Δοκιμή ελαστικών: Pirelli Supercorsa SP, Supercorsa BSB, Metzeler M9 RR

Μία οικογένεια, τρία ελαστικά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/3/2021

Στα πλαίσια του συγκριτικού τεστ των  streetfighter που κάναμε στο δρόμο και στην πίστα των Σερρών, δοκιμάσαμε τρεις διαφορετικούς τύπους supersport ελαστικών του ομίλου Pirelli/Metzeler. Πρόκειται για τα Pirelli Supercorsa SP, Pirelli Supercorsa BSB και Metzeler M9 RR, όπου το πρώτο το βάλαμε στο Ducati Streetfighter V4, το δεύτερο στο Kawasaki Z-H2 και το τρίτο στο KTM 1290 Superduke R.

Τα Pirelli Supercorsa SP τα έχουν ήδη επιλέξει η Ducati, η Kawasaki και η Honda, ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στις κορυφαίες εκδόσεις των superbike μοτοσυκλετών τους, ενώ τα Metzeler M9RR τα έχει επιλέξει η BMW στο νέο S1000RR. Αυτό από μόνο του σημαίνει πως είναι ελαστικά υψηλών επιδόσεων με έγκριση τύπου για οδήγηση στο δρόμο, αλλά μπορούν να γράψουν και εξίσου καλούς χρόνους στην πίστα.

Φυσικά όπως συνηθίζουν τα εργοστάσια, ζητούν από τις εταιρείες ελαστικών να κάνουν κάποιες μικρές ή μεγάλες αλλαγές, ώστε τα ελαστικά να ταιριάζουν στις εξειδικευμένες απαιτήσεις των δικών τους μοντέλων. Για παράδειγμα η Honda απαίτησε από την Pirelli ισχυρότερο σκελετό για το πίσω ελαστικό του νέου CBR1000RR-R Fireblade, ενώ η Ducati ζήτησε το πίσω ελαστικό να έχει προφίλ 60% (200/60-17) ώστε η γεωμετρία του να είναι όμοια με των αγωνιστικών slick ελαστικών.

Τέτοιες διαφορές δημιουργούν κάποιες φορές πονοκέφαλο στους ιδιοκτήτες, διότι δεν βρίσκεις πάντα διαθέσιμους αυτούς τους εξειδικευμένους τύπους ελαστικών. Ευτυχώς τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και η τεχνολογία αυτού του επιπέδου ελαστικών, σου αφήνουν το περιθώριο να επιλέξεις και τους παραπλήσιους τύπους, χωρίς να μεταβληθούν δραματικά τα χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας σου.

Άλλωστε και τα ίδια τα εργοστάσια σου δίνουν περισσότερες από δύο επιλογές, όχι μόνο στον τύπο του ελαστικού, αλλά ακόμα και στη μάρκα. Για παράδειγμα η Yamaha έβαζε στην απλή έκδοση της R1 πίσω ελαστικό 195/50-17 ενώ στην έκδοση Μ έβαζε 200/55-17, χωρίς αλλαγές στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, καθώς πλέον δεν παίρνουν δεδομένα από τους αισθητήρες του ABS αλλά από την IMU και τους αισθητήρες των πέντε ή έξι κατευθύνσεων που διαθέτουν.

Το ίδιο κάνει η Aprilia με τις απλές και Factory εκδόσεις των Tuono 1100 και RSV4 1000/1100, όπως επίσης η BMW και τα ιαπωνικά εργοστάσια βάζουν διαφορετικής μάρκας ελαστικά, ανάλογα την αγορά ή το εξάμηνο παραγωγής! Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν αποτελεί έκπληξη που κάποιες επιλογές των εργοστασίων βασίζονται – δυστυχώς – μόνο σε οικονομικά κριτήρια και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει κορυφαίας απόδοσης μοτοσυκλέτες να έχουν χαμηλότερων προδιαγραφών ελαστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες ικανότητές τους.

