Η ανακατασκευή του Μουσείου Μοτοσυκλέτας στο μεγαλύτερο υψόμετρο – Μπήκαμε στο νέο Top Mountain!

Μεγαλύτερο από πριν και σε χρόνο ρεκόρ
Η ανακατασκευή του ψηλότερου Μουσείου Μοτοσυκλέτας – Μπήκαμε στο νέο Top Mountain!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

22/8/2023

Θαύματα γίνονται, ζωντανή απόδειξη αυτού είναι η αναγέννηση του υπέροχου Μουσείου Μοτοσυκλέτας Top Mountain της Αυστρίας σε λιγότερο από ένα χρόνο μετά την καταστροφή αυτού και του πολύτιμου περιεχομένου του από πυρκαγιά. Θυμηθείτε τι είχε συμβεί:
 

         

Το 2016 τα δίδυμα αδέλφια Attila και Alban Scheiber, 49 ετών τότε, άνοιξαν το υψηλότερο μουσείο μηχανοκίνητων της Ευρώπης σε υψόμετρο 2.160 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στην είσοδο του Timmelsjoch High Alpine Road (γνωστό και ως Passo del Rombo), ενός ιδιωτικού δρόμου με διόδια που συνδέει την Αυστρία με την Ιταλία. Με το κόστος των διοδίων για κάθε πέρασμα το 2023 να είναι 18€ για αυτοκίνητο και 16€ για μοτοσυκλέτα, οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν έναν πιο γραφικό αν και με χαμηλότερη ταχύτητα (επειδή είναι στενότερος σε φάρδος) τρόπο μετακίνησης μεταξύ των επαρχιών Τιρόλο της Αυστρίας και Aldo Adige της Ιταλίας, από ό,τι το καλύτερα γνωστό Brenner Pass 25 χιλιόμετρα ανατολικά. Είναι πιο δημοφιλές μεταξύ των μοτοσυκλετιστών γιατί απαγορεύεται η διέλευση μεγάλων φορτηγών – την πιο επισκέψιμη χρονιά πριν τον Covid, το 2017, πέρασαν από το Timmelsjoch Pass ακριβώς 190.259 οχήματα, με τα 75.550 εξ αυτών να είναι μοτοσυκλέτες. Επιπρόσθετα αρκετοί κατασκευαστές μοτοσυκλετών και αυτοκινήτων χρησιμοποιούν τις κλειστές στροφές του δρόμου ως πεδίο δοκιμών για τα μελλοντικά τους μοντέλα, οπότε τα οχήματα με καμουφλάζ είναι συχνό θέαμα.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
άποψη του μουσείου πριν την πυρκαγιά

Ο Angelus Scheiber, ο παππούς των δίδυμων επιχειρηματιών, ήταν πρωτοπόρος στον τουρισμό και με την υποστήριξη της επαρχίας του Τιρόλο κατασκεύασε τον πρώτο ασφαλτοστρωμένο δρόμο πάνω από το Timmelsjoch Pass, την δεκαετία του 1950. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1955, ακολουθώντας το μονοπάτι της παλιάς εμπορικής διαδρομής που περπατούσαν τα μουλάρια και ο ολοκληρωμένος δρόμος, μαζί με τα διόδια, άνοιξε τον Ιούλιο του 1959. Το 2000, ο ιδιωτικός δρόμος πέρασε εξολοκλήρου στην οικογένεια Scheiber, μετά την εξαγορά του εναπομείναντος μεριδίου της κυβέρνησης του Τιρόλο. Αυτό σημαίνει ότι έχουν το δικαίωμα να συλλέξουν και να κρατήσουν ολόκληρο το ποσό των διοδίων, καθώς και ότι έχει στην κατοχή της 25 τελεφερικ για σκι στη γύρω περιοχή, που παρέχουν πρόσβαση σε πίστες συνολικού μήκους 125 χιλιομέτρων και εξυπηρετούν μέχρι και 6.000 λάτρεις των χειμερινών σπορ, σε κάθε δεδομένη στιγμή. Τα χειμερινά σπορ είναι και το βασικό επιχειρηματικό πεδίο της οικογένειας όλα αυτά τα χρόνια, από την διαχείριση πιστών σκι, μέχρι ξενοδοχεία και καταστήματα ενοικίασης εξοπλισμού. Χάρη στην τοποθεσία του, το χιονοδρομικό κέντρο είναι ανοιχτό από τα μέσα Νοεμβρίου μέχρι και τις αρχές Μαΐου, ενώ υπάρχει ακόμα και ελικοδρόμιο στο κοντινό Hochgurgl, επιτρέποντας έτσι στους πλούσιους σκιέρ να φτάσουν πετώντας μέχρι εκεί για μια μέρα στο χιόνι, επιστρέφοντας μετά στο ιδιωτικό τους jet, στο αεροδρόμιο Inssbruck 100 χιλιόμετρα μακριά, για να γυρίσουν στην πατρίδα τους.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
Αμέσως μετά την πυρκαγιά, η εικόνα είναι αποκαρδιωτική

Επομένως τα κέρδη από αυτήν και διάφορες άλλες επιχειρήσεις που σχετίζονται με τον τουρισμό, χρηματοδότησαν το όνειρο των δύο παθιασμένων με την μοτοσυκλέτα δίδυμων αδελφών ώστε να επενδύσουν ένα σύνολο 23 εκατομμυρίων ευρώ στην κατασκευή του δικού τους ιδιωτικού μουσείου, του οποίου τα εγκαίνια στις 18 Αυγούστου 2016, έγιναν από τον μοναδικό Giacomo Agostini, ενώ ακολούθησε επίδειξη από την ομάδα ακροβατικών της Red Bull. Η έκθεση των μοτοσυκλετών κάλυπτε 2.400 τ.μ. και φιλοξενούσε ένα ολοκληρωτικά καινούργιο κέντρο είσπραξης διοδίων όπως επίσης και ένα εστιατόριο 300 θέσεων, στο ίδιο κτίριο. Υπήρχε χώρος για 400 ακόμα άτομα στην εξωτερική βεράντα και πρόσβαση στο νέο τελεφερίκ Kirchenkarbahn με συρματόσχοινο, ενσωματωμένο στο συγκρότημα του Μουσείου, με γόνδολες χωρητικότητας δέκα ατόμων να μεταφέρουν 2.400 ανθρώπους κάθε ώρα στην χιονοδρομική ζώνη της οικογένειας Scheiber. Το Μουσείο είδε 350 μοτοσυκλέτες ως εκθέματα, 170 εξ αυτών ιδιοκτησίας της οικογένειας Scheiber, με τις υπόλοιπες να έχουν παραχωρηθεί από συλλέκτες και άλλα μουσεία από όλο τον κόσμο, με πρώτο και καλύτερο τον Γερμανό συλλέκτη Dieter Mutschler, ο οποίος διέθεσε κυριολεκτικά δεκάδες μοτοσυκλέτες.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
Σημερινή άποψη του Μουσείου Top Mountain και του σταθμού διοδίων 

