Η 79η συνάντηση του “Goodwood Members”

Κυνήγι, σκοποβολή και αγώνες κλασικών μοτοσυκλετών
Από το

motomag

10/6/2022
Η 79η Συνάντηση των μελών του Goodwood που φέτος διοργανώθηκε 9-10 Απριλίου, περιλάμβανε δύο αγώνες κλασικών μοτοσυκλετών με ιστορικό πρόσημο αλλά και φιλανθρωπική χροιά, καθώς στην εκδήλωση μαζεύτηκε ένα σεβαστό ποσό για τους πρόσφυγες από την Ουκρανία.
 
Το βρετανικό Goodwood Revival, που διοργανώνεται από το 1988, θεωρείται η κορυφαία συνάντηση αγώνων τόσο για κλασικά αυτοκίνητα όσο και για κλασικές μοτοσυκλέτες.
Λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στη πίστα «Motor Circuit» μήκους 3.809 χλμ., που δημιουργήθηκε το 1948 από το Δούκα του Richmond. 
 
Βάση για την πίστα αυτή αποτέλεσε ένα εγκαταλελειμμένο αεροδρόμιο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο είχε χτιστεί κοντά στο σπίτι του Δούκα. 
 
Στόχος της συνάντησης είναι να αναδείξει τις μοτοσυκλέτες που έτρεχαν στην πίστα μέχρι και το 1966, οπότε και σταμάτησε να λειτουργεί ως πίστα, συγκεντρώνοντας περί τους 150.000 θεατές. 
 
Από το 1993 γίνεται την ίδια εποχή που λαμβάνει χώρα και το Festival of Speed, που ιδρύθηκε από τον σημερινό Δούκα, όταν ανέλαβε τα καθήκοντα από τον πατέρα του. 
 
Θεωρείται πλέον μία από τις μεγαλύτερες διοργανώσεις που συγκεντρώνει πλήθος διασημοτήτων, ακόμη και εκτός της μηχανοκίνητης βιομηχανίας. Το τετραήμερο αυτό μηχανοκίνητο Garden Party έχει δομηθεί γύρω από την ανάβαση του δρόμου που οδηγεί στο ιστορικό σπίτι του Δούκα του Richmond. μήκους 1,16 μιλίων ή 1.87 χιλιομέτρων. Το πιο μεγάλο γεγονός της εκδήλωσης υπήρξε η επίσκεψη του Valentino Rossi το 2015, όπου και οδήγησε στους χώρους του Goodwood House την αγωνιστική του YZR – M1.
Με αφορμή τη συγκέντρωση υπερβολικά μεγάλου πλήθους, ο Δούκας του Richmond αποφάσισε το 2014 να δημιουργήσει ένα πολύ χαμηλότερου προφίλ αγωνιστικό διήμερο ιστορικών μοτοσυκλετών κατά τη διάρκεια της άνοιξης, με τη συγκέντρωση ‘μόλις’ 33.000 θεατών. 
 
Το διήμερο αυτό αποτελεί τη συνέχεια του θεσμού του ‘Goodwood Members Meetings’, ο οποίος έχει διαφορετικό προσανατολισμό από τους αγώνες υψηλών απαιτήσεων. 
 
Στα 19 χρόνια λειτουργίας της πρώτης πίστας έλαβαν χώρα 71 συναντήσεις τέτοιου είδους. Η διαφορά της συνάντησης αυτής από το Goodwood Revival βρίσκεται στο ότι το Goodwood Members συγκεντρώνει αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες που έλαβαν μέρος σε αγώνες ακόμα και μετά το 1966 και το κλείσιμο της ‘Motor Circuit’. 
 
Η εσκεμμένα χαμηλή προσέλευση κόσμου, αποσκοπεί στην δημιουργία μιας πιο χαλαρής ατμόσφαιρας. Άλλωστε, το ΜΜ δεν αποτελεί απλώς έναν αγώνα, αλλά και μία γιορτή του βρετανικού φλέγματος και κουλτούρας της δεκαετίας του 1960.
 
Η πανδημία του Covid επηρέασε και αυτό τον θεσμό, οδηγώντας στην ολοκληρωτική ακύρωση του το 2020, ενώ για το 2021 κατάφερε να καταστεί εφικτή η τέλεση του τον Οκτώβριο. 
 