Όλα αυτά τα λέμε για να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής, πως τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης της μοτοσυκλέτας μας δεν αποτελούν δέσμευση για την επιλογή των νέων που θα βάλουμε όταν χρειαστεί να τα αντικαταστήσουμε.

 

Φυσικά, όταν αλλάζεις μάρκα ή μοντέλο και πολύ περισσότερο διάσταση ελαστικών, θα υπάρξουν διαφορές στη συμπεριφορά της. Κάποιες θα είναι προς το καλύτερο και κάποιες προς το χειρότερο, αναλόγως ποιες είναι οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες σου.

Το Ducati Streetfighter V4 παραδίδεται στους ιδιοκτήτες του με τα Pirelli Rosso Corsa. Πρόκειται για ένα premium μοντέλο της Pirelli με τρεις γόμμες για τις πέντε ζώνες που είναι χωρισμένο το πίσω ελαστικό. Το συγκεκριμένο ελαστικό το είχαμε δοκιμάσει εκτενώς όταν παρουσιάστηκε το 2018 πάνω στο Aprilia RSV4 Factory και η φιλοσοφία του είναι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, διατηρώντας σε αρκετά μεγάλο βαθμό μέσα στην πίστα τα δυναμικά χαρακτηριστικά των Supercorsa. Ως εκ τούτου, αυτή η επιλογή της Ducati βασίζεται περισσότερο για χρήση στο δρόμο, όπου η μεγάλη διάρκεια ζωής είναι σημαντικός παράγοντας.

Σε αυτό το συγκριτικό, στο Streetfighter V4 βάλαμε τα Supercorsa SP. Πρόκειται για μια κλασική και δοκιμασμένη επιλογή των ιδιοκτητών superbike, η οποία στοχεύει σε όσους κάνουν track day, αλλά παράλληλα απολαμβάνουν την γρήγορη οδήγηση και στο δρόμο. Και αυτό το ελαστικό έχει τεχνολογία διαφορετικής σύνθεσης γόμας, όμως εδώ είναι δύο για το πίσω ελαστικό και όχι τρεις όπως στο Rosso Corsa. Η γόμμα στο κέντρο του ελαστικού έχει σχεδιαστεί για μειωμένη φθορά, ενώ η γόμα που βρίσκεται στο πλάι έχει σύνθεση που προσφέρει σταθερό και υψηλού επιπέδου κράτημα στην πίστα, χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα υπερθέρμανσής και απότομη πτώση της απόδοσής του.

Επίσης έχει διαφορετική γεωμετρία κορόνας και είναι ένα από τα ελαφρύτερα ελαστικά στην κατηγορία του. Όμως τί σημαίνουν όλα αυτά; Όσο η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια δεν πρόκειται να αντιληφθείς κάποια διαφορά σε σχέση με τα Rosso Corsa, οδηγώντας την Streetfighter V4 στο δρόμο. Η γεωμετρία του πλαισίου, η κατανομή βάρους και η μελετημένη αεροδυναμική της ιταλικής μοτοσυκλέτας, την κρατούν “βιδωμένη” πάνω στην άσφαλτο, οπότε η πιο “τριγωνική” κορώνα του εμπρός Supercorsa SP δεν έχει επιπτώσεις στη σταθερότητα.

 

Προφανώς το πίσω δεν θα έχει την ίδια διάρκεια ζωής αν κάνεις πολλά χιλιόμετρα στην εθνική με υψηλές ταχύτητες, όμως θα αντέχουν πολύ περισσότερο από τα προηγούμενης γενιάς semi-slick ελαστικά με την ενιαία γόμα. Ειδικά σε αυτή τη μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά τα 207 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ, η φθορά στο κέντρο ήταν ανεπαίσθητη, παρά τους 180 πραγματικούς ίππους που το μαστιγώνουν. Οι διαφορές αρχίζουν όταν πλαγιάσεις τη μοτοσυκλέτα, όπου γίνονται αρκετά πιο αισθητές οι σχεδιαστικές επιλογές της Pirelli. Το Supercorsa SP αφήνει τη μοτοσυκλέτα να πλαγιάσει πιο γρήγορα και το τιμόνι έχει πιο ελαφριά αίσθηση, λόγω της πιο γρήγορης γεωμετρίας της κορώνας και του μειωμένου γυροσκοπικού φαινομένου, καθώς είναι πολύ ελαφρύ ελαστικό. Από την άλλη μεριά όμως θέλει περισσότερη ώρα για να έρθει σε ιδανική θερμοκρασία λειτουργίας και δεν απορροφά τις ανωμαλίες τους δρόμου με την ίδια ηρεμία που το κάνει το Rosso Corsa στην χαμηλές ταχύτητες της πόλη και των σφικτών επαρχιακών δρόμων. Φυσικά στην πίστα, όπου η ποιότητα της ασφάλτου είναι πολύ καλύτερη και κυρίως πιο ομαλή, το Supercorsa SP έχει μόνο πλεονεκτήματα.

 

Πέρα από την ταχύτερη αλλαγή πορείας, η βασική διαφορά του Supercorsa SP στην πίστα είναι στο σταθερό επίπεδο του κρατήματος μετά των πέμπτο-έκτο γύρο. Σε αυτό το σημείο, τα ελαστικά δρόμου αρχίζουν και δείχνουν σημάδια υπερθέρμανσης, κάτι απόλυτα λογικό αφού έχουν σχεδιαστεί με προτεραιότητα την άμεση επίτευξη θερμοκρασίας λειτουργίας.

Αντιθέτως το Supercorsa SP δείχνει την αγωνιστική καταγωγή του και συμπεριφέρεται ως γνήσιο semi-slick ελαστικό, προφέροντας μεγάλη επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και σταθερά υψηλό κράτημα για πολλούς συνεχόμενους γύρους. Σε σχέση με το Rosso Corsa που είχαμε δοκιμάσει στο Aprilia RSV4 στην πίστα των Σερρών, το Supercorsa SP είχε αναμενόμενα περισσότερη φθορά στο τέλος της ημέρας και είναι το δίκαιο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις όταν επιλέγεις ελαστικά της κατηγορίας των semi-slick.

Στα πλεονεκτήματα του Supercorsa SP θα πρέπει να βάλουμε και το γεγονός της μεγάλης γκάμας διαστάσεων που τα προσφέρει η Pirelli.

Το εμπρός ξεκινά από την διάσταση 110/70-17 και το πίσω από την 140/70-17 και φτάνει έως την 200/60-17, καλύπτοντας όλους τους κυβισμούς σπορ μοτοσυκλετών από τα 125 κυβικά με τους 15 ίππους έως και τα θηρία των 1100 κυβικών και τους 200+ ίππους στον πίσω τροχό. Γι' αυτό άλλωστε και το χρησιμοποιούν σε πολλών ειδών αγώνες ενιαίου τύπου στα εθνικά πρωταθλήματα της Ευρώπης, από τις κατηγορίες SS300 έως και Superstock 600/1000.

Ταυτόχρονα με το Supercorsa SP, στη διάθεσή μας είχαμε και το Supercorsa BSB… Μπερδευτήκατε με τα ονόματα; Και εμείς μπερδευτήκαμε δυο-τρεις φορές όταν αλλάζαμε τα ελαστικά στις μοτοσυκλέτες, διότι σε εμφάνιση δεν διαφέρουν από τα SP.

Ούτε όμως θα καταλάβεις διαφορά ανάμεσα στο SP και το BSB αν δεν πιέσεις οριακά μέσα στην πίστα τη μοτοσυκλέτα. Το όνομά του το πήρε από το εθνικό πρωτάθλημα superbike της Βρετανίας και η Pirelli το παρουσίασε το 2009 ως την έκδοση δρόμου του καθαρόαιμου αγωνιστικού slick. Σήμερα βρίσκεται τιμολογιακά κάτω από το Supercorsa SP και αποτελεί την πιο συμφέρουσα οικονομικά επιλογή για όποιον θέλει κράτημα και συμπεριφορά semi-slick ελαστικού, χωρίς να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Το συγκεκριμένο ελαστικό το βάλαμε στο Kawasaki Z-H2, που φοράει από το εργοστάσιο τα Pirelli Rosso III. Σε αυτή τη μοτοσυκλέτα η διαφορά μεταξύ του sport-touring Rosso III και του semi-slick Supercorsa BSB ήταν εμφανέστατη από την πρώτη στιγμή, όχι μόνο μέσα στην πίστα, αλλά και στο δρόμο. Η γυμνή μοτοσυκλέτα της Kawasaki έχει αρκετά μεγαλύτερο βάρος στα 240 κιλά και επίσης έχει πολύ γκάζι και ροπή. Ως αποτέλεσμα, στο δρόμο ζέσταινε πολύ πιο γρήγορα τα Supercorsa BSB, απ’ ότι το ελαφρύτερο Ducati Streetfighter τα Supercorsa SP και δεν υπήρχε ευδιάκριτος συμβιβασμός σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με τα sport-touring ελαστικά. Από την άλλη μεριά, η τριγωνική κορόνα των BSB επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά του Ζ-Η2 σε όλες τις ταχύτητες κάνοντας το τιμόνι πιο άμεσο στις αντιδράσεις του, αλλά ταυτόχρονα και πιο ευαίσθητο στις ανωμαλίες του δρόμου. Έτσι δεν λείπουν τα κουνήματα στο τιμόνι αν περάσεις με τέρμα ανοιχτό το γκάζι πάνω από ανωμαλίες.

Στην πίστα το Ζ-Η2 έχει μικρά περιθώρια κλίσης λόγω των μαλακών αναρτήσεων και της χαμηλά τοποθετημένης εξάτμισης και των μαρσπιέ. Οπότε το πλεονέκτημα του υψηλότερου κρατήματος υπό κλίση των BSB δεν σου χρησιμεύει σε κάτι.

Με άλλα λόγια, η επιλογή του Rosso III από την Kawasaki ως ελαστικό πρώτης τοποθέτησης στο Ζ-Η2 θα ικανοποιήσει ένα ευρύτερο κοινό και η τοποθέτηση ενός semi-slick όπως το Supercorsa BSB είναι για εκείνους που θέλουν να βελτιώσουν την ευελιξία της μοτοσυκλέτας, θυσιάζοντας την διάρκεια ζωής σε βάθος χρόνου.

Το τρίτο ζευγάρι ελαστικών της παρέας μας ήταν τα Μetzeler M9RR και είχαν εξίσου δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κτηνώδη ροπή του αυστριακού V2 του KTM 1290 Superduke.

Πρόκειται για μία από τις πιο πρόσφατες αφίξεις στην κατηγορία των hypersport ελαστικών, με το BMW S1000RR να είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που το φόρεσε ως πρώτη τοποθέτηση από το εργοστάσιο. Μετά από αυτή δόκιμή των streetfighter μπορούμε να πούμε πως συμφωνούμε απόλυτα με την επιλογή της BMW, καθώς τα M9 RR σκοράρουν πολύ υψηλή βαθμολογία σε όλους τους τομείς χρήσης των μοντέρνων υπερ-μοτοσυκλετών, τόσο στο δρόμο όσο και στην πίστα. Η συνεργασία του με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα ήταν άψογη και παρά την τεράστια διαφορά στον τρόπο απόδοσης του V2 κινητήρα της KTM σε σχέση με τον τετρακύλινδρο της superbike της BMW, δεν προκαλούσε πρόωρη επέμβαση του traction control ή του cornering ABS.

 Ερχόταν αρκετά γρήγορα σε θερμοκρασία λειτουργίας στους ελληνικούς δρόμους και διατηρούσε σταθερή την απόδοσή του για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στην πίστα.

Η γεωμετρία της κορόνας του είναι μεν σπορ και κοντά στα semi-slick ελαστικά, αλλά δεν φτάνει στα άκρα. Οπότε ακόμα και στο 1290 Superduke R, που είναι από τις ελαφρύτερες και πιο ευέλικτες γυμνές μοτοσυκλέτες της αγοράς, διατήρησε το επίπεδο σταθερότητας και δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα ζευγάρι ελαστικών που σου επιτρέπει να εκμεταλλευτείς τις δυνατότητες μιας σύγχρονης, παντοδύναμης και γεμάτης ηλεκτρονικά streetfighter ή superbike, χωρίς να απαιτεί τους συμβιβασμούς ενός semi-slick ελαστικού στο δρόμο ή ενός sport-touring ελαστικού στην πίστα.

 Για την πλειοψηφία των ιδιοκτητών sport και supersport μοτοσυκλετών, τα M9 RR της Metzeler είναι μια άριστη επιλογή για να απολαύσουν τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας τους σε κάθε είδους άσφαλτο 365 μέρες το χρόνο. Οι διαθέσιμες διαστάσεις καλύπτουν όλο το φάσμα κυβισμών, από τα 125cc έως και τα 1300cc, οπότε αποτελούν πολύ καλή αναβάθμιση για τις μικρο-μεσαίες supersport που έχουν κατά κανόνα φτηνιάρικα ελαστικά από το εργοστάσιο και πολλές φορές σε λάθος διάσταση για το πλάτων της ζάντας!


 

Οδηγούμε τα Piaggio Medley 125/150 2020: Ακριβώς ό,τι έπρεπε!

Κράτησαν την ουσία και άλλαξαν αυτά που έπρεπε
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

12/2/2020

Στην Γένοβα βρεθήκαμε χθες, για την δημοσιογραφική παρουσίαση του καινούριου Piaggio Medley 125 και 150. Αν δεν έχετε πάει ποτέ Γένοβα, βάλτε την οπωσδήποτε στην λίστα σας, αλλά μην πάτε με αεροπλάνο. Είναι από τις περιοχές που αξίζει να την οδηγήσεις με μοτοσυκλέτα, καθώς έχει τεράστια έκταση και όλη η μαγεία βρίσκεται στις διαδρομές έξω από το κέντρο της πόλης και το εμπορικό λιμάνι. Εκεί δηλαδή που περιηγηθήκαμε οδηγώντας το νέο Medley, τόσο στην έκδοση με τον κινητήρα iGet στα 125 κυβικά, όσο και με τα 150 κυβικά. Στη μαρκετινίστικη διάλεκτο, το συγκεκριμένο scooter θεωρείται ως μικρομεσαίο premium μοντέλο. Στη διάλεκτο των κανονικών ανθρώπων, είναι από τα scooter που πληρώνεις 200-400 ευρώ περισσότερα από το αντίστοιχο φτηνότερο της κατηγορίας του και ως αντάλλαγμα παίρνεις ένα σωστά σχεδιασμένο δίκυκλο, με ποιοτικά υλικά, πλήρη εξοπλισμό άνεσης και σύγχρονη τεχνολογία.

Αυτή είναι η σωστή περιγραφή για το Medley και δεν είναι τυχαίο που αγαπήθηκε τόσο πολύ. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, έχει πουλήσει περισσότερα από 3500 κομμάτια στην Ελλάδα, κάνοντας την χώρα μας την τρίτη μεγαλύτερη αγορά της Ευρώπης για το Medley, μετά την Ιταλία και την Γαλλία. Γιατί; Πρώτο και κύριο, διότι είναι ένα από τα πιο καλοσχεδιασμένα scooter που έχουν φτιαχτεί ποτέ. Δεν μιλάμε με κριτήριο την εμφάνιση, που λίγο πολύ μοιάζει με μικρό αδερφάκι του Beverly. Μιλάμε για την πρακτική και χρηστική πλευρά, δηλαδή τους βασικούς λόγους που αγοράζεις scooter. Είναι από τα ελάχιστα scooter που έχει τόσο μεγάλο αποθηκευτικό χώρο κάτω από τη σέλα. Όχι μόνο σε αυτή την κατηγορία κυβισμού και εξωτερικού μεγέθους, αλλά γενικώς! Ούτε τα μισά 300-400cc της αγοράς δεν έχουν τόσο χώρο κι ας είναι πολύ πιο ογκώδη. Χωράει άνετα δύο full face κράνη και την ίδια ώρα πατάς γερά με τα δύο πόδια στο έδαφος, χάρη στην έξυπνη σχεδίαση της σέλας.

Για το 2020 έχει νέο κάλυμμα με χρωματιστή ραφή που του δίνει ακόμα περισσότερη αίσθηση πολυτέλειας και μια μικρή αλλαγή στο σχήμα και τον τύπο του αφρώδες προς όφελος της άνεσης. Χωράει άνετα δύο άτομα χωρίς να νοιώθουν στριμωγμένα και τα νέα αναδιπλώμενα μαρσπιέ συνεπιβάτη έχουν αντιολισθητική επιφάνεια. Το πόσο έξυπνη και προσεγμένη στη λεπτομέρεια είναι η σχεδίαση του Medley φαίνεται και από το γεγονός πως ενώ έχει μεγάλο ρεζερβουάρ 7 λίτρων (εξασφαλίζει εύκολα μέση αυτονομία μεταξύ 180-220 χιλιομέτρων) τοποθετημένο στο πάτωμα, την ίδια ώρα δεν υπάρχει ογκώδες κεντρικό τούνελ, οπότε το καβαλάς περνώντας εύκολα το πόδι σου ανάμεσα στο τιμόνι και τη σέλα, ενώ μπορείς να κρεμάσεις μια μεγάλη τσάντα από τον σωστά τοποθετημένο κρίκο. Γενικά οι μεταφορικές ικανότητες του Medley είναι κορυφαίες και οι χώροι που προσφέρει δεν τους βρίσκεις εύκολα σε αυτού του μεγέθους τα scooter. Όλα αυτά όμως τα είχε και το προηγούμενο μοντέλο.

Να θυμίσουμε πως ο iGet είχε από την αρχή σύστημα start/stop, δηλαδή δεν έχει μίζα με κόμπλερ, αλλά η γεννήτρια είναι ταυτόχρονα και μίζα. Απείρως πιο αξιόπιστο σύστημα εκκίνησης σε βάθος χρόνου, έστω και αν η οικονομία που προσφέρει είναι αμελητέα σε αυτά τα κυβικά και χρειάζεται ειδική μπαταρία, που είναι λίγο ακριβότερη από τις συμβατικές. Τι καινούριο λοιπόν πρόσθεσαν για το 2020; Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να κάνουν τον κινητήρα Euro4. Για να το πετύχουν αυτό, άλλαξαν εντελώς την κεφαλή (έχει νέους εκκεντροφόρους και αυλούς εισαγωγής), μεγάλωσαν τον όγκο στο φιλτροκούτι και στο τελικό της εξάτμισης και έβαλαν ένα νέο έμβολο.

Ουσιαστικά βελτίωσαν την ροή του αέρα προς και από τον θάλαμο καύσης. Το νέο έμβολο είναι ισχυρότερο, διότι ο κινητήρας πλέον ανεβάζει 1000 στροφές περισσότερες. Με όλα αυτά, πέρασαν τις προδιαγραφές Euro4 και ταυτόχρονα κέρδισαν μερικά αλογάκια, αφού πλέον το 125 έχει 14,75hp στις 9.000 στροφές και το 150 (155,2cc για την ακρίβεια) έχει 16,22hp στις 8.750 στροφές. Δυστυχώς η τελική ταχύτητα (99km/h πραγματικά για το 125 και 115km/h για το 150) παραμένει ίδια, καθώς είναι θέμα έγκρισης τύπου και γενικά τα scooter των 125 κυβικών έχουν ρυθμισμένο το CVT για να μην ξεπερνούν τα 99km/h πραγματικά (στο κοντέρ δείχνουν παραπάνω). Έτσι το 150 είναι σαφώς η έκδοση που συμφέρει για όσους δεν έχουν πρόβλημα με το δίπλωμα. Πέρα από τις αισθητά καλύτερες επιδόσεις, το 150 είναι βέβαιο πως σε πραγματικές συνθήκες θα καίει και λιγότερη βενζίνη. Η άλλη αλλαγή που φέρνει το μοντέλο του 2020 είναι η διαφοροποίηση στον εξοπλισμό μεταξύ Medley και Medley S. Το S θα έχει στάνταρ στην ελληνική αγορά Bluetooth με δυνατότητα χειρισμού smartphone από το τιμόνι, κάτι που θα είναι έξτρα στην βασική έκδοση. Επίσης στο S οι δίσκοι των φρένων έχουν σχήμα “μαργαρίτα” με χρυσές δαγκάνες, οι νέες ζάντες είναι μαύρες και αντί για χρώμιο όλες οι λεπτομέρειες είναι σε κόκκινο χρώμα, όπως κόκκινα είναι και τα δύο πίσω αμορτισέρ. Όλες οι εκδόσεις έχουν θύρα USB στο ντουλαπάκι, LED φώτα εμπρός-πίσω, το νέο ψηφιακό πίνακα οργάνων LCD και τρεις επιλογές χρωμάτων η κάθε μία.

Όπως πάντα, αναλυτικά την κριτική μας για κάθε σημείο του νέου Medley θα έχετε την δυνατότητα να διαβάσετε σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ.

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                  Piaggio Medley 125 (150) ABS   
Αντιπρόσωπος:
Piaggio Hellas A.E.
Τιμή:
3.050€ (125) / 3.150€ (150)
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μεταξόνιο (mm):
1.395
Απόσταση από το έδαφος (mm):
 
Ύψος σέλας (mm):
799
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό
Πλάτος (mm):
 
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
136/-
Ρεζερβουάρ/ρεζέρβα (l):
7/1,5
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος μονοκύλινδρος με 1ΕΕΚ και τέσσερις βαλβίδες
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
52 x 58,7 (58 x 58,7)
Χωρητικότητα (cc):
124,7 (155,2)
Σχέση συμπίεσης:
-
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
14,75/9.000 (16,22/8.750)
Ροπή (kg.m/rpm):
1,2/6.500 (1,5/6.500)
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
117,6 (104,6)
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
1 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα (start/stop)
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Αυτόματος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Διαρκώς μεταβαλλόμενη CVT
Τελική μετάδοση / σχέση:
Διαρκώς μεταβαλλόμενη/Ιμάντας
 
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Δύο αμoρτισέρ
Διαδρομή (mm):
76
Ρυθμίσεις:
Καμία
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 x 14
Ελαστικό:
120/70-14
ΦΡΕΝΟ
Δισκόφρενο 240mm με δικάναλο ABS Bosch
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Οθόνη LCD με πλήρεις ενδείξεις και Bluetooth (στάνταρ στην έκδοση S), κεντρικό και πλάγιο σταντ, σχάρα, φώτα LED εμπρός-πίσω
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι
Ρυθμίσεις:
Καμία
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3 x 16
Ελαστικό:
100/80-16
ΦΡΕΝΟ
Δισκόφρενο 260mm με δικάναλο ABS Bosch
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
2,9 (κατασκευαστή)
Μέγιστη
 
Αυτονομία (km):
289
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
7