Οδηγούμε το νέο Yamaha Tracer 700 2020

Περισσότερο sport, καλύτερο touring
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

24/2/2020

Πριν από λίγες μέρες βρεθήκαμε στα Κανάρια και πιο συγκεκριμένα στο νησί της Τενερίφης, όχι για να δοκιμάσουμε κάποιο σεληνιακό όχημα όπως συνηθίζει να κάνει η NASA στην περιοχή, αλλά για να οδηγήσουμε το νέο Yamaha Tracer 700.

Η Yamaha έχει παράδοση στο να ξεφεύγει από την πεπατημένη και να δημιουργεί ξεχωριστές κατηγορίες, και μια τέτοια περίπτωση είναι η οικογένεια των Tracer που πρωτοεμφανίστηκε το 2015 (το Tracer 700 έκανε το ντεμπούτο του ένα χρόνο μετά) και μέχρι σήμερα έχει αναδειχθεί σε best seller του εργοστασίου από το Iwata.

Ο βενιαμίν των Tracer ανανεώθηκε εις βάθος και ουσιαστικά πρόκειται για μια "παγκόσμια" μοτοσυκλέτα, μιας και ο σχεδιασμός του ως προϊόν έγινε στο ευρωπαϊκό αρχηγείο της Yamaha στην Ολλανδία, ενώ η εξέλιξη του κινητήρα ήταν ο μοναδικός τομέας που ανέλαβε η "μαμά" εταιρεία την Ιαπωνία. Ο σχεδιασμός του πλαισίου και των πλαστικών έγινε από το R&D της Yamaha Motor Europe που εδρεύει στην Ιταλία σε συνεργασία με την GK Design Europe, με την κατασκευή του να γίνεται στο εργοστάσιο της MBK στην Γαλλία!

Η Yamaha, από την απαρχή της δημιουργίας του Tracer 700, θέλησε να προσφέρει ένα entry level sport touring που να ανατρέπει όμως τα στερεότυπα, τόσο για την έννοια του entry level, όσο και του σπορ τουρισμού. Στην δεύτερη και αναβαθμισμένη γενιά του, το δικύλινδρο εν σειρά με τον CP2 κινητήρα, φιλοδοξεί να εκπληρώσει με ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία τον ρόλο του και η αλήθεια είναι ότι μετά την πρώτη οδηγική επαφή μαζί του, πεισθήκαμε ότι μπορεί να το κάνει…

Το πλαίσιο της ανανέωσης που έθεσε η Yamaha στηρίζεται στην ενίσχυση της σπορ αίσθησης, στην βελτίωση της άνεσης και στον εξοπλισμό. Ξεκινώντας από την εμφάνιση, ο σχεδιασμός του Tracer δεν ακολουθεί πλέον πιστά την αρχιτεκτονική του μεγάλου αδερφού, αλλά δανείζεται στοιχεία από τα supersport ξαδέρφια του, όπως μαρτυρούν οι δύο LED προβολείς και το σχήμα των πλαστικών, που διαθέτουν μια οπτική ροή που μικραίνει παράλληλα και τον όγκο. Η ζελατίνα είναι ρυθμιζόμενη (εύκολα και χωρίς εργαλεία, με το ένα χέρι) σε ένα εύρος 65mm και η σέλα είναι εντελώς επανασχεδιασμένη (ευτυχώς…), ενιαία, με περισσότερο αφρώδες και μεγαλύτερη άνεση για αναβάτη και συνεπιβάτη.

Το πλαίσιο και το ψαλίδι παρέμειναν ως είχαν, όχι όμως και οι αναρτήσεις καθώς πλέον το πιρούνι είναι cartridge, με διαφορετικό σετάρισμα, πιο μαλακά ελατήρια με μεγαλύτερο μήκος και δυνατότητα ρύθμισης της προφόρτισης των ελατηρίων και της απόσβεσης επαναφοράς. Πίσω, το αμορτισέρ δεν έχει αλλαγές πέρα από την προσθήκη και σε αυτό της ρύθμισης της απόσβεσης επαναφοράς.

