Δοκιμή καθαρισμού κινητήρα με Motul Engine Clean

Δοκιμάσαμε: MOTUL Engine Clean μετρώντας συμπίεση!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

29/11/2017

Ο καθαρισμός κινητήρα δεν είναι διαδεδομένη πρακτική στην Ελλάδα όπως προκύπτει από τα στοιχεία αγοράς των αντίστοιχων προϊόντων καθαρισμού στην χώρα μας. Μία από τις αιτίες είναι η ελλιπής ενημέρωση για την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας, που όταν συνδυάζεται με την άγνοια γύρω από την καθ’ αυτή αναγκαιότητα του καθαρισμού αλλά και την παραπληροφόρηση που επίσης βλέπουμε να υπάρχει, μας αφήνει να κατανοήσουμε τους λόγους που η πλειοψηφία δεν καθαρίζει συχνά τους κινητήρες από κατάλοιπα της καύσης.

Το ζήτημα για εμάς ήταν να αποτυπώσουμε έμπρακτα την διαφορά πριν και μετά την εφαρμογή προϊόντος καθαρισμού και η ευκαιρία αυτή δόθηκε στο συνεργείο MOTO R-Evolution του κ. Μηνά Καραλή κατά την διάρκεια τεχνικού σεμιναρίου.

-------

Με την συνεργασία του συνεργείου μοτοσυκλετών: Μηνά Καραλή MOTO R-Evolution & της MOTUL Greece

Οι συνθήκες εφαρμογής ήταν ιδανικές για να δυσκολέψουμε το προιόν: Είχαμε στην διάθεσή μας μία Yamaha R1 του 2003 με αποκλειστικό ρόλο χρήσης τα track days, κι εμφανώς να έχουν παραμεληθεί τα διαστήματα συντήρησής της. Το οξύμωρο βέβαια ήταν πως μόλις 500 χιλιόμετρα πριν, είχαν αλλαχθεί τα λάδια. Οποιαδήποτε διαφορά μετά τον καθαρισμό, θα αποκτούσε λοιπόν πολλαπλάσια αξία.

Ο κ. Καραλής αφαιρεί μπροστά μας το καπάκι κεφαλής, μετρώντας συμπίεση, κι εξετάζοντας παράλληλα την όψη στους εκκεντροφόρους. Οι επικαθήσεις, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν αρκετές και χρειάζονται τρίψιμο για να αφαιρεθούν. Κλείνουμε τον κινητήρα, τον ζεσταίνουμε, κι αδειάζουμε στα λάδια ένα δοχείο 200ml Engine Clean της MOTUL, χωρίς να αφαιρέσουμε λάδι πιο πριν, καθώς δεν ήταν απαραίτητο.

 

 

Βάζουμε μπροστά την R1 και την αφήνουμε περίπου 20 λεπτά στο ρελαντί, στη διάρκεια των οποίων δεν ανέπτυξε ιδιαίτερα υψηλή θερμοκρασία. Αδειάζουμε τα λάδια και ξανά ανοίγουμε τον κινητήρα.

Οι επικαθήσεις στους εκκεντροφόρους είναι φανερά λιγότερες, αλλά το σημαντικό δεν είναι στην όψη τους, το σημαντικό είναι πως πλέον αφαιρούνται με ένα απλό πέρασμα του δαχτύλου χωρίς τρίψιμο, χωρίς πίεση!

Η όψη στο «ματάκι» της στάθμης του λαδιού είναι σημαντικά καλύτερη και την διαφορά έρχεται να επιβεβαιώσει η μέτρηση της συμπίεσης που έχει ανέβει κατά ενάμισι κιλοπασκάλ. Το μανόμετρο τοποθετήθηκε στον ίδιο κύλινδρο και δείχνει την διαφορά του πριν και του μετά, στο πολύπαθό αυτό μοτέρ της συγκεκριμένης Yamaha R1.

Συνήθως η διαφορά στην συμπίεση από τον καθαρισμό κινητήρα, δεν είναι σε μέγεθος που ο μέσος αναβάτης αντιλαμβάνεται απευθείας με το χέρι του, όμως τέτοια νούμερα μπορούν να γίνουν άμεσα αντιληπτά από τον δεξί καρπό, πριν χρειαστείς επαλήθευση από δυναμόμετρο.

