Η απουσία χάραξης αυξάνει την επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και αποτελεί βασικό στοιχείο των επιδόσεων στα MotoGP.
Οι μοτοσυκλέτες στα MotoGP χρησιμοποιούν slick ελαστικά στις στεγνές συνθήκες, δηλαδή ελαστικά με εντελώς λεία επιφάνεια και χωρίς αυλακώσεις. Αυτό μπορεί να φαίνεται παράδοξο σε σχέση με μια μοτοσυκλέτα δρόμου, όπου ένα αντίστοιχο ελαστικό θα θεωρούνταν φθαρμένο, όμως στην πίστα η απουσία πέλματος έχει συγκεκριμένο πλεονέκτημα: αυξάνει την επιφάνεια του ελαστικού που βρίσκεται σε επαφή με την άσφαλτο.

Οι αυλακώσεις ενός ελαστικού υπάρχουν κυρίως για την απομάκρυνση του νερού. Σε στεγνή επιφάνεια όμως μειώνουν την επιφάνεια επαφής και, κατά συνέπεια, την πρόσφυση. Ένα slick τοποθετεί τη μέγιστη δυνατή ποσότητα καουτσούκ πάνω στην άσφαλτο, προσφέροντας καλύτερη πρόσφυση στην επιτάχυνση, το φρενάρισμα και την είσοδο και έξοδο από τις στροφές.
Η ιστορία: Πώς τα slick ελαστικά κυριάρχησαν στους αγώνες
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, στους αγώνες μοτοσυκλέτας χρησιμοποιούνταν ελαστικά με αυλακώσεις, αντίστοιχα με εκείνα που συναντάμε στις μοτοσυκλέτες δρόμου.
Ωστόσο, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η συνεχής αύξηση της ισχύος των μοτοσυκλετών άρχισε να φέρνει τα ελαστικά με πέλμα στα όριά τους και οι ομάδες ξεκίνησαν να πειραματίζονται με την αφαίρεση των αυλακώσεων, ώστε να αυξήσουν την επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, τα slick ελαστικά είχαν αρχίσει να γίνονται η καθιερωμένη επιλογή στους αγώνες. Το 1975, ο Giacomo Agostini κατέκτησε τον τελευταίο του παγκόσμιο τίτλο στα 500cc χρησιμοποιώντας ένα λείο πίσω ελαστικό, διατηρώντας όμως ένα ελαστικό με αυλακώσεις στον εμπρός τροχό. Ένας συνδυασμός που αντικατόπτριζε τη μεταβατική περίοδο και την προσαρμογή του αθλήματος στη νέα τεχνολογία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τα slick είχαν πλέον καθιερωθεί σε όλο το κορυφαίο επίπεδο των αγώνων μοτοσυκλέτας και παραμένουν εκεί μέχρι σήμερα. Η εξέλιξή τους, φυσικά, δεν σταμάτησε ποτέ. Τα σύγχρονα slick των MotoGP έχουν ελάχιστα κοινά με εκείνα των πρωτοπόρων της δεκαετίας του 1970, πέρα από τη βασική ιδέα της λείας επιφάνειας. Οι γόμες, η κατασκευή και η ακρίβεια της παραγωγής τους βρίσκονται πλέον σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο.

Η σημασία του μεγάλου εμβαδού επαφής του ελαστικού γίνεται ακόμη μεγαλύτερη στις ακραίες κλίσεις των MotoGP, που μπορούν να φτάσουν έως και τις 64 μοίρες. Παράλληλα, η γόμα των αγωνιστικών ελαστικών είναι σημαντικά πιο μαλακή από εκείνη ενός ελαστικού δρόμου και έχει σχεδιαστεί να λειτουργεί σε θερμοκρασίες περίπου 80°C έως 120°C.
Άλλες επιλογές – Βροχή και σκληρότητα
Όταν όμως η πίστα βραχεί, τα slick γίνονται ακατάλληλα. Χωρίς αυλακώσεις δεν μπορούν να απομακρύνουν το νερό από την επιφάνεια επαφής, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο υδρολίσθησης. Σε αυτές τις συνθήκες οι ομάδες χρησιμοποιούν τα ειδικά βρόχινα ελαστικά, με βαθιές αυλακώσεις για την απομάκρυνση του νερού.

Τα slick διατίθενται σε διαφορετικές γόμες, μαλακή, μεσαία και σκληρή. Η μαλακή προσφέρει υψηλότερη πρόσφυση και θερμαίνεται γρηγορότερα, αλλά φθείρεται πιο εύκολα. Η σκληρή έχει μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, ενώ η μεσαία αποτελεί τη συμβιβαστική επιλογή μεταξύ πρόσφυσης και αντοχής.
Νέα εποχή προ των πυλών
Η Michelin παραμένει ο αποκλειστικός προμηθευτής ελαστικών της κορυφαίας κατηγορίας των MotoGP έως το τέλος του 2026. Από το 2027, η Pirelli θα αναλάβει τον ρόλο του μοναδικού προμηθευτή και στις τρεις κατηγορίες των Grand Prix, MotoGP, Moto2 και Moto3.
Η λεία επιφάνεια των slick, λοιπόν, δεν είναι μια απλή αγωνιστική επιλογή. Είναι βασικό στοιχείο της πρόσφυσης που επιτρέπει στις μοτοσυκλέτες των MotoGP να επιταχύνουν, να φρενάρουν και να στρίβουν στους καταιγιστικούς ρυθμούς που τους παρακολουθούμε.



