Οδηγούμε το νέο Suzuki V-Strom 1050 XT στην Ισπανία!

Οι πρώτες εντυπώσεις από τον "Master of Adventure"
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

4/2/2020

Η ιστορία της ύπαρξης του V-Strom μπορεί να ξεκινά το 2002, χτίζοντας την ναυαρχίδα των on-off της η Suzuki γύρω από τον δικύλινδρο V-90° κινητήρα του TL1000, αλλά το V-Strom 1050 του 2020 έχει ρίζες που "πιάνουν" ακόμη πιο βαθιά στην Ιστορία, από τότε που το εργοστάσιο του Hamamatsu έπαιρνε μέρος στο θρυλικό Rally Dakar με το DR-Z, που γέννησε το επίσης θρυλικό DR-Big. Βέβαια, το DNA έχει να κάνει κυρίως με τον σχεδιασμό του νέου V-Strom, καθώς το αυθεντικό Big ήταν το μεγαλύτερο μονοκύλινδρο παραγωγής, ενώ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι πιστώνεται και την καθιέρωση του "ράμφους" στις μοτοσυκλέτες τις κατηγορίας, όταν η BMW αποφάσισε να ακολουθήσει την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική για τα GS. Στην περίπτωση του V-Strom, η Suzuki θέλησε να εκμεταλλευτεί την ιστορική κληρονομιά της αλλάζοντας εντελώς την εμφάνιση, ενώ παράλληλα εφοδίασε την έκδοση ΧΤ με ένα αρκετά πλούσιο ηλεκτρονικό εξοπλισμό, με στόχο να μείνει στο "τρένο" του ανταγωνισμού.

 

Δείτε το VIDEO του ΜΟΤΟ από την παρουσίαση του νέου V-Strom!

 

Εμείς ταξιδέψαμε μέχρι την Malaga και πιο συγκεκριμένα στην Marbella, το "Μονακό" της Ισπανίας (όπως το αποκαλούν οι Ισπανοί) για να οδηγήσουμε τον "Master of Adventure" (όπως το αποκαλούν οι άνθρωποι της Suzuki)… Ο λόγος για την πιο "περιπετειώδη" έκδοση του νέου V-Strom 1050, την ΧΤ, που πέρα από τον heritage χρωματικό συνδυασμό, διαθέτει και πολλά περισσότερα ηλεκτρονικά και αξεσουάρ από την στάνταρ έκδοση. Συνολικά όμως, και οι δύο εκδόσεις του V-Strom 1050 έχουν αναβαθμιστεί σημαντικά, καθώς ο κινητήρας έχει αλλάξει χαρακτηριστικά απόδοσης και πληροί πλέον τις Euro5 προδιαγραφές, με αύξηση την μέγιστης τιμής της ιπποδύναμης (από 99 σε 106Hp) που κορυφώνεται όμως πιο ψηλά, ενώ η ροπή παρέμεινε ουσιαστικά ίδια (μόλις 0,1kgm λιγότερη) αποδίδοντας κι αυτή την μέγιστη τιμή της 2.000 στροφές παραπάνω (από τις 4.000 στις 6.000 στροφές). Οι Ιάπωνες δεν έδωσαν περισσότερα στοιχεία από πού προκύπτουν οι αλλαγές στην απόδοση, όμως σε ερώτησή μας απάντησαν ότι δεν οφείλεται απλώς στον επαναπρογραμματισμό της ECU, αλλά και στον συνδυασμό των μεγαλύτερης διαμέτρου σωμάτων του ψεκασμού με τους νέους εκκεντροφόρους που έχουν διαφορετικό βύθισμα και χρονισμό, με μικρότερο overlap.

Η ηλεκτρονική διαχείριση του γκαζιού είναι αναβαθμισμένη, όπως και η ρύθμιση του traction control (τριών επιπέδων: 1, 2, 3  και off), ενώ καινούργια προσθήκη είναι η επιλογή τριών riding modes (Α, Β και C), τα οποία αποδίδουν την ίδια μέγιστη δύναμη αλλά με εντελώς διαφορετική απόκριση. Από τον ηλεκτρονικό επανασχεδιασμό δεν εξαιρέθηκε και το σύστημα Low RPM assist, που βοηθά στην κίνηση με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Το τιμόνι μεταβλητής διατομής είναι νέο, όπως νέα είναι και TFT οθόνη με πλήθος πληροφοριών και ενδείξεων, αν και είναι και είναι λίγο "φλύαρη" οπτικά, ενώ υπάρχουν και αντανακλάσεις όταν πέφτει το φως του ήλιου πάνω της. Τέλος, στις κοινές αναβαθμιστικές πινελιές μεταξύ των δύο εκδόσεων, συμπεριλαμβάνεται και η προσθήκη της θύρας USB.