Υπάρχει μία παραπληροφόρηση, τοπικά εδώ στην Ελλάδα, για την λειτουργία των προϊόντων καθαρισμού κινητήρα. Ιδιαίτερα από την στιγμή που μετά από τον καθαρισμό σε παλιές και κακοσυντηρημένες μοτοσυκλέτες, υπάρχουν ορισμένοι που δηλώνουν να έχουν εντοπίσει τα πρώτα σημάδια διαρροής από φλάτζες κατηγορώντας το καθαριστικό. Ωστόσο δεν ισχύει κάτι τέτοιο στην πράξη. Κανένα από τα συστατικά του καθαριστικού δεν είναι διαβρωτικό και για αυτό όχι μόνο δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη υποχρεωτική σε αυτές τις περιπτώσεις σήμανση, αλλά συνίσταται η χρήση του και σε κάθε αλλαγή λαδιών, αν αυτό είναι οικονομικά εφικτό. Αυτό που συμβαίνει μερικές φορές σε συνεργεία, είναι ασυντήρητες μοτοσυκλέτες που με τον καιρό οι επικαθίσεις έχουν σφραγίσει τις διαρροές τους, να ανακαλύπτουν πως επιτέλους θα πρέπει να γίνει μία γενική συντήρηση.

Για εμάς η διαδικασία επαλήθευσης της αποτελεσματικότητας του καθαρισμού κινητήρα, δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Μετρήσαμε την συμπίεση πριν και μετά, είδαμε τα κατάλοιπα της καύσης να φεύγουν και τις επικαθήσεις να αφαιρούνται χωρίς τρίψιμο και πίεση, σε σημείο που θα εξαφανίζονταν πλήρως μετά από άλλη μία αλλαγή λαδιών με καθαρισμό και διαπιστώσαμε έτσι έμπρακτα την διαφορά από την χρήση του MOTUL Engine Clean.

Στην Κεντρική Ευρώπη έχουμε εικόνα από το MOTUL Engine Clean να χρησιμοποιείται και στα diesel αυτοκίνητα, όπου η ποιότητα του καυσίμου δημιουργεί πολλά προβλήματα και ο καθαρισμός των κινητήρων από τα κατάλοιπα της καύσης, μια πιο συνηθισμένη διαδικασία. Γενικότερα στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο καθαρισμός κινητήρα είναι μία πιο συνηθισμένη διαδικασία, και με την βοήθεια του συνεργείου R-Evolution και της MOTUL, μπορέσαμε έμπρακτα να δείξουμε πως δεν συμβαίνει τυχαία.

 



 

Motul Engine Clean

Ειδικό καθαριστικό για 4-χρονους κινητήρες μοτοσυκλετών με ή χωρίς υγρό συμπλέκτη. Διαλύει αποτελεσματικά επικαθήσεις άνθρακα και κατάλοιπα καύσης. Εξουδετερώνει τα υποπροϊόντα καύσης που επιβαρύνουν την λειτουργία και επιταχύνουν την φθορά του κινητήρα. Τα διαλυμένα κατάλοιπα απομακρύνονται από τον κινητήρα κατά την διαδικασία αλλαγής λιπαντικών. Καθαρίζει τον κινητήρα και επαναφέρει τα αρχικά επίπεδα συμπίεσης των κυλίνδρων. Καθαρός κινητήρας σημαίνει αύξηση ιπποδύναμης, μείωση κατανάλωσης καυσίμου και λιπαντικού, ομαλότερη λειτουργία και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Μειώνει την ρύπανση των καυσαερίων, μειώνει την επιβάρυνση του περιβάλλοντος και προστατεύει τον καταλυτικό μετατροπέα.

Δείτε περισσότερα για το MOTUL Engine Clean

Εφαρμογή: 1) Προσθέστε το προϊόν στο σύστημα λίπανσης πριν την αλλαγή λαδιών, σε θερμοκρασία λειτουργίας. 2) Λειτουργήστε τον κινητήρα για περίπου 15 λεπτά στο ρελαντί, χωρίς να ανεβάσετε καθόλου στροφές. 3) Κατόπιν σβήστε τον κινητήρα και αντικαταστήστε τα λιπαντικά και το φίλτρο λαδιού με καινούργια. Για ιδανικά αποτελέσματα επαναλάβατε σε κάθε αλλαγή λιπαντικού.