Το άρθρο συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό gallery

Σε ότι αφορά τον κινητήρα, που πληροί πλέον τις προδιαγραφές Euro5, έγιναν αλλαγές στην χαρτογράφηση του ψεκασμού, με κόστος την απώλεια 1,5 ίππου από την μέγιστη τιμή της ισχύος, ενώ η ροπή παρέμεινε ακριβώς στα ίδια επίπεδα. Η σχέση της τελικής μετάδοσης κόντυνε σημαντικά (μεγαλύτερο κατά δύο δόντια  πίσω γρανάζι) ώστε να ενισχυθεί η αίσθηση της επιτάχυνσης, ενώ είναι αξιοσημείωτο ότι παρά τις προσθήκες που επιτάσσουν οι Euro5 προδιαγραφές (καταλύτες, εξάτμιση, καπάκια κινητήρα κ.λ.π.), το βάρος διατηρήθηκε ακριβώς στα ίδια επίπεδα με τον προκάτοχό του, χάρη στην μείωση κατά 1,5 κιλό από τους προβολείς, τα πλαστικά και την μικρότερη μπαταρία.

Η ψηφιακή LCD οθόνη είναι και αυτή διαφορετική από των ΜΤ-07 και του προηγούμενου Tracer 700, με μαύρο φόντο, περισσότερες πληροφορίες και τον χειρισμό της να γίνεται από έναν διακόπτη στην αριστερή μεριά των χειριστηρίων. Απλή σε λειτουργία και ευανάγνωστη, δεν δημιουργεί αντανακλάσεις στον ήλιο, χωρίς όμως διασύνδεση με Bluetooth, όπως συνηθίζεται πλέον στις πλειοψηφία των νέων μοντέλων.

Το σκηνικό της παρουσίασης, όπως αναφέραμε και παραπάνω, ήταν οι εκπληκτικής πρόσφυσης και χάραξης δρόμοι της Τενερίφης, ένα απαιτητικό τερέν που αναδεικνύει και μεγαλοποιεί οποιοδήποτε μειονέκτημα μπορεί να κρύβεται από την συνεργασία πλαισίου αναρτήσεων και ελαστικών. Όπως θα διαβάσετε σε λίγες μέρες στο τεύχος του ΜΟΤΟ που θα κυκλοφορήσει στα περίπτερα την Παρασκευή με την αναλυτική παρουσίαση της μοτοσυκλέτας, το Tracer 700 μας απέδειξε μέσα από μια διαδρομή 260 "δύσκολων" χιλιομέτρων ότι είναι φτιαγμένο για τις προκλήσεις. Με βελτιώσεις ακριβώς στα σημεία που έχριζαν προσοχής και που ήταν αυτά που είχαμε εντοπίσει ήδη από την παρουσίαση του προκατόχου του, μπορεί να καταρρίψει στερεότυπα και να προσφέρει περισσότερα από αυτά που περιμένει κανείς από ένα απλό… εφαλτήριο για την κατηγορία των sport touring. Σε συνδυασμό δε με την τιμή του που θα είναι κάτω από 9.000 ευρώ, η γοητεία που μπορεί να ασκήσει στο υποψήφιο κοινό, αυξάνεται γεωμετρικά!

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Αντιπρόσωπος:
ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΕΕ
Τιμή:
Αναμένεται
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.140
Ύψος (mm):
1.290
Μεταξόνιο (mm):
1.460
Απόσταση από το έδαφος (mm):
140
Ύψος σέλας (mm):
835
Ίχνος (mm):
90
Γωνία κάστερ (˚):
24,8
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό τύπου "διαμάντι"
Πλάτος (mm):
840
Βάρος κατασκευαστή, γεμάτη (kg):
196
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
17 / -
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, δικύλινδρος εν σειρά, με 2ΕΕΚ και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
80 x 68,6
Χωρητικότητα (cc):
689
Σχέση συμπίεσης:
11,5:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
75 / 8.750
Ροπή (kg.m/rpm):
6,83 / 6.500
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
108,8
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / -
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / -
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
2,6
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ με μοχλικό
Διαδρομή (mm):
142
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
180/55 R17 M/C
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 245Mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Οθόνη LCD με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, έναν ολικό και δύο μερικούς χιλιομετρητές, επιλεγμένη σχέση, στάθμη καυσίμου, ρολόι, στιγμιαία και μέση κατανάλωση, θερμοκρασία ψυκτικού, θερμοκρασία περιβάλοντος και διανυθέντα χιλιόμετρα με ρεζέρβα. Ενδεικτικές λυχνίες για φλας, νεκρά, μεγάλη σκάλα φώτων, έλεγχος κινητήρα, ABS, πίεση λαδιού
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Συμβατικό πιρούνι cartridge
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
130 / 41
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
120/70 R17 M/C
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 282mm με δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων και ABS

