκέψου την Αγγλία…

 

Ε, αφού έχει μίζα…

Παρά το γεγονός ότι δεν έχει τίποτα από Βρετανία, οφείλω να παραδεχτώ την αναβίωση των Vincent. Στην πραγματικότητα τα νέα δεν έχουν και μεγάλη σχέση με αυτά του εργοστασίου του Stevenage, πέρα από το όνομα στο κάλυμμα από το φιλτροκούτι και τον πραγματικά πετυχημένο σχεδιασμό. Έχω ένα προαίσθημα ότι θα εκτιμήσω περισσότερο την πιο συγκεκριμένη οδηγική συμπεριφορά του sport-tourer Lightning ST από τη διχασμένη προσωπικότητα του αδερφού “S”, γιατί η σχεδίαση του πλαισίου θα του ταιριάζει καλύτερα, όμως και αυτό θα εξακολουθεί να φέρει τον δημοφιλή κινητήρα της Honda, ή ακόμα και το cruiser Black Eagle, όπου το μακρύ μεταξόνιο θα είναι προτέρημα…

Αγνοώντας τις απόψεις που εκφράστηκαν από μια μερίδα του ειδικού Τύπου, ο Bernard Li δημιούργησε εντυπώσεις, όχι όμως ως καιροσκόπος επιχειρηματίας που ψάχνει να βρει την ευκαιρία, αλλά ως πραγματικός θαυμαστής της μοτοσυκλετιστικής ιστορίας, πού είναι έτοιμος να διαθέσει ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας που δημιούργησε δουλεύοντας μια ζωή ώστε να αναβιώσει ένα εκ των ενδοξότερων ονομάτων της βρετανικής κληρονομιάς, αχρησιμοποίητο τα τελευταία 49 χρόνια. Αντιμετωπίστε το πιο σωστά: σκεφτείτε ότι τα Husqvarna τα τελευταία 15 χρόνια φτιάχνονται στην Ιταλία, ή ότι τα Royal Enfield φτιάχνονται στη Ινδία, τα δε Husaberg στην Αυστρία – επομένως δεν έγινε και τίποτα αν τα Vincent κατασκευάζονται στο Detroit… Ο κόσμος είναι πολύ μικρότερος στις μέρες μας απ’ ό,τι ήταν πριν πενήντα χρόνια, όταν σταμάτησε η παραγωγή των Vincent. Αν ο Bernard Li είναι διατεθειμένος να διαθέσει τα χρήματα του, τότε του εύχομαι καλή τύχη. Ειδικά εφόσον αυτά διαθέτουν μίζα…

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ BERNARD LI

 

Επιδιώκοντας την τελειότητα

Η περίπτωση του Bernard Li αποτελεί ζωντανό παράδειγμα του αμερικάνικου ονείρου, μιας και από φτωχός φοιτητής έφτασε να γίνει ιδρυτής της εταιρείας Eagle One, την οποία στη συνέχεια πούλησε για πολλά εκατομμύρια δολάρια στη Valvoline

Γεννήθηκε στο Chenzing της Κίνας, στα τέλη της κομουνιστικής επανάστασης του Μάο, και πήγε στην Αμερική με τους γονείς του όταν ήταν μόλις έξι μηνών. Το ενδιαφέρον του για τις μοτοσυκλέτες ξεκίνησε αφού η οικογένεια του μετακόμισε στα προάστια του Maryland, όταν ένας φίλος του από το σχολείο τού έμαθε να οδηγάει ένα BSA Spitfire. Μαγεμένος από την εμπειρία, έκανε οικονομία για να αγοράσει ένα κακομεταχειρισμένο αλλά γρήγορο Honda Scrambler 305cc, για το οποίο ξόδεψε αμέτρητο χρόνο επισκευάζοντας και γυαλίζοντάς το, ώσπου έγινε αγνώριστο σε σχέση με το πώς ήταν.

Καθόμουν για ώρες κάτω από ένα δέντρο γυαλίζοντας τον κινητήρα, με ειδική αλοιφή για τις βαλβίδες και πολύ σκληρή δουλειά, μέχρι να γίνει όμορφο, αναφέρει ο Li. Αυτή ήταν η αρχή της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας που τελικά κατέληξε στην Eagle One. Ήθελα να δείχνουν όλα όμορφα, και το να παρέχω τα σωστά προϊόντα γι’ αυτό αποδείχτηκε μια ιδιαίτερα ικανοποιητική επιχείρηση. Ύστερα από 27 μηχανάκια –συμπεριλαμβανομένου και ενός Norton Commando, το οποίο ήταν και ο λόγος που ο Barney ξεκίνησε να θαυμάζει την ένδοξη ιστορία των βρετανικών μοτοσυκλετών–, ο Li εύχεται να έχει καταφέρει ακριβώς αυτό με τα πρωτότυπα αναγεννημένα Vincent.