Το πιο "πλούσιο" ΧΤ, χάρη στην νέα IMU που παίρνει δεδομένα σε έξι άξονες αντί για πέντε του προηγούμενου μοντέλου, διαθέτει επιπλέον cruise control, επαναπρογραμματισμένο cornering ABS, hill control για εύκολη εκκίνηση σε ανηφόρες, slope dependent control που ρυθμίζει την πίεση στα φρένα και το ABS στα κατηφορικά κομμάτια ανάλογα με το φορτίο που κουβαλά η μοτοσυκλέτα, ρυθμιζόμενο ύψος σέλας χωρίς εργαλεία, ρυθμιζόμενη ζελατίνα και παροχή ρεύματος 12V κάτω από τη σέλα.

Το πλαίσιο και τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά παρέμειναν αναλλοίωτα, όχι όμως και οι αναρτήσεις οι οποίες απέκτησαν νέα settings και πιο σκληρά ελατήρια, κάνοντας όλους μας να αναρωτιόμαστε αν πράγματι χρειαζόταν ένα πιο "σφιχτό" στήσιμο του V-Strom. Στο αμορτισέρ υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης, αλλά το πιρούνι του προηγούμενου μοντέλου ήταν ένας εξαιρετικός συνδυασμός άνεσης και συμπεριφοράς, και οποιαδήποτε αλλαγή θα έχρηζε ιδιαίτερης προσοχής.

Στιλιστικά, οι αλλαγές είναι μεγάλες, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, με περισσότερες γωνίες και αιχμές στο ρεζερβουάρ, το ρύγχος και τα πλαϊνά πλαστικά, ακολουθώντας τις αρχιτεκτονικές γραμμές των Big και ξεφεύγοντας τελείως από την "στρογγυλοποιημένη" αισθητική του απερχόμενου V-Strom 1000. Η αλήθεια είναι ότι στις φωτογραφίες η μοτοσυκλέτα αδικείται και από κοντά ασκεί σαφώς μια ιδιαίτερη γοητεία, ειδικά σε όσους έχουμε ζήσει (ή ήταν ιδιοκτήτες όπως ο υπογράφων) την εποχή των DR-Big. Η θέση οδήγησης έχει διαφορά, τόσο λόγω του διαφορετικού σχήματος ρεζερβουάρ, όσο και του νέου τιμονιού, παραμένοντας όμως ιδιαίτερα άνετη και βολική, όπως θα διαβάσετε με περισσότερες λεπτομέρειες στο τεύχος Μαρτίου του ΜΟΤΟ, στο άρθρο της παρουσίασης του νέου V-Strom.

Η… αγωνία μας πριν ανέβουμε στις σέλες των V-Strom 1050 XT, που μας περίμεναν παραταγμένα έξω από το ξενοδοχείο μας, ήταν αν οι μηχανολόγοι και οι σχεδιαστές της Suzuki κατάφεραν να διατηρήσουν τα στοιχεία εκείνα που έκαναν τους πάντες, ακόμη και τον Chris Birch, να μένουν έκπληκτοι από αυτά που μπορούσε να προσφέρει το V-Strom 1000, ή αν στην προσπάθειά τους για ανανέωση "αφόπλισαν" ένα εξαιρετικό πακέτο φέρνοντας τα αντίθετα αποτελέσματα. Τις λεπτομέρειες θα τις διαβάσετε στην αναλυτική παρουσίαση, αλλά μετά από 150 χιλιόμετρα μιας πραγματικά απαιτητικής δοκιμής, οι σηκωμένοι αντίχειρες και τα διάπλατα χαμόγελα από όλους ανεξαιρέτως τους δημοσιογράφους, καθιστούσε σαφές ότι ο Ryo Kojima, ο μοναδικός test rider που είχε επιφορτιστεί με την δοκιμή του νέου V-Strom συμπληρώνοντας 25.000 χιλιόμετρα μέσα σε έναν χρόνο και τρεις ηπείρους, έδωσε τις σωστές πληροφορίες στην σχεδιαστική ομάδα από το Hamamatsu, τις οποίες και μετουσίωσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο!

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ Suzuki V-Strom 1050 XT (1050)
Αντιπρόσωπος:
Σφακιανάκης Α.Ε.Β.Ε.
Τιμή:
14.595 (12.795)
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.265
Ύψος (mm):
1.465 (1.515)
Μεταξόνιο (mm):
1.555
Απόσταση από το έδαφος (mm):
160 (165)
Ύψος σέλας (mm):
850 (855)
Ίχνος (mm):
109
Γωνία κάστερ (˚):
25,3
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο περιμετρικό δύο δοκών
Πλάτος (mm):
940 (870)
Βάρος κατασκευαστή, γεμάτη (kg):
247 (236)
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
20 / -
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, δικύλινδρος V-90°, με 2ΕΕΚ και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
100 x 66
Χωρητικότητα (cc):
1.037
Σχέση συμπίεσης:
11,5:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
106 / 8.500
Ροπή (kg.m/rpm):
10,2 / 6.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
102,2
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικά ελεγχόμενος ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / 1,838
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / 2,411
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
2,33 (2,22)
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Μοχλισμού με αμορτισέρ KYB
Διαδρομή (mm):
-
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
150/70R17 M/C
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 260mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και cornering ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ψηφιακή οθόνη TFT με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, επιλεγμένη σχέση, επιλεγμένο riding mode, επίπεδο traction control και ABS, στιγμιαία και συνολική κατανάλωση, ένδειξη για cruise control, ολικό και δύο μερικούς χιλιομετρητές, απόσταση για ανεφοδιασμό, θερμοκρασία περιβάλλοντος, στάθμη καυσίμου, θερμοκρασία ψυκτικού, ρολόι. Ενδεικτικές λυχνίες για φλας, μεγάλη σκάλα, νεκρά, cruise control, hill assist.
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
 
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
- / 43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
110/80R19 M/C
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 310mm με ακτινική δαγκάνα Tokico τεσσάρων εμβόλων και cornering ABS
     

 

 

 

 

 

 

Δοκιμάζουμε τα Michelin Anakee Adventure

Φτιαγμένα για τις πραγματικές ανάγκες
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

14/3/2019

H Michelin τα παρουσιάζει ως μια νέα στρατηγική προσθήκη στην γκάμα της. Εμείς θα πούμε ότι πρόκειται για ελαστικά που φτιάχτηκαν με γνώμονα τις πραγματικές συνθήκες κι όχι γι' αυτές που συνήθως έχουν τα τμήματα marketing στο μυαλό τους. Ο λόγος για τα καινούργια Michelin Anakee Adventure που οδηγήσαμε στην Λισαβόνα και τα οποία ουσιαστικά γεφυρώνουν το χάσμα ανάμεσα στα, επίσης καινούργια, Pilot 5 Trail και τα "τακουνάτα" Anakee Wild.


Ο προσδιορισμός των Anakee Adventure από το εργοστάσιο, κάνει λόγο για ένα ελαστικό 80%-20% (άσφαλτος-χώμα), αλλά τόσο η χάραξη όσο και η συμπεριφορά (για την οποία θα διαβάσετε αναλυτικά στο τεύχος Απριλίου του ΜΟΤΟ) τα καθιστούν ως το μεγαλύτερο… 20% που έχουμε οδηγήσει σε αντίστοιχα ελαστικά. Αυτό φρόντισαν να μας το καταστήσουν σαφές και οι άνθρωποι της Michelin, οι οποίοι είχαν σχεδιάσει μια διαδρομή 340 χιλιομέτρων για δύο μέρες οδήγησης, με αρκετά μεγάλο ποσοστό από αυτή να περιλαμβάνει χωμάτινα κομμάτια. Ακόμη και φωτογραφικά έριξαν ιδιαίτερα μεγάλο βάρος εκεί, θέλοντας να τονίσουν τις δυνατότητες των Anakee Adventure στο χωμάτινο τερέν.


Η κατασκευή τους βασίστηκε πάνω στην μέθοδο 2CT (για το μπροστινό) και 2CT+ (για το πίσω), που στην ουσία πρόκειται για την τεχνολογία της διπλής γόμας στο πέλμα, κάτι που μέχρι τώρα η Michelin χρησιμοποιούσε μόνο στα radial ελαστικά δρόμου που κατασκεύαζε. Πιο συγκεκριμένα, η τεχνολογία αυτή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Michelin Power Race το 2005 και συνδυάζει δύο διαφορετικές γόμες για την κορώνα και τα πλαϊνά τμήματα του πέλματος, ενώ στο πίσω η πιο σκληρή γόμα της κορώνας εκτείνεται και κάτω από την πιο μαλακή γόμα των πλαϊνών τμημάτων, προσφέροντας έτσι ένα είδος στήριξης και ενίσχυσης στο σημείο που δέχεται τις περισσότερες δυνάμεις και παραμόρφωση κατά την διάρκεια των στροφών.


Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε και στην χάραξη, η οποία πέρα από την λειτουργικότητά της, παίζει και έναν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση του ελαστικού και στο adventure προφίλ που ήθελε να προσδώσει η Michelin. Οι αυλακώσεις φτάνουν μέχρι βαθιά στο πέλμα δημιουργώντας πυκνές σειρές από τακούνια, ενώ διαθέτει και τα bridge blocks (τις "γέφυρες" μεταξύ των τακουνιών) στην ίδια φιλοσοφία που δημιουργήθηκαν και στην χάραξη των Anakee Wild. Αυτά συμβάλλουν στο να υπάρχει περισσότερο πέλμα σε επαφή με την άσφαλτο όταν στρίβει η μοτοσυκλέτα, ενώ οι αυλακώσεις που φαρδαίνουν όσο πλησιάζουν την άκρη του πέλματος φροντίζουν για την μέγιστη απομάκρυνση του νερού.


Το πώς η παραπάνω θεωρία της κατασκευής μεταφράζεται στην πράξη, θα μπορείτε να το διαβάσετε –όπως αναφέραμε και παραπάνω- ιδιαίτερα αναλυτικά στο άρθρο της παρουσίασης των Michelin Anakee Adventure και της εμπειρίας μας από την πρώτη οδηγική επαφή στην ευρύτερη περιοχή της Λισαβόνας, που θα δημοσιευθεί στο τεύχος Απριλίου του ΜΟΤΟ, με την εγγύηση ότι δεν θα πρόκειται για... πρωταπριλιάτικο ψέμα.