 

Ετικέτες

Honda CBR1000RR & CBR1000RR SP

Οδηγούμε στην Πορτογαλία!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/2/2017

Στον δικό του δρόμο

Επιστρέψαμε από την παρουσίαση των νέων Honda CBR1000RR και Honda CBR1000RR SP - MY 2017 αφήνοντας πίσω μας το Portimao της Πορτογαλίας, να προσπαθεί να στεγνώσει. Από τα τερτίπια της τύχης και του καιρού, είμασταν ανάμεσα στους ελάχιστους που πραγματοποίησαν την δοκιμή στο βρεγμένο, καθώς πέσαμε στην αρχή μία κακοκαιρίας, την στιγμή που άλλοι ξένοι δημοσιογράφοι είχαν την εμπειρία της οδήγησής του στην ηλιόλουστη πίστα του παγκοσμίου WSBK. Αυτό αφαιρεί πολλούς πόντους από την ευχαρίστηση της δοκιμής, δεν μας δίνει την ευκαιρία να δούμε πώς συμπεριφέρεται σε πολύ γρήγορο ρυθμό, όμως από την άλλη μας αποκαλύπτει τα ηλεκτρονικά βοηθήματα στις πιο δύσκολες συνθήκες… και τα ηλεκτρονικά βοηθήματα στο Fireblade είναι από τις βασικότερες των αλλαγών, συγκριτικά με το προηγούμενο μοντέλο.

Μαζί μας στην οδήγηση ήταν ο Freddie “Fast” Spencer και ο Nicky Hayden -που μόλις είχε επιστρέψει από την Jerez και την δοκιμή του SP2- κι έτσι με την δική τους παρουσία η εμπειρία της οδήγησης στην καταρρακτώδη βροχή, έγινε σημαντικά πιο ανώδυνη. Έχοντας μπροστά σου τον Freddie Spencer να οδηγεί δεκάδες φορές πιο ομαλά από όλους τους υπόλοιπους, κρατώντας τις ιδανικές γραμμές και καταβάλλοντας ελάχιστη προσπάθεια, σε έκανε να ξεχνάς τον κόπο αλλά και τον θυμό που η δοκιμή δεν θα ήταν τόσο διασκεδαστική όσο την περίμενες. Η πίστα του Portimao αποτελεί παράδεισο για δοκιμές μοτοσυκλέτων και απόλαυση οδήγησης, αλλά όχι τόσο για αγώνες σύμφωνα με τον Fast Freddie, κι ας φιλοξενείται εκεί το WSBK… Όπως και να ‘χει είναι απολαυστική και έχοντας οδηγήσει εκεί BMW S1000RR, Kawasaki Ninja ZX-10R, Ducati Panigale αλλά και supersport μοτοσυκλέτες, ανυπομονούσα να αντιπαραβάλλω την εμπειρία τους με εκείνη του νέου Fireblade. Αντί αυτού, βρεθήκαμε όσοι είμασταν εκεί να υποβάλλουμε τα νέα ηλεκτρονικά στις δυσκολότερες των συνθηκών, με μόνη βοήθεια προς όφελός τους, τα αγωνιστικά βρόχινα ελαστικά της Bridgestone. Η απόδοση των ελαστικών στο βρεγμένο σου δίνει μία εντύπωση για τα περιθώρια πρόσφυσης που απολαμβάνουν οι αναβάτες στα παγκόσμια πρωταθλήματα, αλλά δεν παύουν να υπάρχουν και όρια. Μπορεί να παρουσιάζουν κορυφαία συμπεριφορά στην βρεγμένη άσφαλτο, αλλά δεν γίνονται και θαύματα όταν το νερό καλύπτει στην άσφαλτο και δημιουργεί ρυάκια.

