Ο μοναδικός κατασκευαστής μοτοσυκλετών στον κόσμο που έχει κερδίσει Ολυμπιακό μετάλλιο

​​​​​​​Canottieri Moto Guzzi: Η ομάδα των εργατών του εργαστασίου!
Ο μοναδικός κατασκευαστής μοτοσυκλετών στον κόσμο που έχει κερδίσει Ολυμπιακό μετάλλιο
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

20/10/2026

Παρόλο που η Moto Guzzi έχει κερδίσει στην μακρά της ιστορία των 105 ετών αρκετά πρωταθλήματα ταχύτητας και τίτλους κατασκευαστών, κατά την χρυσή εποχή της έως και την δεκαετία του ’50, στις μέρες μας δεν είναι γνωστή για τις αγωνιστικές της επιδόσεις. Εκείνο όμως που δεν είναι γνωστό γενικά παρά μόνο στους Guzzisti, είναι πως μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως ο μοναδικός κατασκευαστής που έχει Ολυμπιακό μετάλλιο. Και μάλιστα όχι ένα αλλά δύο!

Η Moto Guzzi ιδρύθηκε το 1921 στο Mandello del Lario, την τοποθεσία που βρίσκεται ακόμη και σήμερα, δίπλα στην λίμνη Κόμο και συγκεκριμένα στον ανατολικό της βραχίονα, Ramo di Lecco (βραχίονας του Λέκκο).

Στρυμωγμένο το εργοστάσιο ανάμεσα στα βουνά και την λίμνη, πολύ γρήγορα ένωσε την εξέλιξή του με την κωπηλασία.

Το 1929 δημιουργείται ο ναυτικός όμιλος Canottieri Moto Guzzi για τους εργαζόμενους στην γραμμή παραγωγής για να περνούν τον χρόνο τους μετά την βάρδια τους. Μόνο που πολύ γρήγορα αντιλαμβάνονται πως αν σχηματίσουν ομάδα κωπηλασίας Moto Guzzi θα κατακτήσουν το Ιταλικό πρωτάθλημα, μιας και βλέπουν πως πηγαίνουν καλύτερα από τους αγωνιζόμενους σε αυτό!

Από την πρώτη στιγμή λοιπόν που οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο αποφάσισαν να ασχοληθούν με την κωπηλασία, ο όμιλος εξελίχθηκε ραγδαία σε μία αθλητική ομάδα και μέσα στην Moto Guzzi αντιμετωπίζονταν ως δραστηριότητα του ίδιου του εργοστασίου με άδειες για προπόνηση, έξοδα για στολές και εξοπλισμό και φυσικά την δημιουργία της προκυμαίας πάνω από την λίμνη, όπου αποθηκεύονταν ο εξοπλισμός. Μέσα σε μία δεκαετία γίνονται οι καλύτεροι της χώρας και ήδη κερδίζουν ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Ο μοναδικός κατασκευαστής μοτοσυκλετών στον κόσμο που έχει κερδίσει Ολυμπιακό μετάλλιο

Για αυτό στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1948 δεν υπάρχει απλά Ιταλική συμμετοχή στην κωπηλασία, αλλά εργοστασιακή ομάδα πλήρως απαρτισμένη από τους εργαζόμενους του εργοστασίου τόσο οι κωπηλάτες, όσο και όλα τα στελέχη υποστήριξης ήταν μηχανικοί του εργοστασίου!

Ακόμη περισσότερο η ίδια η ξύλινη βάρκα που κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο ήταν κατασκευασμένη στο εργοστάσιο της Moto Guzzi και αυτή την στιγμή υπάρχει στο νέο Μουσείο, που είναι κομμάτι του νέου εργοστασίου. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό χώρο που αποτελεί το σπίτι της Moto Guzzi και όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την αναλυτική παρουσίασή του και στο επόμενο τεύχος του MOTO, το ρεπορτάζ από την επίσκεψή μας στις γραμμές παραγωγής, από όπου και το παρακάτω σύντομο video:

Η βάρκα αυτή που κοσμεί το μουσείο του εργοστασίου, φτιαγμένη από ξύλο και ορείχαλκο, έχει μήκος 13 μέτρων και πλάτος μόλις 38 εκατοστών στο φαρδύτερο τμήμα της, ενώ ζυγίζει μόλις 60 κιλά. Είναι κομμάτι της επιτυχίας στην κωπηλασία καθώς είχε σχεδιαστεί για το δυναμικό και έντονο στιλ των κωπηλατών του εργοστασίου και την εποχή εκείνη ήταν άλλος ένας τρόπος να δηλώσει η Moto Guzzi πως ό,τι σχεδιάζει, είναι απλά στην κορυφή της κατηγορίας του.

Αν επισκεφτεί κανείς σήμερα την περιοχή, κάθε επιχείρηση, κάθε εστιατόριο και καφέ, θα έχει κάτι από Moto Guzzi στην διακόσμησή του, από ολόκληρες μοτοσυκλέτες και κινητήρες μέχρι τα διάσημα φτερά, σύμβολο του πρόωρα αδικοχαμένου ενός από τους συνιδρυτές αλλά και της περιόδου που κατασκεύαζε κινητήρες αεροσκαφών. Αν λοιπόν τώρα επικρατεί αυτή η εικόνα, φανταστείτε την μεταπολεμική περίοδο όπου η Moto Guzzi μεσουρανεί στα παγκόσμια πρωταθλήματα ταχύτητας και οι μηχανικοί της κερδίζουν μέχρι και το Ολυμπιακό Μετάλλιο, τι αντίκρυζε κανείς φτάνοντας στο Mandello del Lario.

Ξεκίνησε ως παράλληλη δραστηριότητα μετά την βάρδια, έγινε ομάδα για την άθληση των εργαζομένων που εξελίχθηκε στην κορυφή της κωπηλασίας στην Ιταλία, έπειτα της Ευρώπης μετρώντας συνολικά 22 Ευρωπαϊκούς και Παγκόσμιους Τίτλους, 80 Ιταλικά Κύπελλα και έφτασε στους Ολυμπιακούς αγώνες του Λονδίνο το 1948 να κερδίσει το Χρυσό μετάλλιο!

Οι τέσσερις κωπηλάτες που πήραν το Χρυσό, όλοι εργαζόμενοι της Moto Guzzi ήταν οι Giuseppe Moioli, Elio Morille, Giovanni Invernizzi και  Franco Faggi στην τετράκωπο άνευ πηδαλιούχου.

Το 1956 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης οι μηχανικοί της Moto Guzzi επαναλαμβάνουν το μεγάλο αυτό επίτευγμα με τετράκωπο μετά πηδαλιούχου, πρόκειται για τους Alberto Winkler, Romano Sgheiz, Angelo Vanzin, Franco Trincavelli και πηδαλιούχος ο Ivo Stefanoni.

Η καθημερινή ρουτίνα όλων αυτών, περιλάμβανε την ολοκλήρωση της βάρδιάς τους και έπειτα προπόνηση, μερικά μέτρα μακριά από το εργοστάσιο.

Οι Canottieri Moto Guzzi μεγάλωσαν μετά από αυτό σε έναν πλήρως αθλητικό όμιλο κωπηλασίας, από τους πλέον πετυχημένους στην Ευρώπη με Αργυρά Μετάλλια στους Ολυμπιακούς της Ρώμης, Χρυσά Μετάλλια στην Σεούλ το 1988, Ασημένιο στο Σύδνεϋ το 2000 και Ασημένιο το 2024 στο Παρίσι. Τα Αργυρά μετάλλια ήταν και αυτά κομμάτι της επιτυχίας των μηχανικών του εργοστασίου, όμως από εκεί και πέρα η αθλητική ομάδα δεν είχε μόνο εργάτες της γραμμής παραγωγής, αλλά εξελίχθηκε σε μία επαγγελματική ομάδα με αθλητές πλήρους απασχόλησης και συνεχούς προπόνησης.

Τα δύο Χρυσά Μετάλλια καθώς και τα Αργυρά αμέσως μετά, είναι κομμάτι του εργοστασίου της Moto Guzzi και ο όμιλος Canottieri Moto Guzzi άρρηκτα συνδυασμένος με τον Ιταλό κατασκευαστή που μπορεί να δηλώσει στις επιτυχίες του και Ολυμπιακά Μετάλλια!

Ετικέτες

Μια απ' τις πιο σημαντικές "μοτοσυκλέτες" της Moto Guzzi

Η κρυφή ιστορία πίσω απ' το τρίτροχο
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

6/2/2019

Moto Guzzi V7, η πιο αναγνωρίσιμη της εταιρείας που κατέχει το ρεκόρ του Ευρωπαίου κατασκευαστή με την μεγαλύτερη ΑΔΙΑΚΟΠΗ λειτουργία, μία μοτοσυκλέτα είδωλο για όλους τους ιταλόφιλους και όχι μονάχα τους guzzisti! Σήμερα θα πάμε στην απαρχή της ιστορίας της και θα βρούμε την βάση για έναν από τους λόγους της επιτυχίας της. Και για να το κάνουμε αυτό θα ξεκινήσουμε με μία ελάχιστα γνωστή τρίκυκλη μοτοσυκλέτα, που παίζει με τα όρια που υπάρχουν με την αυτοκίνηση του σήμερα, μιας και κάποτε όλες αυτές οι περιοχές ήταν ακόμη πιο γκρίζες…

Με μια πρώτη ματιά το τρίτροχο της Moto Guzzi εντυπωσιάζει με τον σχεδιασμό του θυμίζοντας περισσότερο αυτοκίνητο -λόγω του τιμονιού- και λιγότερο φουρκόνι όπως θα προτρέξουν πολλοί να το παρομοιάσουν, όμως στην πραγματικότητα είναι κάτι τελείως ξεχωριστό.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 η Moto Guzzi υπέγραψε μια συμφωνία με τον ιταλικό στρατό ώστε να τους κατασκευάσει ένα όχημα ικανό για να περάσει ακόμη κι απ’ τα πιο δύσβατα ορεινά μονοπάτια, μεταφέροντας συνάμα μεγάλες ποσότητες προμηθειών και χωρίς να έχει μεγάλο κόστος συντήρησης. Η πρόταση έπεσε στο τραπέζι της Moto Guzzi απ’ τον στρατηγό Ferruccio Garbari που ήθελε να “αποσύρει” τα μουλάρια που χρησιμοποιούσαν μέχρι πρότινος τα στρατεύματα για την μεταφορά εφοδίων καθώς κατά τη διάρκεια του ‘Β Παγκοσμίου Πολέμου αποδείχτηκαν υπό μια έννοια ζημιογόνα, αφού όπως όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί έπρεπε να τραφούν για να αποδώσουν - και με τη τροφή να είναι περιορισμένη τα πράγματα ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Έτσι τον Μάρτιο του 1960 μετά από έναν χρόνο εντατικών δοκιμών και τροποποιήσεων, η Moto Guzzi παρουσίασε το Autoveicolo Da Montagna (ορεινό όχημα).

Υπεύθυνος για τη δημιουργία του ήταν ο ευρηματικός μηχανικός της ιταλικής εταιρείας, Giulio Carcano. Το αρχικό του πλάνο ήταν να χρησιμοποιήσει τον μονοκύλινδρο κινητήρα των 500 κυβικών που είχαν κι άλλες μοτοσυκλέτες της εταιρείας -τόσο στρατιωτικές όσο και παραγωγής, όμως αφού αποδείχτηκε αρκετά αδύναμος τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Λίγα χρόνια νωρίτερα ο Giulio είχε σχεδιάσει έναν αερόψυκτο δικύλινδρο V 90ο με σκοπό να τοποθετηθεί στην sport έκδοση του Fiat 500, όμως το σχέδιο ματαιώθηκε καθώς η Moto Guzzi δεν είχε τη δυνατότητα να τον παράγει στις ποσότητες που ζητούσε η Fiat. Ναι, ήταν μία ωραία εποχή που ευνοούσε τις συνεργασίες. Το γεγονός πως ήταν υπεύθυνος στη δημιουργία του Autoveicolo Da Montagna του έδωσε τη δυνατότητα να εξελίξει περαιτέρω τον κινητήρα αυξάνοντας τον κυβισμό στα 754 κυβικά, προσφέροντας έτσι στο βαρυ σχετικά πρωτότυπο τις απαραίτητες επιδόσεις για να περνά και απ' τα πιο δύσκολα μονοπάτια. Ακόμη, ο κινητήρας είναι εφοδιασμένος με κιβώτιο έξι σχέσεων και μια όπισθεν παρέχοντας την κατάλληλη κλιμάκωση της δύναμης ώστε να ανεβαίνει μέχρι και πλαγιές με κλίση έως 31 μοίρες. Για να μην αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα σε οποιοδήποτε τερέν, εφοδίασε τους πίσω τροχούς με ένα είδος ερπύστριας που μάλιστα είναι ρυθμιζόμενη ώστε να παρέχονται τα μέγιστα δυνατά επίπεδα πρόσφυσης, ενώ η μετάδοση της κίνησης γίνεται μέσω του διαφορικού.

Ακόμη ο μπροστινός τροχός παίρνει κίνηση απ’ τον κινητήρα μέσω δύο αξόνων με αποτέλεσμα να εκμηδενίζονται σχεδόν οι πιθανότητες να κολλήσει σε κάποιο μέρος στο βουνό. Όμως, το μεγαλύτερο ατού του –η αναρρίχηση στις απότομες πλαγιές- ήταν ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο μειονέκτημά του, καθώς είχαν σκοτωθεί αρκετοί στρατιώτες την ώρα που ανέβαιναν στις πλαγιές αφού πολλές φορές αναποδογύριζε, πλακώνοντάς τους. Με την σκληρότητα που υπήρχε εκείνη την εποχή, συγκριτικά με την πιο εύκολα συναισθηματικά φορτισμένη δική μας, να ρίχνει βάρος και στο ίδιο το στράτευμα, καθώς δεν ήταν επαρκώς εκπαιδευμένο...

Σαν σύνολο εκπλήρωνε επιτυχώς τον στόχο του, αφού το πεδίο δράσης του δεν γνώριζε περιορισμούς -χάρη στην κίνηση στους τρεις τροχούς και τις ερπύστριες- ενώ παράλληλα το κόστος συντήρησης δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο σε χρήμα αλλά αντίθετα σε χρόνο. Πράγμα που σε στρατιωτικούς όρους το καθιστούσε ασύμφορο. Έτσι οι απώλειες που είχαν προκύψει απ’ τη χρήση του και σε συνδυασμό με τη δύσκολη συντήρηση που είχε λόγω των αξόνων κίνησης οδήγησε στην διακοπή της παραγωγής της, το 1963. Δεν είναι τυχαίο που το ψευδόνυμό του σε πολύ ελεύθερη μετάφραση, ήταν: "Συνονθύλευμα γραναζιών".

Το εικονιζόμενο, άψογα ανακατασκευασμένο μοντέλο, προέρχεται απ’ το μουσείο The motorworld του V. Sheyanov που βρίσκεται κοντά στην Σαμάρα, βορειοανατολικά της χώρας μας κοντά στα σύνορα της Ρωσίας και του Καζακστάν.

Ο Peter Moskovsskikh αναφέρει την ιστορία της μοτοσυκλέτας μέχρι να μπει στο μουσείο ως έκθεμα λέγοντας: “Την αποκτήσαμε από έναν συλλέκτη στο Rimini. Δεν ήταν σε κακή κατάσταση όμως η ολική ανακατασκευή της ήταν απαραίτητη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν να βρούμε όλα τα ανταλλακτικά και όχι η διαδικασία της αναπαλαίωσης που διήρκησε έξι μήνες.” Για την ακρίβεια η αναπαλαίωση ήταν τόσο πιστή που απέκτησε ξανά μέχρι και την Beretta 38/49 που χρησιμοποιούσαν τα ιταλικά στρατεύματα στο ‘B Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και το έμβλημα του Torino Alpini του στρατιωτικού σώματος που την χρησιμοποιούσε.

Η ανακατασκευή της όμως δεν έγινε στο ρωσικό μουσείο όπως πολλοί θα πιστεύαμε αλλά πίσω στην Ιταλία, στο Cingoli, απ’ τον Costantino Frontalini ιδιοκτήτη ενός άλλου μουσείου που είναι αφιερωμένο στα sidecars.

Το τρίτροχο της Moto Guzzi έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της κίνησης που είχε και στους τρείς τροχούς καθώς και των ερπυστριών της όμως το πραγματικό μυστικό είναι ότι κρύβει μέσα της κάτι που είναι ανεκτίμητης ιστορικής αξίας για την εταιρεία, τον κινητήρα της. Όχι μόνο επειδή ήταν ο πρώτος διάταξης V της Moto Guzzi που χρησιμοποιήθηκε έστω και σε μοντέλο για στρατιωτική χρήση αλλά επειδή μετέπειτα θα εξόπλιζε μοντέλο - είδωλο της εταιρείας, το V7.

Ο λόγος της δημιουργίας της V7, αποσκοπούσε στο να κερδίσει η Moto Guzzi έναν διαγωνισμό που είχε ξεκινήσει η ιταλική κυβέρνηση για τον εξοπλισμό της αστυνομίας με μοτοσυκλέτες. Νικητής του διαγωνισμού θα ήταν αυτός που η μοτοσυκλέτα του θα είχε το χαμηλότερο κόστος συντήρησης απ' τις υπόλοιπες στα πρώτα 100.000 και όπως καταλαβαίνετε η Moto Guzzi σε αυτόν τον τομέα δεν είχε αντίπαλο, χάρη τη δημιουργία του Giulio Carcano. Για να τον τιμήσει έδωσε τ' όνομά του στον κινητήρα, παρουσιάζοντας έτσι τον Carcano V7. Έτσι το 1964 η πρώτη V7 βγήκε στην παραγωγή διαμορφώνοντας την εικόνα της Moto Guzzi που μέχρι σήμερα παραμένει αναλλοίωτη με τους εγκάρσια τοποθετημένους κινητήρες.

Αν θέλετε, εδώ μπορείτε να διαβάσετε την δοκιμή της V7 II Special 2015, συνεχίζοντας την ιστορία του Carcano...

Ετικέτες