Στο μεταξύ, αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο που σπούδαζε ιστορία και μετακόμισε στην Καλιφόρνια το 1969, με μόνα περιουσιακά στοιχεία ένα CB450 Honda και 700 δολάρια.
Ξεκινήσαμε την Eagle One το 1978, με τρεις… κτηνίατρους ως χρηματοδότες, στους οποίους εργαζόταν η γυναίκα μου, και καταφέραμε να βγάλουμε λεφτά από την πρώτη ημέρα. Δεν φοβηθήκαμε να επενδύσουμε πολύ χρόνο σε πειράματα ώστε να βεβαιωθούμε ότι όλα τα προϊόντα ήταν καλά, και αποζημιωθήκαμε γι’ αυτό, διότι εξελίχθηκαν σε σημείο να θεωρηθούν ως η καλύτερη σειρά προϊόντων περιποίησης αυτοκινήτου στον κόσμο. Επίσης, στη συνέχεια εξέλιξα μια σειρά προϊόντων περιποίησης μοτοσυκλετών, ώστε να εμπλακώ ξανά με τη μοτοβιομηχανία. Είκοσι χρόνια μετά, την πούλησα στη Valvoline – και αυτό μου επέτρεψε να ασχοληθώ πάλι με την πρώτη μου αγάπη, τη μοτοσυκλέτα.

Ο Li εξακολούθησε να οδηγεί μηχανάκια τα χρόνια που ήταν στην Eagle One, καλύπτοντας συνολικά 10-15.000 μίλια στα ταξίδια του στην Αμερική και αργότερα στην Ευρώπη με μια σειρά από τουριστικά μοντέλα, συνήθως BMW K1200RS, Harley-Davidson Road King και Yamaha FJR1300, τα οποία βρίσκονται σήμερα στο γκαράζ του μαζί με τα τέσσερα πρωτότυπα Vincent. Στις αρχές τις δεκαετίας του ’90 σκεφτόμασταν τί μοτοσυκλέτα να αγοράσουμε, και ψάχναμε, ώσπου καταλήξαμε στην αγορά του πρώτου μας Harley-Davidson, ανέφερε ο Li. Θυμάμαι που ένας φίλος μου έλεγε, ‘Ξέρεις, δεν είναι ότι θέλουμε να αγοράσουμε μια Harley για την ιστορία που κουβαλάει – είναι το κοντινότερο σε αυτό που θέλουμε. Και αυτό που πραγματικά θέλουμε είναι ένα Vincent Black Shadow με καλά φρένα!’. Και είχε απόλυτο δίκαιο – αυτό που θέλαμε εμείς, αλλά και άλλοι αναβάτες σαν και εμάς, ήταν κάτι με μεγάλη κληρονομιά και παραδοσιακό σπορ χαρακτήρα, αλλά με σύγχρονη απόδοση. Τελικά αποχώρησα από την Eagle One, έχοντας τις βάσεις για να διευθύνω σωστά την κατασκευή μιας τέτοιας μοτοσυκλέτας – η οποία και πραγματοποιήθηκε!

Vincent, όπως Aston Martin

Εντάξει, αλλά γιατί συγκεκριμένα τη Vincent; Ήταν απλά η καλύτερη από τις παλιές μοτοσυκλέτες. Η γενιά μου ήταν αυτή που πρώτη αγόρασε ιαπωνικές μοτοσυκλέτες – είχα όμως και φίλους που οδηγούσαν Triumph και Harley Sportster. Υπήρχε έντονη αντιπαράθεση για το ποιος έχει το πιο γρήγορο, θυμάμαι όλες αυτές τις συζητήσεις που πάντοτε τελείωναν με το να λέει κάποιος ‘Οι μοτοσυκλέτες μας είναι όλες για πέταμα, το πιο γρήγορο δίτροχο είναι το Vincent Black Shadow’. Και είχαν δίκαιο, αλλά για να είμαι ειλικρινής πέρασαν πραγματικά πολλά χρόνια μέχρι να δω κάποιο – καλύπτονταν από ένα πέπλο μυστηρίου, ότι ήταν οι πιο κακές, ωμές, γρήγορες, ακριβές, αλλά και οι πιο σπάνιες μοτοσυκλέτες που είχαν ποτέ φτιαχτεί, και αυτό είναι που αποφάσισα να διορθώσω. Το βλέπω ως εξής: οι Harley είναι όπως οι Chevrolet με δύο ρόδες, η Indian είναι η Ford της μοτοσυκλέτας – το άλλο αμερικάνικο έμβλημα. Η Ducati είναι σαν την Alfa Romeo, η MV Agusta όπως η Ferrari, και οι BMW όπως… η BMW! Η Vincent είναι μια Aston Martin με δύο τροχούς, τόσο αγγλική, τόσο μοναδική, με απόδοση χωρίς συμβιβασμούς, ένα βήμα πάνω από την Triumph, που είναι αντίστοιχη της Jaguar. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν να αποκτήσω τα δικαιώματα τις Vincent, τα οποία για την Αγγλία ανήκαν στην οικογένεια Holder από το 1974.