Πρώτη μεγάλη προσθήκη, είναι η χρήση Ride by Wire και μπορεί να ακουστεί περίεργο, όμως αυτή είναι η πρώτη φορά που η Honda χρησιμοποιεί RbW σε τετρακύλινδρο εν σειρά. Κάτι τέτοιο περνά ως λιγότερα σημαντικό μπροστά στα υπόλοιπα ηλεκτρονικά βοηθήματα που φέρνει η Honda στην οικογένεια Fireblade, όμως αν γνωρίζει κανείς την εμμονή της Honda με το RbW θα καταλάβει τον λόγο που δίνουμε έκταση. Στο Africa Twin δεν τοποθέτησαν RbW λέγοντας ότι δεν είχαν τρόπο να το κάνει να συμπεριφέρεται σαν να υπάρχει κανονική γκαζιέρα, πράγμα σημαντικό για την οδήγηση στο χώμα. Αντίστοιχα σημαντικό είναι και για την οδήγηση στην πίστα, καθώς όταν ανοίγεις το γκάζι στην έξοδο με την μοτοσυκλέτα πλαγιασμένη, χρειάζεται να έχεις πολύ καλό έλεγχο του γκαζιού. Εδώ είναι που έρχεται η εμμονή της Honda, που λέει ότι για να χρησιμοποιήσει RbW θα πρέπει αυτό να ανταποκρίνεται με την αίσθηση που σου δίνει μία κανονική γκαζιέρα, αλλιώς δεν βλέπει τον λόγο να το κάνει. Για να είναι λοιπόν παρόν το RbW στο νέο Fireblade, σημαίνει ότι η Honda κατάφερε να προσαρμόσει την λειτουργία του, και να την φέρει πολύ κοντά στο συνηθισμένο. Πράγματι, η αίσθηση από το γκάζι είναι εκπληκτική και δεν σ’ αφήνει να παραπονεθείς για κανένα από τα μειονεκτήματα που έχει η ηλεκτρονική διαχείριση του γκαζιού σε άλλες μοτοσυκλέτες.

Πέρα όμως από τα ηλεκτρονικά, το σημαντικότερο για εμένα είναι η μείωση της ακαμψίας του πλαισίου κατά 10% και η αύξηση της ακαμψίας του ψαλιδιού κατά ίδιο ποσοστό. Μεταφέροντας ένα μέρος των στρεβλώσεων στο πλαίσιο, από το ψαλίδι που ήταν μέχρι τώρα, το Fireblade μετατρέπεται αρκετά σε συμπεριφορά. Αυξάνεται σημαντικά η ευελιξία και οι αλλαγές κατεύθυνσης γίνονται πιο άμεσα από πριν. Σε επόμενο τεύχος θα αναλύσουμε πλήρως τι έχουν κάνει με πλαίσιο και ψαλίδι οι Ιάπωνες της Honda, και πώς μεταφράζεται αυτό στην οδήγηση της μοτοσυκλέτας. Προς το παρόν ας κρατήσουμε το σχόλιο του “Fast” Freddie: «Οι αλλαγές σε ακαμψία που ήθελα από το 2008, είναι τώρα εδώ! Η μοτοσυκλέτα είναι πολύ πιο εύκολο να μετατοπίσει το βάρος εμπρός, ώστε να ελαφρύνεις τον πίσω τροχό στην είσοδο και να τον κατευθύνεις προς το εξωτερικό της στροφής στο σημείο ακριβώς που θέλεις»

Πέρα όμως από τα ηλεκτρονικά, το σημαντικότερο για εμένα είναι η μείωση της ακαμψίας του πλαισίου κατά 10% και η αύξηση της ακαμψίας του ψαλιδιού κατά ίδιο ποσοστό