Δοσολογία: Ένα δοχείο 200ml είναι επαρκές για ποσότητα λιπαντικού κινητήρα έως 4 λίτρα. Προσθέστε (ή αφαιρέστε) 60ml για κάθε λίτρο λιπαντικού. Το προϊόν συλλέγεται μαζί με τα χρησιμοποιημένα λάδια, σύμφωνα με την περιβαλλοντική νομοθεσία.

Δείτε πλήρες φωτογραφικό υλικό, από την δοκιμή του MOTUL Engine Clean: 

Με την συνδρομή του MOTO R-Evolution: https://www.motorevolution.gr/

Ετικέτες

Honda NSR 500

Το απόλυτο αγωνιστικό
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

4/9/2017

 

Μία πρόσφατη βόλτα για λόγους συντήρησης που πραγματοποίησαν οι μηχανικοί της Honda, σε ένα από τα NSR500 που διατηρούν σε άψογη κατάσταση και καταγράφηκε στην κάμερα, μας θύμισε την απόλυτη αυτή αγωνιστική…

Ακόμη και σήμερα, την εποχή των MotoGP, των 250+ ίππων, των 340+km/h τελικών ταχυτήτων, των απόλυτων χρόνων και των εξωπραγματικών επιδόσεων, είναι πολλοί αυτοί που θεωρούν ότι οι τελευταίες πραγματικές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες, ήταν τα δίχρονα 500 των GP. Εκείνα τα ατίθασα, υστερικά και ιδιαιτέρως δύστροπα δίχρονα τετρακύλινδρα, που χάρισαν μοναδικό θέαμα και αγώνες που έχουν μείνει στην ιστορία.

Κατά γενική ομολογία, το δυνατότερο, το πιο διαχρονικό και το πιο ασυμβίβαστο στην ιστορία των Grand Prix, ήταν το NSR500 της Honda, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1984 ως ο επιτυχημένος διάδοχος του τρικύλινδρου V NS500. Το NSR500 ήταν ένα τετρακύλινδρο V και αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος για την Honda για 18 ολόκληρα χρόνια, ώσπου άλλαξαν οι κανονισμοί που απαγόρεψαν τις δίχρονες μοτοσυκλέτες ξεκινώντας την απόλυτη κυριαρχία των τετράχρονων MotoGP.

 

Η απόδοση του κινητήρα ήταν κοντά στους 200 ίππους στις 13.500 και η περιεχόμενη γωνία των κυλίνδρων ήταν στις 112 μοίρες (εκεί κατέληξαν από την έκδοση του 1987 κι έπειτα), ένα ασυνήθιστο νούμερο για V κινητήρες. Ο στρόφαλος ήταν crossplane (αυτό ίσχυε από το 1992 κι έπειτα), ενώ ο ακριβής κυβισμός ήταν 499 κυβικά εκατοστά με διαστάσεις 54x54,5mm. Σε συνδυασμό με το εκπληκτικό αλουμινένιο περιμετρικό πλαίσιο της Honda, το NSR έγινε σχεδόν αμέσως ο απόλυτος κυρίαρχος στα GP κερδίζοντας 10 παγκόσμιους τίτλους, εκ των οποίων οι έξι (1994-1999) ήταν σερί, με πέντε από αυτούς να ανήκουν στον θρύλο των GP Mick Doohan. Ο Αυστραλός, παραμένει μέχρι και σήμερα ο μοναδικός αναβάτης στην ιστορία του σπορ που έχει κερδίσει πέντε τίτλους στην σειρά.

Συνολικά, η μοτοσυκλέτα μάζεψε περισσότερες από 100 νίκες και το 2001, με αναβάτη τον Valentino Rossi πέτυχε το ορόσημο των 500 νικών της Honda στα GP από το 1961, ενώ η επόμενη σεζόν, το 2002, ήταν η τελευταία θητεία του δίχρονου NSR, το οποίο αγωνίστηκε κόντρα στα πρωτοεμφανιζόμενα –τότε- τετράχρονα MotoGP.

 

Εμείς, είμασταν μάλιστα από  τους ελάχιστους τυχερούς δημοσιογράφους που είχαν καταφέρει να οδηγήσουν το NSR του Mick Doohan (1996) και του Valentino Rossi (2001) σε δύο μεγάλες αποκλειστικότητες για τα ελληνικά δεδομένα.