Το Μουσείο Μοτοσυκλέτας Top Mountain Crosspoint, όπως είναι το επίσημο όνομά του, διακρίθηκε για τον μοναδικό αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό, τον οποίο επιμελήθηκε ο νεαρός τοπικός αρχιτέκτονας και ιδιοκτήτης/αναβάτης μίας vintage μοτοσυκλέτας, Michael Brötz. Η ιδέα του αναπαριστά ένα κύμα χιονιού που γλιστρά στην πλαγιά του βουνού και του έδωσε τη νίκη στον διαγωνισμό ανάθεσης απέναντι σε πέντε άλλους, πιο καταξιωμένους, αρχιτέκτονες. Κατά την διάρκεια των επόμενων τρεισήμισι ετών, από τα εγκαίνιά του το 2016, απέκτησε γρήγορα φήμη παγκοσμίως ως ένα αξιοθέατο για όλες τις μέρες του χρόνου, αν και κατά τους χειμερινούς μήνες μπορεί κανείς να το φτάσει μόνο από την βόρεια, αυστριακή πλευρά. Ο φιδίσιος δρόμος 29 χιλιομέτρων μέχρι το Timmelsjoch στην ιταλική πλευρά, που ανεβαίνει μέχρι τα 1.800 μέτρα υψόμετρο με μια σειρά από φουρκέτες, είναι κλειστός από χιόνι για τέσσερις μήνες το χρόνο.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
Η επόμενη ημέρα μετά τη φωτιά

Αλλά την νύχτα της 18ης Ιανουαρίου 2021, ενώ το μουσείο παρέμενε κλειστό στα πλαίσια της καραντίνας της Αυστρίας για τον Covid-19, ξέσπασε μία τεράστια πυρκαγιά με την πρώτη αναφορά να γίνεται στις 4 π.μ., εξαιτίας ενός όπως αποδείχτηκε αργότερα βραχυκυκλώματος μίας ελαττωματικής μεγάλης οθόνης στην αίθουσα εκδηλώσεων του μουσείου. Ολόκληρο το Μουσείο τυλίχτηκε στις φλόγες και παρ’ όλο που η τοπική εθελοντική πυροσβεστική υπηρεσία βρέθηκε άμεσα στο σημείο και κατόρθωσε να αποτρέψει την εξάπλωση της πυρκαγιάς στο εστιατόριο και τον σταθμό του τελεφερίκ, το άνω τμήμα του Μουσείο Μοτοσυκλέτας που στέγαζε την πλειονότητα των μοτοσυκλετών της έκθεσης, όπως επίσης και μία χούφτα Κλασσικά αυτοκίνητα, καταστράφηκε. Παρά την χρήση τόσο εκχιονιστικών μηχανημάτων για τη ρίψη χιονιού στη φωτιά όσο και κανονιών νερού, μεγάλο κομμάτι του κτιρίου κάηκε κυριολεκτικά ολοσχερώς. Το Μουσείο ήταν κατά κύριο λόγο κατασκευασμένο από ξύλο και παραδόξως δεν διέθετε σύστημα καταιονισμού – ειδικά μετά την πυρκαγιά του 2003 που κατέστρεψε το Εθνικό Μουσείο Μοτοσυκλέτας της Βρετανίας, το οποίο επίσης δεν είχε σύστημα πυρόσβεσης. Επομένως δεν αποτελεί έκπληξη ότι καταστράφηκε ολοσχερώς, αν και ευτυχώς κανείς δεν τραυματίστηκε μιας και η πυρκαγιά έλαβε χώρα κατά την διάρκεια της νύχτας. Παρ’ όλ’ αυτά, περίπου 230 Κλασσικές μοτοσυκλέτες και ένας μικρός αριθμός αυτοκινήτων χάθηκαν στις στάχτες.,

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
Τα συνεργεία κατέφθασαν άμεσα αλλά δεν γινόταν να σταματήσουν την καταστροφή

Ένα σημαντικό κομμάτι όμως της έκθεσης μοτοσυκλετών γλίτωσε από τις φλόγες, καθώς στον υπόγειο όροφο οι Scheiber είχαν δημιουργήσει ένα χώρο για ειδικά εκθέματα, τα οποία τη νύχτα που ξέσπασε η πυρκαγιά περιλάμβαναν ένα στόλο από 53 Indian και φορτηγά Chevrolet. “Είχαμε οργανώσει πραγματικά την καλύτερη έκθεση vintage μοτοσυκλετών Indian που υπήρξε ποτέ στην Ευρώπη και όλες επέζησαν”, μας λέει ο Attila Scheiber.

Η απαρίθμηση των κυριολεκτικά δεκάδων ιστορικά σημαντικών μοτοσυκλετών που χάθηκαν για πάντα – οι υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύχθηκαν έλιωσαν τα πλαίσια και τους κινητήρες σε άμορφα κομμάτια μετάλλου, ανίκανα να ανακατασκευαστούν, ειδικά τα εξαρτήματα από αλουμίνιο, μαγνήσιο, πλαστικό ή κεραμικό υλικό – θα ήταν μία πολύ αποκαρδιωτική διαδικασία. Αλλά για να δώσουμε μία εικόνα του μεγέθους της καταστροφής, τουλάχιστον 13 Brough Superior καταστράφηκαν, αν και μία εξ αυτών, ένα εκ των έξι δειγμάτων του τετρακύλινδρου μοντέλου του George Brough που γνωρίζουμε ότι υπάρχουν, έχει σταλεί στον διάσημο συντηρητή Sam Lovegrove στην Βρετανία, ο οποίος θα προσπαθήσει να το επαναφέρει. Αλλά τα υπόλοιπα δώδεκα κομμάτια της πρώτης Superbike του κόσμου χάθηκαν για πάντα. Κατά την εκκαθάριση που ακολούθησε, οι Scheiber πέταξαν πάνω από 250 μοτοσυκλέτες, όλες χαμηλής αξίας, κυρίως μικρού κυβισμού συμπεριλαμβανομένων μοτοποδηλάτων και άλλων παρόμοιων. Μόλις η ασφαλιστική κατέβαλε την αποζημίωση, όλες οι εναπομείναντες ξεγραμμένες μοτοσυκλέτες πωλήθηκαν σε μία εταιρεία διάσωσης, μέσω της διαδικασίας της δημοπρασίας. “Όλες οι μοτοσυκλέτες ανήκουν πλέον σε αυτούς, οπότε ας ελπίσουμε ότι κάποιοι φοίνικες θα αναδειχθούν από τις στάχτες τους”, μας λέει ο Mark Upham, ο ομογενής Βρετανός που κατέχει το εμπορικό σήμα της Brough Superior και είναι ο ιδιοκτήτης του British Only Austria, ο οποίος συνεργάστηκε με τους αδελφούς Scheiber για την συγκρότηση της συλλογής, και τις δύο φορές.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
 Ο Mark Upham

Ο Upham με συνόδευσε στο Μουσείο σε μία πρόσφατη επίσκεψη και στη διαδρομή μας εκεί από το αεροδρόμιο του Inssbruck μου εξήγησε τον καίριο ρόλο του στην διαδικασία εκκαθάρισης. “Έπρεπε να συμφωνήσω με τις ασφαλιστικές εκτιμήσεις για όλες τις μοτοσυκλέτες που καταστράφηκαν στην φωτιά. Κατά μέσο όρο χρειάστηκαν περίπου τέσσερις ώρες ανά μοτοσυκλέτα, για όλες τις 360, μέχρι να φτάσουμε στην ασφαλισμένη αξία. Αν οι μοτοσυκλέτες ήταν υπασφαλισμένες, οι Scheiber έπρεπε να καλύψουν την διαφορά μεταξύ της συμφωνηθείσας αξίας και της τρέχουσας, αλλά στην περίπτωση των δανεισμένων μοτοσυκλετών το Μουσείο θα έπρεπε να πληρώσει τους ιδιοκτήτες από την τσέπη του. Το 70% του ρίσκου ανήκε στην Lloyds του Λονδίνου, με το υπόλοιπο να βρίσκεται σε γερμανικές ασφαλιστικές εταιρείες. Χρειάστηκε αρκετή έρευνα και συζήτηση με τις εταιρείες αυτές προκειμένου να διευθετηθεί κάθε πτυχή της υπόθεσης. Ήταν μία πολύ περίπλοκη κατάσταση και η διαδικασία αποτίμησης πήρε αρκετό χρόνο, επειδή οι προηγούμενες αξίες πώλησης των πολύ σπάνιων μοτοσυκλετών ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν, ή απλώς δεν υπήρχαν για τις περιπτώσεις των μεμονωμένων μοντέλων που κατασκευάστηκαν μόνο μία και μοναδική φορά. Επομένως, έπρεπε να προτείνω λογικές εκτιμήσεις, βασισμένες σε παρόμοιες μοναδικές και ιστορικές μοτοσυκλέτες και να τις δικαιολογήσω. Μερικές φορές ήταν αρκετά αγχωτικό!” Μόνο το περιεχόμενο του Μουσείο ήταν ασφαλισμένο για 27 εκατομμύρια ευρώ.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
τα δίδυμα αδέλφια Attila και Alban Scheiber

Αλλά το θαύμα βρίσκεται σε αυτό που συνέβη στην συνέχεια. Πλήρως ασφαλισμένοι για τα έξοδα ανοικοδόμησης ύψους 12 εκατομμυρίων ευρώ, οι αδελφοί Scheiber ήταν αποφασισμένοι να αναστηλώσουν το Μουσείο και να το κάνουν ακόμη μεγαλύτερο από πριν, ενώ ακόμα πιο δύσκολο κομμάτι, να το ξαναγεμίσουν με ακριβές μοτοσυκλέτες που είτε θα αγόραζαν οι ίδιοι, ή θα δανείζονταν – καλά, η δεύτερη επιλογή θέτει ως βάση ότι κάποιος θα τους εμπιστευόταν, για δεύτερη φορά, ότι θα κρατήσουν τα περήφανα αποκτήματά του σώα και ασφαλή. Το γεγονός ότι τόσοι πολλοί ιδιοκτήτες πραγματικά σημαντικών μοτοσυκλετών, βασισμένοι στο ότι όπως ο κεραυνός έτσι και η ατυχία δεν θα χτυπήσει δύο φορές στο ίδιο σημείο, είχε σαν αποτέλεσμα να τους προσφερθούν περισσότερες από 3.000 μοτοσυκλέτες, σύμφωνα με τον Attila Scheiber. “Η διαδικασία της επιλογής ήταν δύσκολη – αλλά ήταν ένα όμορφο και απρόσμενο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε!”, όπως μας λέει.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
συνέντευξη του Attila Scheiber σε επόμενη τεύχος του MOTO

Παρ’ όλ’ αυτά, τα παραπάνω άφησαν την ανακατασκευή του χώρου που θα φιλοξενήσει τα εκθέματα να εκκρεμεί, ενώ τα αδέλφια είχαν ήδη αποφασίσει να επεκτείνουν τον χώρο του Μουσείο στα 4.500 τ.μ. προκειμένου να μεγαλώσουν τον αριθμό των εκθεμάτων στις 530 μοτοσυκλέτες συνολικά (σε αντίθεση με τις 350 που ήταν πριν). Η μακροσκελής αίτηση για να πάρουν την άδεια γι’ αυτήν την επέκταση είχε ήδη υποβληθεί, με το αποτέλεσμα να είναι υπέρ τους. Οπλισμένοι με αυτή την έγκριση από τις τοπικές αρχές να ανακατασκευάσουν το Μουσείο σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα σχέδια, οι Scheiber ξεκίνησαν την αποπεράτωση του έργου με την ταχύτητα και το πάθος ανδρών που έχουν συνηθίσει να ολοκληρώνουν τις υποχρεώσεις τους όσο πιο γρήγορα γίνεται, με τις αυστηρότερες προδιαγραφές – και έχοντας τα κεφάλαια για να εξασφαλίσουν κάτι τέτοιο. Ένας στόλος από 30 μπετονιέρες ξεκίνησαν να οργώνουν τους δρόμους ανάμεσα σε Obergurgl και Hochgurgl και μέχρι 100 άνδρες να εργάζονται στο κτίριο, κάθε ώρα της ημέρας. Ως ο μεγαλύτερος εργοδότης στην περιοχή, η οικογένεια Scheiber έχει δημιουργήσει καλή φήμη σε βάθος τεσσάρων γενεών, επομένως η πλήρης υποστήριξη για την αναστήλωση του μουσείου μετά την φωτιά από όλες τις κατευθύνσεις, ήταν προβλεπόμενη.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
Σημερινή άποψη του εστιατορίου του Top Mountain

Δέκα μήνες μετά την ημέρα που ξέσπασε η φωτιά, το πλήρως ανανεωμένο και ολοκληρωτικά ανακατασκευασμένο Μουσείο Μοτοσυκλέτας Top Mountain άνοιξε ξανά στις 18 Νοεμβρίου 2021 – μεγαλύτερο και καλύτερο από πριν, αλλά με την ίδια χαρακτηριστική κεντρική έκθεση, με ξεχωριστές ομάδες μοτοσυκλετών – μόνο που τώρα είναι περισσότερες από πριν. Πράγματι – η συλλογή είναι πολύ μεγαλύτερη και οπωσδήποτε καλύτερη από πριν και αξίζει να κάνετε μία παράκαμψη από το πρόγραμμά σας για να το επισκεφτείτε.

Παραδόξως όμως, δεν υπάρχει κατάλογος που να καλύπτει το Μουσείο, ούτε καν μία λίστα με τις μοτοσυκλέτες που εκτίθενται, κάτι που σίγουρα θα κάλυπτε το κόστος του πολύ γρήγορα. Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζεις μόνο ότι βλέπεις μέσω των ελάχιστων πληροφοριών σε μία μεταλλική πλάκα μπροστά από κάθε μοτοσυκλέτα. Επιπλέον, η κύρια έκθεση των μοτοσυκλετών έχει ορισμένα μηχανήματα αρκετά μακριά από τον θεατή – δεν είναι ότι έχει ως προτεραιότητα την ποσότητα σε βάρος της ποιότητας, αλλά υπάρχουν μερικές πραγματικά συναρπαστικές μοτοσυκλέτες που είναι πολύ μακριά για να δεις την κάθε λεπτομέρεια από κοντά. Κρίμα.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
Σημερινή άποψη της βασικής αίθουσας του Μουσείου - Μεγάλη συλλογή φωτογραφιών στο τέλος του άρθρου!

Εκτός από τις 530 μοτοσυκλέτες από το 1885 και έπειτα μέχρι το σήμερα και τις ειδικές εκθέσεις, το Μουσείο προσφέρει ένα ακόμα αξιοθέατο που απευθύνεται κυρίως στους νεότερους επισκέπτες. Η KTM έχει υπάρξει σημαντικός υποστηρικτής του Μουσείου Top Mountain από την πρώτη μέρα και πέραν τις 24 μοτοσυκλέτες που δάνεισε από το δικό της μουσείο Motohall στο Mattighofen, συμπεριλαμβανομένης μίας αγωνιστικής RC16 του MotoGP, βοήθησε στην δημιουργία ενός ξεχωριστού τομέα με την ονομασία ‘Motor Experience’. Αυτή η έκθεση πολυμέσων περιλαμβάνει έναν κινηματογράφο 4D, ένα τοίχο με κινητήρες, τεχνολογίες προσομοίωσης που δείχνουν πώς λειτουργούν οι τετράχρονοι και οι δίχρονοι κινητήρες και πολλούς ήχους κινητήρα σε διάφορους σταθμούς που είναι κατανεμημένοι σε όλο τον εκθεσιακό χώρο.

Είναι κάτι που έκανε η KTM στο Motohall, όπου ζωντανεύει τους αναβάτες με τους οποίους έχει κερδίσει τόσους πολλούς τίτλους όλα αυτά τα χρόνια με τον επισκέπτη να ακούει την φωνή τους και να βλέπει την προσπάθειά τους σε ένα τεράστιο video-εμπειρία που επίσης αξίζει την επίσκεψη αν σας βγάλει ο δρόμος προς τα εκεί. Διαφορετικά αντίστοιχη είναι και η εμπειρία στο Top Mountain.

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
Εκείνο που λείπει από το μουσείο, είναι οι πληροφορίες για όλα τα εκθέματα

Σκοπός όλων αυτών είναι να δώσουν στους επισκέπτες την δυνατότητα να ‘βιώσουν την γοητεία της οδήγησης μοτοσυκλέτας με όλες τους τις αισθήσεις, ακόμα κι αν δεν έχουν το αντίστοιχο δίπλωμα’, όπως μας ενημερώνει η πινακίδα μπροστά από την είσοδο. Στα αξιοθέατα περιλαμβάνεται το “Sound of Motorbikes”, όπου οι επισκέπτες μπορούν να καθίσουν πάνω σε μία μοτοσυκλέτα-προσομοιωτή και να βιώσουν τις αισθήσεις της οδήγησης μίας πραγματικής, με τους κραδασμούς, το θόρυβο και την δυναμική συμπεριφορά. Και ναι – είναι διασκεδαστικό ακόμα και για όσους από εμάς οδηγούμε πραγματική μοτοσυκλέτα!

Top Mountain - Μουσείο μοτοσυκλέτας
Προσφέρεται για βόλτα με μοτοσυκλέτα

Αλλά το βασικό πλεονέκτημα του αναγεννημένου Μουσείου Top Mountain είναι η τεράστια ποικιλία σημαντικών μοτοσυκλετών από όλο τον κόσμο, οι οποίες, χάρη στο αποφασιστικό πάθος και το κίνητρο των αδελφών Scheiber, εκτίθενται ακόμα μία φορά για να μπορούμε εμείς να τις θαυμάσουμε. Μεγαλύτερο, και σίγουρα καλύτερο – αλλά σε απελπιστική ανάγκη ενός ενημερωτικού φυλλαδίου, ή μίας ακουστικής παρουσίασης.

Ακολουθεί μεγάλη συλλογή φωτογραφιών:

Αποκλειστική «συνέντευξη» του John McGuinness: Μικρές σφαλιάρες αλήθειας…

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

12/5/2016

Περάσαμε δύο μέρες με τον θρύλο του “road racing”, John McGuinness, λίγο πριν αρχίσει την εξοντωτική προπόνηση για το Isle of Man TT -εξοντωτική ως προς την χοληστερίνη και τα λιπαρά- και επιβεβαιώσαμε ότι πρόκειται για το τελευταίο ίσως αυθεντικό δείγμα, παλιάς κοπής αναβατών!

 

Έχω συζητήσει με αρκετούς αγωνιζόμενους αυτού του επιπέδου και έχω παραβρεθεί σε συζητήσεις με ακόμα περισσότερους, όμως είναι η πρώτη φορά που όταν χαιρετιστήκαμε στο τέλος, ένιωθα ότι αποχαιρετούσα έναν φίλο και κάτι μου λέει ότι το ίδιο ίσχυε κι από την πλευρά του, ή τουλάχιστον έτσι ήταν εκείνη την στιγμή μετά από μπύρες και τζιν-τόνικ, «α φ***κινκ φουντάστικ ντρινκ» όπως λέει!

Ας ξεκινήσω όμως από την αρχή, για να δώσω την συνολική εικόνα. Το MOTO είχε προσκληθεί αποκλειστικά στην παρουσίαση των νέων Dunlop Roadsmart III στην Γαλλία, που διαβάζετε στο τεύχος που κυκλοφορεί, κι εκεί ήταν και ο John McGuinness. Η παρουσία του καθοριζόταν από το νέο συμβόλαιο χορηγίας που υπέγραψε με την Dunlop και είχε έρθει μαζί με έναν εξίσου απίθανο τύπο από το τμήμα marketing, ο οποίος κουβαλούσε μία ακόμα πιο απίθανη πορεία μέσα στην εταιρία. Για σχεδόν μία δεκαετία είχε εργαστεί στην εξέλιξη των ελαστικών κι αργότερα θα καταλάβαινα, για πιο λόγο τον προώθησαν στο συγκεκριμένο τμήμα, που απαιτεί τελείως διαφορετικό υπόβαθρο. Αυτό το δίδυμο λοιπόν ήρθε κατευθείαν μόλις προσγειώθηκε, σ’ ένα παλιό κτήμα που η Dunlop είχε μισθώσει για την παρουσίαση του ελαστικού και το καθορισμένο δείπνο, πριν την δοκιμή μας που θα ξεκινούσε νωρίς το πρωί την επόμενη μέρα.

Ο McGuinness μπαίνει στο χωλ μ΄ ένα σακίδιο στην πλάτη, και πάει κατευθείαν στο μπαρ κατεβάζοντας μία μπύρα πριν περάσει το πρώτο λεπτό. Κάνουμε μία δυνατή χειραψία με το που μας συστήνουν και πριν αρθρώσω λέξη: «περίμενε λίγο να ρίξω ένα κατούρημα, έχω πεθάνει, και μερικά φιστίκια πρέπει να μασουλήσω.. έρχομαι μωρέ δεν θα αργήσω». Ωραία λέω από μέσα μου, κάθε έννοια επισημότητας και τυπικότητας μπορώ να θεωρήσω ότι μόλις έληξε… Του δείχνω ένα τεύχος του MOTO, το ξεφυλλίζει και εντυπωσιάζεται: «ωραίες φωτογραφίες και στήσιμο, ελληνικά δεν ξέρω μπορεί να είναι σκατά όλα εδώ μέσα.. αλλά οκ». Το συνεχίζω στο στιλ του: «Μην ανησυχείς, στην Ελλάδα κάθε πωλητής που θεωρεί ότι δεν πουλάει γιατί εμείς γράψαμε την γνώμη μας - όχι γιατί δεν είναι καλός στη δουλειά του - ή κάθε ένας που δεν του επιβεβαιώνουμε ότι αγόρασε το καλύτερο μοντέλο των πέντε ηπείρων και των επτά θαλασσών, λέει ακριβώς τα ίδια. Αμφότεροι χωρίς να έχουν διαβάσει πολλές φορές, χωρίς αντεπιχειρήματα!» Γελάει δυνατά και φτύνει και μερικά φιστίκια που μασουλούσε: «ο κόσμος είναι ευκολόπιστος φίλε και ακολουθεί εκείνον που δίνει την ωραιοποιημένη εικόνα, όταν λες αλήθειες κάνεις εχθρούς». Κατά την παρουσίαση που ξεκίνησε αμέσως μετά, κάθισε στο βάθος της αίθουσας, κι όταν οι άνθρωποι της Dunlop ανακοίνωσαν ότι μαζί μας είναι και ο McGuinness, για να τον δουν και οι υπόλοιποι δημοσιογράφοι, εκείνος σήκωσε απλά το χέρι του: «ναι-ναι, αυτός είμαι εγώ»…

 

Ο John McGuinness ξεφυλλίζοντας ένα παλιότερο τεύχος του MOTO:

 

Το μόνο θετικό με τις αποκλειστικές αποστολές, σε σύγκριση με τις καλές εποχές όταν μαζί με το MOTO ταξίδευαν και πολλοί ακόμα δημοσιογράφοι, είναι ότι τώρα που είμαστε ένας ή δύο Έλληνες δεν μπορούν να μας κρατήσουν ξεχωριστό τραπέζι κι έτσι σχεδόν πάντα καταλήγουμε να καθόμαστε μαζί με τους ανθρώπους των εταιριών. Αυτό είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα, γιατί η κουβέντα μπορεί να συνεχίσει με πιο προσωπικό χαρακτήρα και σε χαλαρότερο ύφος. Πολλές από τις αποκλειστικές πληροφορίες που γράφουμε στο MOTO για τις μοτοσυκλέτες, ή τα ελαστικά στην προκειμένη περίπτωση, τις έχουμε εκμαιεύσει μ’ αυτόν τον τρόπο. Για παράδειγμα οι πολυπληθείς Ιταλοί σε παρακείμενο τραπέζι, δεν αντάλλαξαν κουβέντα με τον McGuinness, δύο μέρες. Από την άλλη πλευρά, η κουβέντα αυτή δεν γίνεται να μετατραπεί ποτέ σε συνέντευξη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τον συγκεκριμένο τύπο, αλλά μπορεί να βγει μία ιστορία που φανερώνει πολλά περισσότερα για τον χαρακτήρα του, κι αυτό ακριβώς διαβάζετε, γι’ αυτό και υπάρχουν τα εισαγωγικά στην λέξη «συνέντευξη» στον τίτλο! Καθόμαστε αντικρυστά λοιπόν απολαμβάνοντας ένα κομμάτι φουά γκρα με ένα συνονθύλευμα παράταιρων μεταξύ τους υλικών που μόνο μασώντας τα όλα μαζί υπάρχει νόημα, και με αφορμή την γαστριμαργία που έχει απλωθεί μπροστά μας και τον ρυθμό που την εξαφανίζει, σχολιάζω τα παραπανήσια κιλά του και τον ρωτάω για τις διατροφικές συνήθειες, και το αγγλικό πρωινό των πρωταθλητών: «Φίλε έχω προσπαθήσει στο παρελθόν ν’ ακολουθήσω ότι βλακεία υπάρχει εκεί έξω και δεν θα το ξανά κάνω ποτέ. Δεν μπορούσα να οδηγήσω! Το κεφάλι μου πονούσε, έχανα αυτοσυγκέντρωση, αισθανόμουν κουρασμένος. Μόλις έπεσα ξανά στις μπριζόλες ήρθα στα ίσια μου. Έκανα ξανά χρόνους! Δεν ξέρω για τους άλλους, αλλά έτσι είναι σε εμένα, αυτό δουλεύει. Έχω κοιλιά και πάω γρήγορα, όταν δεν έχω πάω σκατά!»

 

Καταρχήν είναι απόλαυση να τον ακούς να τα λέει όλα αυτά με την προφορά που τον διακρίνει, κάνοντας γκριμάτσες και βάζοντας την λέξη από “f” στη μέση κάθε φράσης, ενίοτε και δύο φορές, κολλώντας την κάπου τυχαία, από το άγχος μήπως και την ξέχασε. Αμέσως μετά έρχεται ένα κομμάτι ψάρι που το κοιτά στραβά και αστειευόμαστε με την γκριμάτσα του, για να έρθει το σχόλιο από τον περίεργο άνθρωπο της Dunlop, που δεν θα κατονομάσουμε: «ξέρεις ο τύπος αυτός –δείχνει τον McGuinness δίπλα του- πάει για ψάρεμα συνέχεια και μία εποχή έβγαζε και λεφτά από αυτό, αλλά δεν του αρέσουν και δεν τα έτρωγε ποτέ. Ψαράς που δεν τρώει ψάρια!». Σωστά για αυτό άλλαξε επάγγελμα του λέω! Την ώρα που ο διπλανός δημοσιογράφος, ένα φίλος από την Πορτογαλία, γυρίζει να μιλήσει από την άλλη πλευρά, ο McGuinness αρχίζει να του τσιμπάει τα καρότα από το πιάτο με το ένα χέρι, κάνοντας μου νόημα με το άλλο να μην πω τίποτα… Μέχρι να γυρίσει, το πιάτο ήταν τελείως άδειο. Στην κεφαλή του τραπεζιού μας καθόντουσαν ο διευθυντής του αγωνιστικού τμήματος της Dunlop, ένας άνθρωπος που συνήθως παρευρίσκεται σε δείπνα με την Dorna, αρκετοί κορυφαίοι από το τμήμα marketing και στην απέναντι πλευρά, ο υπεύθυνος εξέλιξης των ελαστικών. Όχι μόνο δεν τον σταμάτησε αυτό, αλλά μόλις έφεραν ένα επιδόρπιο, μία μεγάλη μπάλα λεπτής σοκολάτας που μέσα της είχε μία μικρότερη με παγωτό, ο McGuinness έριξε μία γροθιά στο πιάτο του διπλανού του, (του απίθανου Άγγλου που τον συνόδευε στο ταξίδι) ανατινάζοντας το γλυκό, εκτοξεύοντας παγωτό και σοκολάτες στο τραπέζι! Όλα αυτά θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει άπαντες σε αμηχανία, αν γινόντουσαν με το θράσος ενός έφηβου που αποζητά την προσοχή και συμπεριφέρεται απερίσκεπτα. Είναι αλήθεια ότι διαβάζοντάς τα κανείς, αυτήν την εντύπωση αποτυπώνει, ότι ο McGuinness συμπεριφέρεται σαν άξεστος έφηβος. Ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Δεν έχω πετύχει άλλον τύπο ανθρώπου, που μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο σ’ ένα επίσημο τραπέζι, μπροστά σε αγνώστους, με σοβαρότητα και επισημότητα, αλλά όχι με θράσος. Με το στιλ, κοιτάξτε ας χαλαρώσουμε λίγο, κι ας συνεχίσουμε ως ενήλικες και μάλιστα να περνά το στιλ αυτό με άνεση σε όλους! Εξαιτίας του McGuinness λοιπόν, καταλήξαμε να είμαστε μία παρέα φίλων, τσουγκρίζοντας ποτήρια και κάνοντας περισσότερη φασαρία και από την κλίκα των Ιταλών δημοσιογράφων!

Ήταν η κατάλληλη ώρα λοιπόν, για τις πιο σοβαρές ερωτήσεις: «Τι γνώμη έχεις για το περιστατικό Marquez – Rossi, από την στιγμή που τους ξέρεις και προσωπικά;» - «Κοίτα, όποιος επιμένει ότι ο Rossi δεν κλώτσησε τον Marquez κάνει τραγικό λάθος, έχω ρίξει πολλές κλωτσιές και αγκωνιές ακόμα, ξέρω τι σου λέω. Όμως από την άλλη ο Marquez του άξιζε ένα χέρι ξύλο, όχι απλώς κλωτσιά, συμπεριφέρθηκε σαν π*****ς!» - «Είχα πει ακριβώς το ίδιο, και ήταν η πρώτη φορά που δέχτηκα μπούλινγκ στην δημοσιογραφική μου καριέρα, παίζει να είμαι και ο μόνος από τη χώρα μου που υποστήριξε δημόσια κάτι τέτοιο... άσχετα με τ’ ότι ο Rossi είναι ο αγαπημένος μου αναβάτης… κι όσο έβγαιναν αργότερα πολλοί δημοσιογράφοι ανά τον κόσμο κι έλεγαν το ίδιο, ότι δηλαδή πρώτη φορά έβλεπαν μπούλινγκ στο MotoGP, τόσο μετριαζόταν οι αντιδράσεις. Στο τέλος αρκετοί οπαδοί του Rossi άλλαζαν στάση λέγοντας απλά ότι του άξιζε η κλωτσιά, δηλαδή αναγνωρίζοντας τι συνέβη!» - «Σωστά, ο κόσμος ξέρεις θέλει αναβάτες-είδωλα. Ο Marquez από την άλλη συμπεριφέρθηκε απαίσια καθυστερώντας τον Rossi, και είναι εξίσου κάτι που δεν χωρά αμφισβήτηση. Απλά περιμένεις από τον Rossi να αντιδράσει διαφορετικά, αν είχε κρατήσει την ψυχραιμία του μπορεί να είχε κερδίσει και τον τίτλο. Εμένα με ενόχλησε πολύ και ο Lorenzo, αν είχε α*****ια θα πήγαινε τότε - μετά τον γύρο προθέρμανσης - και θα σταματούσε δίπλα στον Rossi, για να ξεκινήσουν μαζί! Μπορεί να έχανε τον τίτλο, αλλά θα είχε κερδίσει απίστευτο σεβασμό και θα άλλαζε την γνώμη του κόσμου για πάντα. Όμως δεν έχει α*****ια! Ξέρεις, αυτό που πρέπει να καταλάβουν όλοι αυτοί οι παγκόσμιοι αναβάτες, είναι ότι σε περίπτωση που δεν υπήρχε ο Rossi, δεν θα υπήρχε και το τελευταίο μηδενικό στην παχουλή αμοιβή τους! Εκατομμύρια παίρνουν μόνο και μόνο γιατί υπήρξε το φαινόμενο Rossi, αλλιώς θα σου έλεγα εγώ τι θα έπαιρναν! Το αντιλαμβάνονται βέβαια, και εγώ το έχω πει σε πολλούς, το αναγνωρίζουν, αλλά είναι και ο εγωισμός στην μέση..» - «Ο Rossi είναι ο καλύτερος όλων των εποχών, όχι αλάνθαστος, αλλά ο καλύτερος, εσύ; Τον φτάνεις έστω και λίγο;» - «Χα! Φαντάζομαι ξέρεις τι είπε όταν ήρθε στο Isle of Man (σημ.: Ότι οι αναβάτες είναι τρελοί και ο αγώνας πολύ επικίνδυνος) με προσκάλεσε κιόλας να πάω στο ράντσο του. Δύο φορές ήταν να πάω, αλλά και τις δύο υπήρχε πρόβλημα με το πρόγραμμά μας, δεν ταίριαζε. Με ενόχλησε όμως ότι θα υπογράφαμε χαρτί, που θα έλεγε πως κάθε video που θα τραβούσαμε, θα το ενέκριναν οι δικοί του και θα έκοβαν κάθε απόσπασμα που θα με έδειχνε μπροστά!» - «Γιατί είσαι τόσο σίγουρος ότι εσύ και η κοιλιά σου, θα ήσασταν πιο γρήγοροι από τον Rossi- «Γιατί φίλε μου εγώ έχω το όπλο του ρίσκου, εκείνος όχι. Εγώ στα α*****ια μου αν πέσω, εκείνος όχι! Και μέσα εκεί, δεν είναι πίστα να έχει το πάνω χέρι, ταιριάζει περισσότερο το στιλ μου» - «Μου φαίνεται δεν θα μάθουμε ποτέ» του λέω με νόημα. - «Εγώ πάλι είμαι σίγουρος!» μου απαντά γελώντας.

 

Ο McGuinness με τον Rossi, το 2009

 

Όπως καταλαβαίνετε, ο McGuinness δεν είναι άνθρωπος που τον απασχολεί η δημόσια εικόνα του για να μετρήσει τα λόγια του, και διακατέχεται από μία ειλικρίνεια που σπάνια συναντάς. Δεν είναι όλοι όσοι συμμετέχουν στο “road racing” το ίδιο, και για αυτό τον ρώτησα πιο συγκεκριμένα, και χωρίς περιστροφές:

«Ο Guy Martin είναι σίγουρα πιο γνωστός στην Ελλάδα από εσένα, κι ας έχεις κερδίσει τόσους τίτλους στο Isle of Man που δεν τους θυμάσαι όλους, αντιστρόφως ανάλογα όμως απολαμβάνει περισσότερη δημοσιότητα παντού» - «Κοίτα ο Guy δεν είναι και πολύ καλά, έχει θέματα εννοώ, είναι αγοραφοβικός και δεν αντέχει τον κόσμο, και έχει πρόβλημα συγκέντρωσης. Για καμιά ώρα μπορεί να μείνει συγκεντρωμένος, μετά όμως το χάνει και για αυτό δεν κερδίζει. Πιστεύω ότι θα ξανά γυρίσει όμως, θα ξανά τρέξει από την επόμενη χρονιά» - «Ναι αλλά γιατί είναι τόσο δημοφιλής πιστεύεις; Μήπως γιατί βγήκε στο ντοκυμαντέρ και είπε ότι “την παίζει”;» - «Σώπα μωρέ, όλοι μας “την παίζουμε” δεν είναι αυτό. Απλά έχει εκπληκτικό μάνατζερ, έχει μάνατζερ για την δημόσια εικόνα του, κατάλαβες;» - «Θα κρατήσω αυτό που είπες για την συγκέντρωση. Είναι αυτό που σε κάνει να ξεχωρίζεις;» - «Είναι απαραίτητο χαρακτηριστικό στους αγώνες, αλλά ειδικά στο Isle of Man, είναι απαραίτητο για την επιβίωσή σου. Χάνεις αυτοσυγκέντρωση και μπορεί να χάσεις τη ζωή σου, το ρίσκο είναι μεγάλο και όλοι μας έχουμε βρει τρόπο να εξασκήσουμε την αυτοσυγκέντρωσή μας!».

Την συζήτηση διακόπτει ο δίδυμος αδερφός του στην δόση τρέλας που κουβαλάνε, ο άνθρωπος της Dunlop που τον πιάνει κεφαλοκλείδωμα βάζοντας τέλος στην συζήτηση για τους αγώνες και γυρνώντας το στα προσωπικά. Το τρελό αγγλικό σύστημα ασφάλισης, είναι η αιτία που ο McGuinness δεν οδηγεί στον δρόμο. Μόλις δηλώσει το επάγγελμά του: «αναβάτης αγώνων», τα ασφάλιστρα εκτοξεύονται τόσο ψηλά που καθίστανται απαγορευτικά. «Έχω μονάχα ένα MSX 125 και μάλιστα με χορηγία, κάθε φορά που το καβαλάω πρέπει στο κράνος να φαίνεται το αυτοκόλλητο της ασφαλιστικής!». Ο McGuinness κάνει και enduro για προπόνηση: «Έχω ένα KTM, αλλά επειδή έχω συμβόλαιο με την Honda δεν πρέπει κανείς να με δει με αυτό…».

Την επόμενη μέρα η δοκιμή ξεκινά από τον δρόμο και ο McGuinness οδηγεί μαζί μας, όμως είναι πίσω από τους τελευταίους και πηγαίνει αρκετά πιο σιγά. Η δικαιολογία του είναι ότι το απολαμβάνει, έχει καιρό να οδηγήσει μοτοσυκλέτα στο δρόμο και δεν ξέρει πότε θα το ξανά κάνει. Βρίσκει μάλιστα το Crosstourer με DCT εξαιρετικό και του λέω ότι αυτό είναι παραπάνω από ανησυχητικό. Γιατί το DCT είναι εξαιρετικό στην Africa Twin και γενικά το Crosstourer δεν είναι κορυφαία μοτοσυκλέτα, αλλά για εκείνον μετρά η βόλτα… Το μεσημέρι οδηγούμε στην πίστα μοτοσυκλέτες της BMW με πάνω από χίλια κυβικά και εκείνος ένα ταπεινό συγκριτικά CB650F της Honda, εξαιτίας του συμβολαίου μαζί τους. Περίμενα ότι και με το MSX 125 να έμπαινε στην πίστα πάλι μπροστά μας θα έβγαινε, όπως χρόνια πριν στην ίδια πίστα είχε συμβεί με τον νεαρό τότε Simoncelli, που ενώ καβαλούσε ένα ταπεινό Dorsoduro 750 και εμείς είχαμε GSXR1000, μας περνούσε πάνω από τα κερμπ σαν σταματημένους! Οδηγούσα λοιπόν μπροστά έχοντας έναν Ιταλό δημοσιογράφο να με κυνηγάει και περίμενα με ανυπομονησία την στιγμή που ο McGuinness θα μας έκανε σουβλάκι. Ποτέ! Βγήκα και του ζήτησα τα ρέστα, για να μου πει ότι ο ρυθμός ήταν μια χαρά και δεν είχε λόγο να περάσει… Είμαι σίγουρος ότι αν του χτίζαμε έναν τοίχο στην μέση, κόβοντας το πλάτος της πίστας, τότε θα έπαιρνε τα πάνω του!

Το ίδιο βράδυ πιάσαμε μία μακρά κουβέντα για τους Άγγλους και τις συνήθειές τους γενικά, αποφεύγοντας να ξανά γυρίσουμε στους αγώνες, μένοντας μόνο σ’ ένα σημείο. Ο John πιστεύει ότι θα καταφέρει την νίκη φέτος και υποστηρίζει ότι την θέλει περισσότερο από τον καθένα για να φτάσει λίγο πιο κοντά στο ρεκόρ του Joey Dunlop. Στην ηλικία των 44άρων κανείς δεν μπορεί να πει αν θα καταφέρει να το ξεπεράσει, καθώς ακόμα κι αν κερδίσει φέτος, πάλι θα τους χωρίζουν δύο νίκες. Καθώς όμως οι αγώνες διεξάγονται σε περισσότερες από μία κατηγορίες, δεν είναι και αδύνατο να σπάσει αυτό το ρεκόρ…

Ο McGuinness δυσκολεύεται με το πρωινό ξύπνημα, μονάχα τις ημέρες των αγώνων είναι τυπικός, οπότε μας χαιρετά από το βράδυ. Θα μας συνοδέψει το πρωί μέχρι το αεροδρόμιο ο άλλος τρελός της παρέας που σιγοτραγουδά μία πρόσκαιρη επιτυχία, το Watch Me (Whip/Nae Nae) του Silentó, το τελευταίο ίσως τραγούδι που περιμένεις να ακούσεις από μεγάλο στέλεχος πολυεθνικής εταιρίας. Όσο παίρνεις τον εαυτό σου σοβαρά, τόσο πιο δύσκολο είναι να πετύχεις σ’ αυτό που κάνεις, και ο McGuinness ασπάζεται αυτό το αξίωμα στο έπακρο. Δεν γίνεται να είναι περισσότερο χαλαρός και οι εταιρίες που τον χορηγούν, τον πλαισιώνουν με άτομα της ίδιας νοοτροπίας, που αισθάνονται άνετα να σιγοτραγουδούν το Watch Me Whip... Τελικά είναι προσωπικότητες όπως ο John McGuinness, που κάνουν το Isle of Man TT τόσο ξεχωριστό, πέρα από το θέαμα και την φήμη του πιο επικίνδυνου αγώνα του κόσμου!

 

Όσο ο McGuinness ψάχνει μία φωτογραφία στο κινητό του, είναι ευκαιρία να ξεφύγουμε από τις "ανατινάξεις γλυκών" και να συνομιλήσουμε με τους ανθρώπους της Dunlop, που ξεφυλλίζουν τα τεύχη του MOTO! Στην κορυφή του τραπεζιού ο Dimtry Talboom, υπεύθυνος εξέλιξης των ελαστικών και δείχνει με το δάχτυλο εν μέσω της συζήτησης, ο Andy Marfleet διευθυνής marketing για όλη την Ευρώπη. Οι λεπτομέρειες στο τεύχος που είναι στα περίπτερα... 

 

εξαιρετικά αφιερωμένο από τον McGuinness και τον "δίδυμο στην τρέλα" το παρακάτω άσμα που σιγοτρογουδούσαν, διανθίζοντάς το με την χαρακτηριστική προφορά!

 

Ετικέτες