Το ABS και το traction control είχαν άψογη συμπεριφορά στις δύσκολες δικές μας συνθήκες. Είναι τελείως διαφορετικό να δοκιμάζεις το ABS με slick ελαστικά κρατώντας τα φρένα μέχρι το εσωτερικό της στροφής σε μεγάλη κλίση, από το να φρενάρεις οριακά με βρόχινα αγωνιστικά ελαστικά, πριν αφήσεις τα φρένα για να στρίψεις με πολύ μικρότερη κλίση. Στις δύο αυτές περιπτώσεις έχεις την ευκαιρία να καταλάβεις τα πάντα για την λειτουργία του, αλλά χρειάζεται να το γνωρίσεις και στις δύο περιπτώσεις κι όχι σε μία από τις δύο. Αντίστοιχα είναι τα πράγματα και για το traction control με την διαφορά ότι στο βρεγμένο αντιλαμβάνεσαι πολύ καλύτερα την προοδευτικότητα του συστήματος και τον βαθμό παρέμβασης. Δεν περίμενα η Honda να πράξει κάτι λιγότερο, από το να κυνηγήσει τα υψηλότερα των στάνταρ αυτή την στιγμή. Δεν είχε και επιλογή άλλωστε. Όταν μπαίνεις τελευταίος στον χορό των ηλεκτρονικών δεν υπάρχουν περιθώρια για αναθεωρήσεις. Θα πρέπει κατευθείαν να βρεθείς στο ίδιο σκαλί με τους υπόλοιπους, αν όχι στο πιο πάνω.
Όταν βρίσκεσαι σε μία τέτοια παρουσίαση, τόσο σημαντική, η χαρά της οδήγησης είναι μονάχα μία πτυχή της δουλειάς. Η συζήτηση με τους ανθρώπους του εργοστασίου έχει σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Το «σημαντική παρουσίαση» στην αρχή της παραγράφου, χαρακτηρίζει την τεχνολογική πολυπλοκότητα του μοντέλου και τον βαθμό κατάρτισης όσων έδωσαν το παρόν. Δεν έχει να κάνει με το αγοραστικό ενδιαφέρον του κόσμου, ή την εμπορικότητα του μοντέλου. Οι μηχανικοί του CBR1000RR είναι από τους καλύτερους στην Honda και μαζί τους έφεραν τους καλύτερους από Bridgestone και Ohlins. Είχα την ευκαιρία να απευθύνω τις ερωτήσεις απευθείας στα αυτιά εκείνου που ήταν σε θέση να απαντήσει… Μαθαίοντας για παράδειγμα για τις χιλιάδες γραμμές κώδικα που χρειάζονται οι αναρτήσεις του SP, τον λόγο που λειτουργούν με προκαθορισμένα βήματα και όχι ελεύθερα ανάμεσα σε πλαίσια, όπως της Aprilia, και εκείνος να εκθέσει τα υπέρ και τα κατά κάθε επιλογής. Μιλάμε για μία σπάνια ευκαιρία. Οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις του SP έχουν ένα πολύπλοκο τρόπο λειτουργίας, για τον οποίο μπορείς –αν βαριέσαι- να μην μάθεις καμία λεπτομέρεια και να τις διαχειριστείς με εύκολο τρόπο που δεν μαρτυρά τι γίνεται παρακάτω.

Τα εθνικά πρωταθλήματα έχουν φτάσει σε σημείο που μονάχα με πολλά λεφτά και προετοιμασία, μπορείς να τα κυνηγήσεις. Υπάρχουν αγώνες που μπορείς να συμμετέχεις με πολύ μικρότερο κόστος, όμως σε γενικές γραμμές τα πρωταθλήματα έχουν ξεφύγει πλήρως από τότε που αγόραζες μία μοτοσυκλέτα από τον αντιπρόσωπο και την επόμενη μέρα την έτρεχες με σκοπό το κύπελλο. Πολλές δεκαετίες και τεράστια βήματα εξέλιξης έχουν γίνει από τότε, και τώρα έρχονται τα ηλεκτρονικά να μας φέρουν πιο κοντά σε αυτή την εξαιρετική περίπτωση: Να αγοράζουμε κάτι ανταγωνιστικό με αυτό που ο πρωταθλητής της χώρας κερδίζει το κύπελλο!