Το ότι τα δικαιώματα της επωνυμίας στην Αμερική δεν ανήκαν σε κανέναν, δεν ήταν πρόβλημα; Ναι, δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά, τουλάχιστον στην Αμερική, γι’ αυτό και ακολούθησα κατά γράμμα ό,τι αναφέρει ο νόμος σχετικά με τους τίτλους των εταιρειών. Ξεκινήσαμε το 1994, πουλώντας ρούχα με το λογότυπο της Vincent, για πρώτη φορά μέχρι τότε, και μέχρι το ’95 είχαμε αποκτήσει τα δικαιώματα της επωνυμίας της Vincent στην Αμερική, Γερμανία και Ιαπωνία. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήξερα για τον David Holder, ώσπου πολύ αργότερα μου έγραψε κάποιος από την Αγγλία, ήταν ο μόνος που έφτιαχνε ανταλλακτικά για τους κινητήρες της Vincent, τα οποία μάλιστα δεν είχαν πάνω το λογότυπό της, με αποτέλεσμα να μην τον βρούμε όταν κάναμε τις έρευνές μας. Του μίλησα και συμφωνήσαμε για τα σχέδιά μου για αναβίωση της Vincent, προσπαθήσαμε δε να κάνουμε οι ίδιοι κάποιο είδος συμφωνίας παρά να απευθυνθούμε σε δικηγόρους που κανείς τους δεν είναι καλός. Υπήρξαν αρκετοί δημοσιογράφοι που θέλησαν να υποκινήσουν κάποιο είδος διαμάχης γύρω από αυτό, αλλά απ’ όσο πληροφορήθηκα ο David Holder είναι πραγματικός κύριος και αγαπάει πραγματικά τη Vincent. Τώρα που γνωριστήκαμε, θα βρούμε έναν τρόπο να κάνουμε κάτι που στο χρόνο θα ωφελήσει και τους δυο μας. Έχω την ενεργή υποστήριξη της οικογένειας Vincent γι’ αυτό που κάνω: Ο Robin Vincent-Day, γαμπρός του Phil Vincent, ο οποίος συντηρεί με τη γυναίκα του Dee πολλά αγωνιστικά Vincent από τα δικά τους 1950 Rapid, έχει ήδη δηλώσει την υποστήριξή τους τόσο δημόσια όσο και σε μένα προσωπικά, και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Το υπερωκεάνιο που ρυμούλκησε ένα καραβάκι

Έχοντας αποκτήσει τα δικαιώματα του ονόματος της Vincent, το επόμενο βήμα ήταν η επιλογή του κινητήρα. Προφανώς έπρεπε να είναι ένα σύγχρονο V2, αλλά το κόστος για να εξελίξουμε δικό μας κινητήρα από το μηδέν ήταν αστρονομικό. Υπάρχουν άπειροι δρόμοι για να αποτύχεις και ελάχιστοι για να επιτύχεις. Κανείς δεν είναι τόσο ικανός στην κατασκευή κινητήρων όσο οι Ιάπωνες, αλλά δεν είναι εύκολο να πείσεις κάποιον από αυτούς να σε βοηθήσει, συν ότι φοβόμουν πως η επιλογή ενός ιαπωνικού κινητήρα για την αναβίωση της Vincent θα συνεπαγόταν έναν μεγάλο αριθμό αρνητικών συσχετισμών. Στο τέλος καταλήξαμε σε μια εξισορροπητική λύση, επιλέγοντας τον καταλληλότερο κινητήρα, που να είναι σήμα κατατεθέν στην αγορά. Ο κόσμος δεν πρόκειται ποτέ να μάθει πραγματικά πόση βοήθεια είχε η εταιρεία του John Bloor από την Kawasaki για να ξεκινήσει – αλλά σκέψου πόσο καθοριστικό ήταν αυτό για την αξιοπιστία των προϊόντων της….

Στο μεταξύ ο Li είχε ξεκινήσει συζητήσεις με τον Terry Prince, “γκουρού” στην ανακατασκευή των Vincent, και τον συνεργάτη του στην Αυστραλία. Αυτοί εξέλισσαν μια σύγχρονη έκδοση του παραδοσιακού αερόψυκτου V2 50ο στα 1.200cc, το οποίο αποκαλούσαν RTV, αλλά οι συζητήσεις ναυάγησαν όταν χρεοκόπησε η εταιρεία τους. “Ένα από τα μεγαλύτερα αρνητικά του RTV είναι ότι δεν θα μας επέτρεπε να δημιουργήσουμε σύγχρονες μοτοσυκλέτες, θα ήταν κάτι σαν δικύλινδρη εκδοχή του Enfield India. Προσπάθησα να έρθω σε επαφή με όλους τους κατασκευαστές, συμπεριλαμβανομένων της BMW και των ιταλικών εταιρειών, αλλά μόνο δύο από αυτούς απάντησαν, η Honda και η Kawasaki.

Ίσως να ξαφνιάστηκαν, αφού γενικά αποφεύγουν να προμηθεύουν με κινητήρες άλλες εταιρείες, όμως η Honda αποδείχτηκε η πιο θετική. Η διοίκηση της Honda στην Αμερική αντιλήφθηκε ακριβώς τί ήθελε να κάνει ο Li, κι αυτό αποδείχτηκε καταλυτικό για να πάρει έγκριση από την κεντρική διοίκηση της Honda στις αρχές του 2001, για την προμήθεια των δικύλινδρων κινητήρων από το SP1.

Από την πλευρά μου δεν μπορώ να κάνω κάτι που θα ωφελούσε τη Honda, πέρα από το να αγοράσω 5.000 κινητήρες, το οποίο γι’ αυτούς είναι μια σταγόνα στον ωκεανό. Είμαι απλώς ένα καραβάκι που έτυχε να βρίσκεται στην ίδια πορεία με ένα υπερωκεάνιο, και συμφώνησαν να μου πετάξουν ένα σχοινί για να με ρυμουλκήσουν. Αυτό που κίνησε το ενδιέφερε της Honda ήταν ότι μπορούσαμε δημιουργήσουμε κάτι αξιόλογο με τον κινητήρα της – ήθελαν ένα Vincent με Honda κινητήρα και όχι ένα Honda με το λογότυπο της Vincent.

Η Vincent είναι μια Aston Martin με δύο τροχούς, τόσο αγγλική, τόσο μοναδική, με απόδοση χωρίς συμβιβασμούς, ένα βήμα πάνω από την Triumph, που είναι αντίστοιχη της Jaguar

Το κλειδί της επιτυχίας ήταν η συμφωνία με τον Αμερικάνο σχεδιαστή James Parker, ο οποίος έγινε γνωστός από τον σχεδιασμό της εναλλακτικής μπροστινής ανάρτησης που χρησιμοποιήθηκε από τη Yamaha στο GTS 1000.

 

Vincent: Τα γνήσια superbikes

Η Vincent ιδρύθηκε το 1928 από τον Philip Vincent, απόφοιτο του πανεπιστημίου Cambridge, όταν αγόρασε την εταιρεία HRD με την οικονομική βοήθεια του αγρότη πατέρα του και έθεσε τις βάσεις για τον χαρακτηρισμό της ως της πρώτης εταιρείας που κατασκεύασε superbike. Οι σειρές των δικύλινδρων 1.000cc superbikes συνέχισαν να κατασκευάζονται –κάτω από ιδιόμορφες συνθήκες– επί δύο δεκαετίες μετά το 1936 (με μια διακοπή πέντε ετών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου η Vincent αφιερώθηκε στην κατασκευή μη μοτοσυκλετιστικών, πολεμικών, προϊόντων), θέτοντας νέα δεδομένα στην απόδοση και τεχνολογική τελειότητα των μοτοσυκλετών, τέτοια που καμία άλλη εταιρεία στον κόσμο δεν μπορούσε να πετύχει.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ατελείωτες νίκες σε αγώνες και ρεκόρ ταχύτητας τη δεκαετία μετά τον πόλεμο (1946-1956), αφότου ξανάρχισε η παραγωγή. Σε αυτές τις επιτυχίες περιλαμβάνεται και το παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητας μοτοσυκλέτας –με πάνω από 255 χ.α.ώ. τελική– που σημείωσε στο Bonneville ο Rollie Free το 1948 φορώντας μόνο το μαγιό του και έχοντας “ξαπλώσει” πάνω στο Vincent με τα πόδια να προεξέχουν από την ουρά του, προκειμένου να βελτιώσει την απόδοση! Σχεδιάστηκε το 1936 από τον ιδιοφυή Αυστραλό μηχανικό Phil Irving, και μόνο 78 από τα πρώτης έκδοσης δικύλινδρα V 50ο Vincent κατασκευάστηκαν πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ανασχεδιάστηκαν όμως κατά τη διάρκειά του από τον ίδιο, ενώ η δεύτερη γενιά κυκλοφόρησε στη στάνταρ έκδοση Rapid το 1946, με το τίτλο της πιο γρήγορης και ασφαλούς μοτοσυκλέτας του κόσμου.

Με τη “γρήγορη” έκδοση του Black Shadow, και ιδιαίτερα το αγωνιστικό Black Lightning, τα Vincent απόκτησαν παγκοσμίου εμβέλειας φήμη, ως ορόσημο της μοτοσυκλετιστικής τελειότητας. Στη συνέχεια εξελίχθηκε η τρίτη έκδοση (που βγήκε στη αγορά το 1949) και τέλος η τέταρτη (το 1954), με συνολική παραγωγή 11.134 μοτοσυκλετών, που πουλήθηκαν σε όλο τον κόσμο από το 1946 και μετά –κάποια από αυτά ήταν full-fairing, όπως τα sport-touring Black Prince και Black Knight–, λίγο πριν σταματήσει η παραγωγή τους το 1955. Παρά την εισαγωγή μιας σειράς πρωτοποριακών τεχνολογικών λύσεων, που εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις σύγχρονες μοτοσυκλέτες (όπως τα Cantilever αμορτισέρ, τα Girder καλάμια, ο high-cam κινητήρας, σχεδιασμένος για τη βελτίωση της παλινδρομικής κίνησης, αλλά και το μονοκόμματο πλαίσιο με χρήση του μοτέρ ως ενεργού τμήματός του, με αναρτώμενο κεντρικό δοχείο λαδιού), η εμμονή του Vincent στην ασυμβίβαστη κατασκευαστική και τεχνολογική ποιότητα κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην κερδοφορία. Αλλά η αξία των προϊόντων της εταιρείας του υπογραμμίστηκε από τις επιτυχίες των Vincent, που συνέχισαν σε ανοιχτούς διαγωνισμούς μέχρι και τη δεκαετία του ’70, και τη θέση τους ως συλλεκτικών μοτοσυκλετών σήμερα, μισό αιώνα μετά. Όπως τα σύγχρονα δικύλινδρα της Ducati, πενήντα χρόνια πριν ένα Vincent έθεσε τα στάνταρ για τους υπόλοιπους: ήταν τo πρώτο πραγματικό superbike.

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Κατασκευαστής / Μοντέλο:                Vincent / Black Lightning S

Κινητήρας:            Τετράχρονος, δικύλινδρος V 90o, υγρόψυκτος, 2EΕΚ, 4Β/Κ

Διάμετρος x Διαδρομή (mm):             100 x 63,6

Χωρητικότητα (cc):             999

Ανάφλεξη:             Ψηφιακή PGM FI

Τροφοδοσία:         Ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:             2 σε 1 σε 2

Σύστημα εκκίνησης:            Μίζα

Τύπος συμπλέκτη:                Υγρός, πολύδισκος, υδραυλικός

Τελική μετάδοση: Κιβώτιο 6 σχέσεων, αλυσίδα

Πλαίσιο: Χυτό αλουμινένιο με τον κινητήρα ενεργό μέρος του

Μεταξόνιο (mm):  1.588

Γωνία κάστερ (ο): 25

Ίχνος (mm):           97

Βάρος κενή (kg):   185

Ρεζερβουάρ (l):      19

Ανάρτηση Εμπρός:               Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι Showa 43mm

Ανάρτηση Πίσω:  Αμορτισέρ Fox Twin, τύπου Cantilever

Φρένο Εμπρός:      Δύο δίσκοι 320mm, δαγκάνες Brembo τεσσάρων εμβόλων

Φρένο Πίσω:         Δίσκος με δαγκάνα Brembo δύο εμβόλων

Τελική ταχύτητα (km/h):    270+