Την περίοδο που ήταν στην ακμή του, το Goodwood Members Meeting, λάμβανε χώρα το καλοκαίρι με την τελευταία συνάντηση, την 71η, να διοργανώνεται το 1966, όταν και ο παππούς του σημερινού Δούκα αποφάσισε τη διακοπή λειτουργίας της πίστας. 
 
Η διακοπή συνέβη λόγω του ότι ο Δούκας εκείνης της εποχής αρνήθηκε να συμμορφώσει την πίστα με τις απαιτήσεις της FIA/RAC, σχετικά με την αλλαγή στις μπάρες ασφαλείας. Η πίεση αυτή είχε δημιουργηθεί κυρίως από τον αργότερα Παγκόσμιο Πρωταθλητή Jackie Stewart.
Αν και η τήρηση ενδυματολογικού κώδικα έχει καταργηθεί, στην ιστοσελίδα του Goodwood υπάρχει ανακοίνωση, για τους παρευρισκόμενους, που προτρέπει smart ντύσιμο: «Οι κύριοι καλό θα ήταν να φορέσουν σακάκι και γραβάτα, ή κάποιο polo-necked πουλόβερ. Οι κυρίες ενθαρρύνονται επίσης να ντυθούν με κομψά ρούχα. Δεν προτείνονται τζιν, t-shirt, αποκαλυπτικά μπλουζάκια, κοντές φούστες, σαγιονάρες, καπέλα του baseball, ρούχα με τις μάρκες τυπωμένες πάνω τους, και άλλα παρεμφερή.»
 
Η ανακοίνωση αυτή φάνηκε να είχε αποτέλεσμα, αφού περίπου το 80% των παρευρισκόμενων την ακολούθησαν, μπαίνοντας στο νοσταλγικό πνεύμα της διοργάνωσης. 
 
Το πρόγραμμα του Σαββατοκύριακου είχε 14 αγώνες μοτοσυκλετών, για πρώτη φορά μετά τον μοναδικό αγώνα 14 γύρων που έγινε τον Οκτώβριο. Σε εκείνον τον αγώνα ο σύγχρονος άσσος του Isle of Man TT, James Hillier, κατόρθωσε πάνω σε ένα Yamaha TZ350 να αρπάξει στην τελευταία στροφή τη νίκη από τον Richard Wilson και τον ισχυρό τετράχρονο τρικύλινδρο της P&M BSA-3. 
Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που συνέβη ένας αγώνας που περιλάμβανε τις δύο αυτές ξεχωριστές κατηγορίες. Μέχρι τότε υπήρχε ένας αγώνας κάθε δύο χρόνια: ένας για τα δίχρονα GP των 250/350 κυβικών που φτιάχτηκαν από το 1970-1982, τη μία χρονιά, και ένας για την κατηγορία των τετράχρονων Formula 750 που συμμετείχε σε αγώνες το 1972, την επόμενη χρονιά. 
 
Τα σχόλια των θεατών ήταν τόσο θετικά, ώστε ο Δούκας του Richmond -που είναι μοτοσυκλετιστής και ο ίδιος, και κάτοχος μίας Bimota και μίας Ducati- αποφάσισε φέτος να εντάξει στο πρόγραμμα δύο αγώνες εφτά γύρων, έναν για κάθε μία από τις δύο μέρες της συνάντησης. 
 
Τα βραβεία είναι δύο με το Hailwood Trophy να δίνεται στον νικητή των συνολικών χρονομετρημένων και το Sheene Trophy να δίνεται στο πρώτο τετράχρονο Formula 750 που θα τερματίσει. 
 
Δυστυχώς ο James Hillier δεν θα μπορούσε να διατηρήσει τον τίτλο του, καθώς με εφτά εβδομάδες να απομένουν για την έναρξη του  Isle of Man TT και με τη δυνατότητα να διεκδικήσει τη νίκη στην κατηγορία Senior TT με την ομάδα της Yamaha, δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει μια συμμετοχή στο Goodwood.
Υπεύθυνοι για όλη την διοργάνωση είναι, όπως και κάθε χρόνο, ο πρόεδρος του CRMC (Classic Racing Motorcycle Club) Gordon Russell, μαζί με τη σύζυγό του, Sally. Φέτος ο Gordon αγωνίστηκε με τη μοναδική τετρακύλινδρη Hadleigh Honda του 1972 με πλαίσιο Rob North, σε αντίθεση με τον γιο του Michael που έτρεξε πάνω σε μία Norton Atlas των 750 κυβικών με πλαίσιο Manx. 
 
Η αιτία που αγωνίστηκαν στον ίδιο αγώνα ήταν ο φόβος ότι λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας δεν θα μπορούσε να υπάρξει ικανοποιητικός αριθμός μοτοσυκλετών στο grid. Έτσι ο Δούκας, εξαιτίας και της αγάπης που δείχνει ο κόσμος για τους αγώνες μοτοσυκλέτας στο Goodwood Revival, αποφάσισε να ενώσει τις δύο αυτές κατηγορίες σε μία με σκοπό να γίνουν δύο αγώνες -ένας για κάθε μία μέρα- δημιουργώντας ένα ακόμη πιο νοσταλγικό συναίσθημα.
 
Το γεμάτο από 36 μοτοσυκλέτες grid είχε ισάριθμες μοτοσυκλέτες από τις δύο κατηγορίες. Ανάμεσά τους υπήρχαν και κάποια ιδιαίτερα ιστορικά μοντέλα, όπως το μοναδικό Exactweld Yamaha TZ250, το κατασκευασμένο στη Βρετανία μοντέλο, που κέρδισε τον τίτλο στο ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα 250 κυβικών του 1984, με αναβάτη τον Gary Noel. 
Με αυτή τη φανταστική μοτοσυκλέτα, ο Noel, εργαζόμενος της British Airways, κατόρθωσε να κερδίσει τις ορδές των εργοστασιακών ομάδων στο ρεπό του! Αυτό το διορατικό σχέδιο, με το κατακόκκινο χρώμα και το ατσάλινο σωληνωτό πλαίσιο του, ήταν δουλειά των μηχανουργών Guy Pearson και John Baldwin, στα πλαίσια του ελεύθερου χρόνου τους κατά την κατασκευή του σασί του αυτοκινήτου Surtees Formula 1. Μάλιστα ήταν η πρώτη αγωνιστική μοτοσυκλέτα 250GP που έπρεπε να της προσθέσουν… έρμα, για να φτάσει το όριο των 90 κιλών της κατηγορίας!
 
Όταν ο Michael Russell το έφερε σε μία δημοπρασία στο Silverstone, το περσινό καλοκαίρι, ανακάλυψε πως ο κινητήρας του είχε ανακατασκευαστεί με σκοπό την αγωνιστική χρήση. Αποφάσισε, λοιπόν, να το εμπιστευτεί στα χέρια του έξι φορές νικητή στο IoM TT, Michael Rutter, για να αγωνιστεί στο Goodwood. Όχι άδικα, μιας και εκείνος κατέκτησε μία 7η και μία 11η θέση στους δύο αγώνες αντίστοιχα, παίρνοντας συνολικά την 8η θέση.
Το μάθημα ιστορίας συνεχίστηκε με δύο Armstrong CM35, του 1981, με κινητήρα Rotax και χρήση περιστροφικών βαλβίδων. Κατασκευάστηκαν ως πολιτικές μοτοσυκλέτες με δυνατότητα αγωνιστικής χρήσης, υπό την αιγίδα τη σημερινής CCM, και οδηγήθηκαν από τον Robin Lamb και τον Vince Cundle. 
 
Στην ίδια κατηγορία υπήρχε μία Harley Davidson RR250, του 1974, με δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα, την οποία οδήγησε και στους δύο αγώνες ο Tom Snow. Η RR250, με ιδιοκτήτη τον Dick Linton, αποτελεί ρέπλικα της τριών φορών Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας στο 250GP στα χέρια του Walter Villa. Κατασκευάστηκε στο εργοστάσιο της Aermacchi, εταιρεία που γνώριζε καλά ο Dick Linton, κοντά στη λίμνη Varese. 
 
Αυτό συνέβη όταν ακόμη το εργοστάσιο τελούσε υπό αμερικανική ιδιοκτησία, πριν περάσει στα αδέρφια Castiglioni και τη δημιουργία της Cagiva και μετέπειτα της MV Augusta. 
Αν και μέχρι φέτος καμία Harley δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει τον αγώνα Goodwood, οι αποτελεσματικές λύσεις που έφερε ο Tom Snow και η ομάδα του, οδήγησαν σε επίτευξη του στόχου και απροβλημάτιστη λειτουργία ολόκληρο το σαββατοκύριακο.
Ένα ακόμη πιο θορυβώδες μοντέλο κι από της Harley ήταν το ασυνήθιστο DKW W2000, με έναν ασυνήθιστο περιστροφικό κινητήρα και οδηγό τον Ed Wilson. Έκανε το αγωνιστικό του ντεμπούτο στο Goodwood, κατασκευασμένο από την Wiz Norton Racing στο Lancashire, χρησιμοποιώντας έναν κινητήρα Hercules Wankel του 1970 μέσα σε ένα ρετρό φέρινγκ, ρέπλικα της DKW. Αν και δεν κατάφερε να τερματίσει πρόσφερε αρκετό θέαμα στους παρευρισκόμενους του 79ΜΜ. 
Δυστυχώς δεν υπήρξαν ούτε Moto Guzzi, ούτε και BMW, παρά τις πιέσεις στην Mobile Tradition, ομάδα της BMW, να δηλώσει συμμετοχή. Η μόνη ιταλική συμμετοχή υπήρξε η Ducati 750SS του Alan Cathcart, η τελυταία από τις 401 ρέπλικες που κατασκευάστηκαν με αφορμή τη νίκη του Paul Smart στην Imola 200 του 1972. Χαρακτηριστικό είναι το καταπράσινο πλαίσιο της συγκεκριμένης έκδοσης. 
 
Παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε να τερματίσει, λόγω προβλημάτων μετάδοσης που προέκυψαν, αν και κατάφερε να κατακτήσει την έκτη θέση στα προκριματικά.
Στο γκριντ υπήρχαν και τρεις τετρακύλινδρες Hadleigh Honda, με ιδιοκτήτη τον Chris Wilson και οδηγό τον Gordon Russell, ο οποίος τις είχε ανακατασκευάσει με τη βοήθεια του πρώην τεχνικού των Grand Prix, Nigel Everett. 
 
Η μία και μοναδική Honda με πλαίσιο του Rob North, βρισκόταν εκεί μαζί με την αντίπαλό της από παλιά τη RPS Triumph 3. Η τετρακύλινδρη τροποποιημένη Honda με το πλαίσιο Rob North, που είχε σχεδιαστεί αρχικά για τρικύλινδρο κινητήρα, έδωσε τη δυνατότητα στον Julian Soper από το Essex -έφυγε από τη ζωή τον Δεκέμβριο-, να κυριαρχήσει στις πίστες Brands Hatch, Lydden και Snetterton. 
Ο πραγματικός αντίπαλος της Hadleigh Honda, αναμενόταν να βρεθεί στην άλλη άκρη του γκριντ. Ήταν ένα τρικύλινδρο Triumph 3 με πλαίσιο RPS και οδηγό τον Andy Hornby, που κέρδισε την pole position, στα προκριματικά.
 
Στον πρώτο αγώνα, το Σάββατο, ο Hornby έκανε επίδειξη ισχύος του κινητήρα της RPS Triumph παίρνοντας αμέσως προβάδισμα. Πίσω του ακολουθούσε μία ομάδα από Yamaha TZ350G με πρώτο τον Αυστραλό αγωνιζόμενο στα BSB, Levi Day, ενώ ακολουθούσαν οι Nick Williamson και Ian Bain, ο Dan Jackson -με πλαίσιο Harris- και τέλος ο Gary Vines πάνω στη Yamaha TZ250L του 1984. Από τη μεριά των τετράχρονων, εκτός του Hornby, είχαμε τους Richard Wilson με την P&M BSA-3 και Michael Russel πάνω στη Norton Atlas. Αν και η δικύλινδρη Norton είχε προβάδισμα 8 μ.α.ω/ 12χλμ/ω σε σχέση με τις Yamaha και BSA/Triumph, ο Michael πέρασε τα δύο τρίτα του αγώνα να παλεύει για την πρώτη θέση, πριν αρχίσει να χάνει θέσεις και τερματίσει τελικώς 8ος. 
Οι Williamson, Bain και Vines έμειναν επίσης πιο πίσω, στα μέσα του αγώνα, αφήνοντας ένα γκρουπ τεσσάρων αναβατών να παλεύουν για τη νίκη. Στον τελευταίο γύρο ο Levi Day τα έδωσε όλα περνώντας τη καρό σημαία με 0.477 δευτερόλεπτα μπροστά από τον Jackson, με τον Wilson στην τρίτη θέση με διαφορά 0.264 δευτερολέπτων από τον Hornby, που είχε την τιμή να φέρει το πρώτο τετρακύλινδρο FZ750 στη γραμμή τερματισμού.
 
Ο Richard Wilson ανέφερε πως το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η τελευταία αργή στροφή, στην οποία το μικρό βάρος των δίχρονων μπορούσε να τους δώσει πλεονέκτημα έναντι των τετράχρονων. Αυτό ήταν και το μόνο σημείο που διέφεραν οι δύο διαφορετικού τύπου κινητήρες, σε σημαντικό βαθμό.
Αυτό το αποτέλεσμα έφερνε τέσσερις αγωνιζόμενους υποψήφιους για τη συνολική νίκη στον 2ο Αγώνα, σε παρόμοιες ιδανικές συνθήκες. Δυστυχώς ο Richard Wilson δεν κατάφερε να ολοκληρώσει ούτε τον πρώτο γύρο, αφήνοντας τους υπόλοιπους τρεις διεκδικητές να παλέψουν με νύχια και με δόντια. Αυτή τη φορά τους ακολουθούσε ο Gary Vines με το TZ250 του. Αν και είχε τη μικρότερου κυβισμού μοτοσυκλέτα ο Vines κατάφερε, μόλις στον 4ο γύρο, να πάρει το προβάδισμα. 
Ωστόσο το παραμύθι έμελλε να τελειώσει στον τελευταίο γύρο όπου ο Dan Jackson, που τον ακολουθούσε καθ’ όλη τη διάρκεια, άρπαξε την ευκαιρία που του δόθηκε, από ένα λάθος του Vines, στη στροφή Woodcote. Ο Levi Day τερμάτισε τρίτος, πάνω από ένα δευτερόλεπτο πίσω, αλλά μόλις 0.240 δευτερόλεπτα μπροστά από τον Hornby. Οι συνδυασμένες χρονομετρήσεις έδωσαν τη νίκη στον Jackson για 0.638 δευτερόλεπτα μπροστά από τον Day, με τον Andy Hornby, τον πρώτο με τετράχρονη μοτοσυκλέτα -την RPS Triumph-3- πιο πίσω στην τρίτη θέση με διαφορά 0.991 δευτερολέπτων.
 
Ο Dan Jackson με ύψος 1.85 μ. είχε δύσκολο έργο σε αυτή την γρήγορη πίστα. Εκτός από τους υπόλοιπους αναβάτες είχε να παλέψει και με τη δική του σωματική διάπλαση, κάτι που κατά τη γνώμη του, έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην εξέλιξη του αγώνα. Το λάθος όμως του Garry, σε συνδυασμό με την βοήθεια από τον πατέρα του Dan στο στήσιμο της μοτοσυκλέτας, έκανε τη νίκη εφικτή. 
 
Εκτός από την δράση στην πίστα, υπήρχαν πολλές ακόμα δραστηριότητες για όλους τους παρευρισκόμενους. Αυτές περιλάμβαναν αρκετές παραδοσιακά αγγλικές δραστηριότητες όπως τοξοβολία, κυνήγι πάπιας, αγώνες νυφίτσας, διελκυστίνδα και πολλά ακόμα. 
 
Θα ήταν δίκαιο να πούμε ότι για άλλη μία χρονιά όλοι πέρασαν υπέροχα, με το Δούκα του Richmond στο τέλος να ευχαριστεί όλους όσους βοήθησαν να γίνει η συνάντηση χωρίς προβλήματα και ταυτόχρονα βοήθησαν οικονομικά τους πρόσφυγες της Ουκρανίας. Άλλη μία γιορτή σύμφωνη με τη φιλοσοφία του Goodwood.

Η SHOEI, ο Βαρουφάκης, και οι "δημοσιογράφοι"

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

6/7/2015

 

Σήμερα το πρωί ο Γιάννης Βαρουφάκης παραιτήθηκε από υπουργός Οικονομικών, αλλά πριν αποχωρήσει, έδωσε άθελά του μια είδηση στον μικρόκοσμο της μοτοσυκλέτας. Mε αφορμή αυτή την "είδηση", φάνηκε για ακόμα μια φορά ότι η δημοσιογραφία στην Ελλάδα πάσχει οικτρά, τόσο στα γενικού περιεχομένου site και blogs, όσο και στα αντίστοιχα μοτοσυκλετιστικά. Αναπαρήγαγαν μια λάθος μετάφραση του άρθρου της γερμανικής εφημερίδας Die Welt, φέρνοντας την "είδηση" ότι η SHOEI θεωρεί δυσφήμιση την χρήση κράνους της από τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών, κι επιπλέον, οι ενότητες "αυτοκίνητο και λίγο μοτοσυκλέτα" που διατηρούν τα ειδησεογραφικά site άρχισαν να μιλούν για «Δυσαρέσκεια των Ιαπώνων» και άλλα τέτοια ανυπόστατα, όπως θα δείτε παρακάτω. Το ίδιο ακριβώς λάθος έκαναν και πλήθος άλλα, μοτοσυκλετιστικά site, forum και blog.

To MOTO επικοινώνησε τηλεφωνικά και γραπτά με τον συντάκτη του κειμένου στην Die Welt, τον Gerhard Hegmann (που αρχικά μας δήλωσε "Δεν επιθυμώ να κάνω κάποιο σχόλιο") αλλά και με τον Oliver Wieden (Διευθυντή Πωλήσεων της SHOEI για τις Γερμανόφωνες χώρες και την Ανατολική Ευρώπη) που είναι ο άνθρωπος από την πλευρά της SHOEI που μίλησε με τον Γερμανό αρθρογράφο. Κανείς από όλους αυτούς που γράφουν για "δυσαρέσκεια των Ιαπώνων" δεν το είχε κάνει αυτό, και φυσικά αγνοούν πλήρως ποιος ακριβώς είπε τι, και γιατί. Αλλά γράφουν.

Ας δούμε λίγο το ιστορικό: το Πρώτο Θέμα, η Ζούγκλα, το theTOC, το Ποντίκι και ένα σωρό άλλα ειδησεογραφικά site, έγραψαν: ""Δεν είναι διαφήμιση να φορά προϊόντα μας κάποιος που μιλά για οικονομική καταστροφή και  περικοπές στις συντάξεις", δηλώνει στη Die Welt εκπρόσωπος της εταιρίας SHOEI".

Τέτοια δήλωση όμως δεν έγινε ποτέ από εκπρόσωπο της SHOEI, καθώς ο Oliver Wieden με τον οποίο μίλησε ο δημοσιογράφος του αρχικού κειμένου στα Γερμανικά, δεν είπε ποτέ αυτή τη φράση! Επιπλέον, ο Wieden δεν είναι υπεύθυνος Τύπου ή Δημοσίων Σχέσεων της SHOEI Europe, αλλά πωλητής, και σε καμία περίπτωση δεν μετέφερε δηλώσεις της SHOEI Ιαπωνίας, που έχει παντελή άγνοια όλων αυτών.

Είναι απίστευτη η φαντασία μερικών, όπως για παράδειγμα του newsauto που είναι μάλιστα και σίγουρο για την δυσαρέσκεια της SHOEI, κάνοντας λόγο για «πιθανή μήνυση» (!) κατά του Βαρουφάκη. Κι όλα αυτά σε ανυπόγραφο κείμενο που δημοσιεύουν! Θα ήταν ενδιαφέρον να προστεθεί το όνομα του αρθρογράφου, αλλά και του στελέχους της SHOEI που υποτίθεται πως έκανε αυτή την δήλωση. Αν μπορούν, ας βγουν να μας πουν που βρήκαν αυτή την είδηση.

Από την προηγούμενη εβδομάδα μας έκανε μεγάλη εντύπωση μια τέτοια τοποθέτηση, ιδιαίτερα όταν φέρεται να προέρχεται από Ιαπωνική εταιρία, καθώς είναι εντελώς ξένη με την κουλτούρα και την νοοτροπία τους, και ποτέ δεν θα εκφράζονταν μ’ αυτόν τον τρόπο. Όταν είδαμε ότι το αρχικό κείμενο στα Γερμανικά δεν περιείχε κάτι απ’ όλα αυτά, αποφασίσαμε να ερευνήσουμε το ζήτημα, κι ανακαλύψαμε... δράκο

Τι είχε συμβεί;

Η ιστορία ξεκίνησε τελείως ανάποδα. Ο ίδιος ο αρθρογράφος της Die Welt, o Gerhard Hegmann, είχε επικοινωνήσει με την SΗΟΕΙ, για να τους προτείνει τρόπους διαφημιστικής εκμετάλλευσης της εικόνας του Βαρουφάκη με το κράνος, προς όφελος των πωλήσεών τους (όπως νόμιζε). Το τελείωμα του άρθρου του ήταν το κύριο επιχείρημά του: Όταν ο πρωθυπουργός της Γαλλίας φωτογραφήθηκε με ένα κράνος της Dexter, το μοντέλο εκείνο πούλησε αμέσως μετά αρκετά, ή τουλάχιστον αυτό έγινε σύμφωνα με τον αρθρογράφο, που πλέον δύσκολα τον εμπιστευόμαστε. Οπότε είχε την φαεινή ιδέα να επικοινωνήσει με την SHOEI προτείνοντας τρόπους να προωθήσουν την εικόνα του Βαρουφάκη με το κράνος για λογαριασμό της εταιρίας. Με άλλα λόγια, θέλησε να πουλήσει διαφήμιση! Από το τηλεφωνικό κέντρο τον συνέδεσαν με τον Oliver Wieden, αντί με τον Michael Redling, Διευθυντή Μάρκετινγκ της SHOEI Europe, που βρίσκεται στο διπλανό γραφείο. Το σκεπτικό της τηλεφωνήτριας ήταν πως αφού πρόκειται για Γερμανό, ας μιλήσει με τον γερμανό διευθυντή πωλήσεων, και πράγματι ο Gerhard Hegmann μίλησε με τον Oliver. Η κουβέντα τους όμως ήταν διαφορετική από όσα τελικά έγραψε.

Τι μας δήλωσε ο Oliver γραπτώς:

he Welt article is not 100% to what we have exchanged as information during the telephone conversation. Some parts were clearly added by the editor but the Greek translation is giving it a totally negative meaning. I did not say that we don’t want him to wear our helmet or anything like that and this isn´t even mentioned. The question was if we will use him as a testimonial in the future and that is hardly possible in a Japanese company. You know that as a Japanese company we have to be very careful not get into any controversy. Sometimes it doesn’t feel correct not to have any clear position but there are other moments where it makes sense. In this European wide issue it makes sense and  no one can claim us  that  we as  a Japanese manufacturer aren´t  interested in using him as a testimonial because we simply  want to stay outside of any controversy. We have no intention to hurt anyones feeling. Neither his fans nor the opposite side…. "

("...Το άρθρο της Die Welt δεν είναι 100% ακριβές σε σχέση με τις πληροφορίες που δόθηκαν στην τηλεφωνική μας συνομιλία. Μερικά μέρη του είναι ξεκάθαρη προσθήκη του συντάκτη, αλλά οι μεταφράσεις στα Ελληνικά του δίνουν ένα εντελώς αρνητικό νόημα. Δεν είπα πως δεν θέλουμε να φορά το κράνος μας ή ο,τιδήποτε τέτοιο, δεν έγινε καμία αναφορά σ’ αυτό το θέμα. Η ερώτηση ήταν αν θα θέλαμε να τον χρησιμοποιήσουμε για διαφημιστικούς σκοπούς, και κάτι τέτοιο είναι αδύνατον για μια Ιαπωνική εταιρία. Ξέρετε πως ως Ιαπωνική εταιρία οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να μην εμπλακούμε σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση. Μερικές φορές δεν μοιάζει σωστό να μην έχεις ξεκάθαρη θέση, άλλες όμως έχει νόημα. Και αυτό το πανευρωπαϊκό θέμα, το σωστό είναι εμείς, ως ένας Ιάπωνας κατασκευαστής, να μην ενδιαφερόμαστε να το εκμεταλλευτούμε για διαφημιστικούς σκοπούς, επειδή ξεκάθαρα θέλουμε να μείνουμε εκτός οποιασδήποτε αντιπαράθεσης. Δεν έχουμε πρόθεση να θίξουμε τα συναισθήματα κανενός. Ούτε των οπαδών του, ούτε της αντίπαλης πλευράς.")

Δεν είπε ποτέ ότι η SHOEI δεν θέλει να φορά το κράνος της ο Βαρουφάκης ή ότι είναι δυσφήμιση! Απλά προσπαθούσε να εξηγήσει στον Gerhard Hegmann ότι δεν ενδιαφέρεται για τέτοιου είδους "διαφήμιση". Και κάποια στιγμή του είπε, ότι ακόμα κι αν τον ενδιέφερε η δημοσιότητα με αυτόν τον τρόπο, δεν ήταν στα σχέδιά τους να διαφημίσουν ένα από τα πιο οικονομικά μοντέλα τους. Αυτό έγινε ο τίτλος του άρθρου: "Το κράνος του Βαρουφάκη είναι το φθηνότερο μοντέλο!" Αφού δεν μπόρεσε η  Die Welt να πουλήσει διαφήμιση, τουλάχιστον είπε να βγάλει "είδηση". Οι Έλληνες "δημοσιογράφοι" την πήραν, έριξαν από επάνω της ένα σωρό καρυκεύματα, την ξεχείλωσαν και φαντάστηκαν Ιάπωνες έξαλλους να απειλούν με μηνύσεις. Αντίθετα, ο Oliver είναι έτοιμος να του ζητήσει και συγνώμη αν χρειαστεί, καθώς δεν θέλει ένας πελάτης της εταιρίας, ανεξαρτήτως θέσης και ιδιότητας, να πιστεύει ότι  η SHOEI έχει αρνητική γνώμη για αυτόν. Μας είπε:

"I personally have the feeling that we should apologize to Mr Varoufakis as our SHOEI customer because these self interpreted articles of the Greek media must give him this wrong impression. "   

("Προσωπικά έχω την αίσθηση πως οφείλουμε μια συγνώμη στον κ. Βαρουφάκη, ως πελάτη της SHOEI, γιατί αυτά τα αυθαίρετα άρθρα των Ελληνικών μέσων πρέπει να του έδωσαν λανθασμένες εντυπώσεις. ")

Μετά από επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας μας με τον συντάκτη της Die Welt, τον Gerhard Hegmann, μας πήρε ο ίδιος τηλέφωνο, και μας δήλωσε τα εξής:

"Λυπάμαι που παρερμηνεύτηκαν όσα έχω γράψει, στόχος μου ήταν να κάνω μια πρόταση για να χρησιμοποιηθεί η εικόνα του κ. Βαρουφάκη ως διαφήμιση της SHOEI, στα πρότυπα της Γαλλικής εταιρίας DEXTER με την φωτογραφία του Γάλλου Προέδρου Hollande. Είδα τις φωτογραφίες του κ. Βαρουφάκη και μου ήρθε αυτή η ιδέα. Από την στιγμή που η SHOEI δεν επιθυμούσε να κάνει μια τέτοια διαφήμιση, σκέφθηκα να γράψω ένα άρθρο για το θέμα."

Όπως καταλαβαίνετε, οι Ιάπωνες δεν έχουν καμία δυσαρέσκεια, η SHOEI δεν έχει κανένα θέμα με την χρήση του κράνους από πελάτη της. Το μόνο που έγινε ήταν μια άκαρπη προσπάθεια συντάκτη Γερμανικής εφημερίδας, να εκμεταλλευτεί την εικόνα ενός ανθρώπου, χωρίς την δική του γνώση, με στόχο την γκρίζα διαφήμιση. Και θα είχε τελειώσει εκεί το θέμα, αν η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων "δημοσιογράφων" δεν αντέγραφε την είδηση χωρίς να κάνει καμία έρευνα ή διασταύρωση, δημιουργώντας έτσι για την Ιαπωνική εταιρία μια εικόνα που η ίδια θεωρεί αρνητική.

 

ΥΓ: Για μια ακόμα φορά, επιβεβαιώνεται πως το internet είναι ένας κουβάς με φρούτα. Λίγα  είναι καλά και νόστιμα, τα περισσότερα σάπια με σκουλήκια. Αλλά μπορεί να μην φαίνονται με την πρώτη ματιά. Ας προσέχουμε ποια τρώμε, και ποια προτείνουμε στους άλλους να φάνε.

Ετικέτες