Είχαμε αυτή την συζήτηση με τον Freddie Spencer, τον άνθρωπο που το μυαλό του και το χέρι του, ήταν το software και το hardware ενός traction control που διαχειριζόταν σε αγωνιστικές συνθήκες περισσότερα άλογα σε λιγότερα κιλά. Και το έκανε αλάνθαστα πατώντας στα χειρότερα ελαστικά. Λέγοντας πως τα ηλεκτρονικά θα μας δώσουν ή μας δίνουν, την ευκαιρία να είμαστε κοντά στην κορυφή ενός εθνικού πρωταθλήματος, απλά περνώντας την πόρτα του αντιπροσώπου, σηματοδοτεί μία νέα εποχή για αυτό το σπορ. Υπό λογικά πλαίσια μπορείς να πεις ότι είναι και προσιτή μία τέτοια μοτοσυκλέτα. Όχι για την δική μας οικονομική κατάσταση, όχι για την εποχή μας, όμως και τότε που κέρδιζε κανείς - απλά αγοράζοντας την superbike της εποχής, χρειαζόταν ένα τεράστιο ποσό συγκριτικά με τον μέσο μισθό της εποχής. Αντί να υποστηρίζεσαι από μία ομάδα μηχανικών για να τρέχεις έναν αγώνα, έρχεται η Ohlins και σου λέει ότι θα το κάνεις μόνος σου - και μάλιστα θα σε βοηθήσει ξεμπλέκοντας τις διαφορετικές καταστάσεις λειτουργίας και απλοποιώντας τις ρυθμίσεις. Εννοείται ότι θέλεις έναν χάρτη στην αρχή για να πλοηγηθείς στο μενού, αφού δεν χωράνε συγκεντρωμένα όλα αυτά στην έγχρωμη, πανέμορφη οθόνη, όμως αμέσως θα το συνηθίσεις και θα αποστηθίσεις τις διαδικασίες.

Είχα επίσης πολύ περισσότερο χρόνο παρέα με τον κ. Masatoshi Sato, υπεύθυνο εξέλιξης του νέου CBR, από την αρχική μας συνομιλία στην EICMA, όταν τον ρωτούσα για τις αλλαγές στο σύστημα ψύξης του CBR και την σχεδιαστική λεπτομέρεια στην ψύξη του τέταρτου και τρίτου κυλίνδρου, που στο προηγούμενο επέφερε διαφορά στην δυνατότητα αποβολής θερμότητας. Τα είχαμε γράψει αυτά στο ρεπορτάζ από την EICMA στο τεύχος 565… Επειδή τέτοιες ερωτήσεις δεν είχε συνηθίσει να ακούει από δημοσιογράφους, θυμόταν το όνομα και τώρα ρωτούσε ο ίδιος πώς ήταν η μοτοσυκλέτα, αν μου άρεσε το design κτλ… Του μετέφερα εκτός από την δική μας άποψη, κι όσα έγραφαν στο Facebook του MOTO συμφωνώντας οι περισσότεροι πως δεν τους αρέσει το τελικό της εξάτμισης και διαφωνώντας για την συνολική εικόνα της μοτοσυκλέτας, που στους περισσότερους άρεσε και μάλιστα αρκετά…

Στο τεύχος Μαρτίου λοιπόν, στο επόμενο τεύχος του MOTΟ, θα δώσουμε μία εκτεταμένη ανάλυση σε όλα τα παραπάνω, όπως ακριβώς χρειάζεται, στην έκταση που τους αξίζει και μπορούν να πάρουν στην έντυπη έκδοση. Θα σχολιάσουμε επίσης και το «πρέπει να ακούς το κοινό σου» που είπε ο αρχιμηχανικός του CBR, την στιγμή που μάλλον τους πήρε πολύ καιρό από τότε που άκουσαν μέχρι τότε που έπραξαν… έμαθαν όμως το μάθημα – μου τόνισε κλείνοντας το μάτι. Οι Ιάπωνες έχουν αλλάξει: Κανονικά δεν μιλούν για τον ανταγωνισμό, δεν είναι διαχυτικοί για όσα φτιάχνουν και προπαντός δεν «κλείνουν το μάτι», ενώ γενικότερα οι γκριμάτσες περιορίζονται ανάμεσα σε φίλους… οπότε αυτά είναι νέα δεδομένα και φανερώνουν αλλαγές και στον τρόπο σκέψης.

Ο John McGuinness όπως είναι κάθε φορά όταν πρόκειται να οδηγήσει...
 
 
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες από την παρουσίαση των Honda CBR1000RR και CBR1000RR SP: