Δοκιμή ελαστικών: Pirelli Supercorsa SP, Supercorsa BSB, Metzeler M9 RR

Μία οικογένεια, τρία ελαστικά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/3/2021

Στα πλαίσια του συγκριτικού τεστ των  streetfighter που κάναμε στο δρόμο και στην πίστα των Σερρών, δοκιμάσαμε τρεις διαφορετικούς τύπους supersport ελαστικών του ομίλου Pirelli/Metzeler. Πρόκειται για τα Pirelli Supercorsa SP, Pirelli Supercorsa BSB και Metzeler M9 RR, όπου το πρώτο το βάλαμε στο Ducati Streetfighter V4, το δεύτερο στο Kawasaki Z-H2 και το τρίτο στο KTM 1290 Superduke R.

Τα Pirelli Supercorsa SP τα έχουν ήδη επιλέξει η Ducati, η Kawasaki και η Honda, ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στις κορυφαίες εκδόσεις των superbike μοτοσυκλετών τους, ενώ τα Metzeler M9RR τα έχει επιλέξει η BMW στο νέο S1000RR. Αυτό από μόνο του σημαίνει πως είναι ελαστικά υψηλών επιδόσεων με έγκριση τύπου για οδήγηση στο δρόμο, αλλά μπορούν να γράψουν και εξίσου καλούς χρόνους στην πίστα.

Φυσικά όπως συνηθίζουν τα εργοστάσια, ζητούν από τις εταιρείες ελαστικών να κάνουν κάποιες μικρές ή μεγάλες αλλαγές, ώστε τα ελαστικά να ταιριάζουν στις εξειδικευμένες απαιτήσεις των δικών τους μοντέλων. Για παράδειγμα η Honda απαίτησε από την Pirelli ισχυρότερο σκελετό για το πίσω ελαστικό του νέου CBR1000RR-R Fireblade, ενώ η Ducati ζήτησε το πίσω ελαστικό να έχει προφίλ 60% (200/60-17) ώστε η γεωμετρία του να είναι όμοια με των αγωνιστικών slick ελαστικών.

Τέτοιες διαφορές δημιουργούν κάποιες φορές πονοκέφαλο στους ιδιοκτήτες, διότι δεν βρίσκεις πάντα διαθέσιμους αυτούς τους εξειδικευμένους τύπους ελαστικών. Ευτυχώς τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και η τεχνολογία αυτού του επιπέδου ελαστικών, σου αφήνουν το περιθώριο να επιλέξεις και τους παραπλήσιους τύπους, χωρίς να μεταβληθούν δραματικά τα χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας σου.

Άλλωστε και τα ίδια τα εργοστάσια σου δίνουν περισσότερες από δύο επιλογές, όχι μόνο στον τύπο του ελαστικού, αλλά ακόμα και στη μάρκα. Για παράδειγμα η Yamaha έβαζε στην απλή έκδοση της R1 πίσω ελαστικό 195/50-17 ενώ στην έκδοση Μ έβαζε 200/55-17, χωρίς αλλαγές στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, καθώς πλέον δεν παίρνουν δεδομένα από τους αισθητήρες του ABS αλλά από την IMU και τους αισθητήρες των πέντε ή έξι κατευθύνσεων που διαθέτουν.

Το ίδιο κάνει η Aprilia με τις απλές και Factory εκδόσεις των Tuono 1100 και RSV4 1000/1100, όπως επίσης η BMW και τα ιαπωνικά εργοστάσια βάζουν διαφορετικής μάρκας ελαστικά, ανάλογα την αγορά ή το εξάμηνο παραγωγής! Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν αποτελεί έκπληξη που κάποιες επιλογές των εργοστασίων βασίζονται – δυστυχώς – μόνο σε οικονομικά κριτήρια και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει κορυφαίας απόδοσης μοτοσυκλέτες να έχουν χαμηλότερων προδιαγραφών ελαστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες ικανότητές τους.

Όλα αυτά τα λέμε για να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής, πως τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης της μοτοσυκλέτας μας δεν αποτελούν δέσμευση για την επιλογή των νέων που θα βάλουμε όταν χρειαστεί να τα αντικαταστήσουμε.

 

Φυσικά, όταν αλλάζεις μάρκα ή μοντέλο και πολύ περισσότερο διάσταση ελαστικών, θα υπάρξουν διαφορές στη συμπεριφορά της. Κάποιες θα είναι προς το καλύτερο και κάποιες προς το χειρότερο, αναλόγως ποιες είναι οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες σου.

Το Ducati Streetfighter V4 παραδίδεται στους ιδιοκτήτες του με τα Pirelli Rosso Corsa. Πρόκειται για ένα premium μοντέλο της Pirelli με τρεις γόμμες για τις πέντε ζώνες που είναι χωρισμένο το πίσω ελαστικό. Το συγκεκριμένο ελαστικό το είχαμε δοκιμάσει εκτενώς όταν παρουσιάστηκε το 2018 πάνω στο Aprilia RSV4 Factory και η φιλοσοφία του είναι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, διατηρώντας σε αρκετά μεγάλο βαθμό μέσα στην πίστα τα δυναμικά χαρακτηριστικά των Supercorsa. Ως εκ τούτου, αυτή η επιλογή της Ducati βασίζεται περισσότερο για χρήση στο δρόμο, όπου η μεγάλη διάρκεια ζωής είναι σημαντικός παράγοντας.

Σε αυτό το συγκριτικό, στο Streetfighter V4 βάλαμε τα Supercorsa SP. Πρόκειται για μια κλασική και δοκιμασμένη επιλογή των ιδιοκτητών superbike, η οποία στοχεύει σε όσους κάνουν track day, αλλά παράλληλα απολαμβάνουν την γρήγορη οδήγηση και στο δρόμο. Και αυτό το ελαστικό έχει τεχνολογία διαφορετικής σύνθεσης γόμας, όμως εδώ είναι δύο για το πίσω ελαστικό και όχι τρεις όπως στο Rosso Corsa. Η γόμμα στο κέντρο του ελαστικού έχει σχεδιαστεί για μειωμένη φθορά, ενώ η γόμα που βρίσκεται στο πλάι έχει σύνθεση που προσφέρει σταθερό και υψηλού επιπέδου κράτημα στην πίστα, χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα υπερθέρμανσής και απότομη πτώση της απόδοσής του.

Επίσης έχει διαφορετική γεωμετρία κορόνας και είναι ένα από τα ελαφρύτερα ελαστικά στην κατηγορία του. Όμως τί σημαίνουν όλα αυτά; Όσο η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια δεν πρόκειται να αντιληφθείς κάποια διαφορά σε σχέση με τα Rosso Corsa, οδηγώντας την Streetfighter V4 στο δρόμο. Η γεωμετρία του πλαισίου, η κατανομή βάρους και η μελετημένη αεροδυναμική της ιταλικής μοτοσυκλέτας, την κρατούν “βιδωμένη” πάνω στην άσφαλτο, οπότε η πιο “τριγωνική” κορώνα του εμπρός Supercorsa SP δεν έχει επιπτώσεις στη σταθερότητα.

 

Προφανώς το πίσω δεν θα έχει την ίδια διάρκεια ζωής αν κάνεις πολλά χιλιόμετρα στην εθνική με υψηλές ταχύτητες, όμως θα αντέχουν πολύ περισσότερο από τα προηγούμενης γενιάς semi-slick ελαστικά με την ενιαία γόμα. Ειδικά σε αυτή τη μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά τα 207 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ, η φθορά στο κέντρο ήταν ανεπαίσθητη, παρά τους 180 πραγματικούς ίππους που το μαστιγώνουν. Οι διαφορές αρχίζουν όταν πλαγιάσεις τη μοτοσυκλέτα, όπου γίνονται αρκετά πιο αισθητές οι σχεδιαστικές επιλογές της Pirelli. Το Supercorsa SP αφήνει τη μοτοσυκλέτα να πλαγιάσει πιο γρήγορα και το τιμόνι έχει πιο ελαφριά αίσθηση, λόγω της πιο γρήγορης γεωμετρίας της κορώνας και του μειωμένου γυροσκοπικού φαινομένου, καθώς είναι πολύ ελαφρύ ελαστικό. Από την άλλη μεριά όμως θέλει περισσότερη ώρα για να έρθει σε ιδανική θερμοκρασία λειτουργίας και δεν απορροφά τις ανωμαλίες τους δρόμου με την ίδια ηρεμία που το κάνει το Rosso Corsa στην χαμηλές ταχύτητες της πόλη και των σφικτών επαρχιακών δρόμων. Φυσικά στην πίστα, όπου η ποιότητα της ασφάλτου είναι πολύ καλύτερη και κυρίως πιο ομαλή, το Supercorsa SP έχει μόνο πλεονεκτήματα.

 

Πέρα από την ταχύτερη αλλαγή πορείας, η βασική διαφορά του Supercorsa SP στην πίστα είναι στο σταθερό επίπεδο του κρατήματος μετά των πέμπτο-έκτο γύρο. Σε αυτό το σημείο, τα ελαστικά δρόμου αρχίζουν και δείχνουν σημάδια υπερθέρμανσης, κάτι απόλυτα λογικό αφού έχουν σχεδιαστεί με προτεραιότητα την άμεση επίτευξη θερμοκρασίας λειτουργίας.

Αντιθέτως το Supercorsa SP δείχνει την αγωνιστική καταγωγή του και συμπεριφέρεται ως γνήσιο semi-slick ελαστικό, προφέροντας μεγάλη επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και σταθερά υψηλό κράτημα για πολλούς συνεχόμενους γύρους. Σε σχέση με το Rosso Corsa που είχαμε δοκιμάσει στο Aprilia RSV4 στην πίστα των Σερρών, το Supercorsa SP είχε αναμενόμενα περισσότερη φθορά στο τέλος της ημέρας και είναι το δίκαιο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις όταν επιλέγεις ελαστικά της κατηγορίας των semi-slick.

Στα πλεονεκτήματα του Supercorsa SP θα πρέπει να βάλουμε και το γεγονός της μεγάλης γκάμας διαστάσεων που τα προσφέρει η Pirelli.

Το εμπρός ξεκινά από την διάσταση 110/70-17 και το πίσω από την 140/70-17 και φτάνει έως την 200/60-17, καλύπτοντας όλους τους κυβισμούς σπορ μοτοσυκλετών από τα 125 κυβικά με τους 15 ίππους έως και τα θηρία των 1100 κυβικών και τους 200+ ίππους στον πίσω τροχό. Γι' αυτό άλλωστε και το χρησιμοποιούν σε πολλών ειδών αγώνες ενιαίου τύπου στα εθνικά πρωταθλήματα της Ευρώπης, από τις κατηγορίες SS300 έως και Superstock 600/1000.

Ταυτόχρονα με το Supercorsa SP, στη διάθεσή μας είχαμε και το Supercorsa BSB… Μπερδευτήκατε με τα ονόματα; Και εμείς μπερδευτήκαμε δυο-τρεις φορές όταν αλλάζαμε τα ελαστικά στις μοτοσυκλέτες, διότι σε εμφάνιση δεν διαφέρουν από τα SP.

Ούτε όμως θα καταλάβεις διαφορά ανάμεσα στο SP και το BSB αν δεν πιέσεις οριακά μέσα στην πίστα τη μοτοσυκλέτα. Το όνομά του το πήρε από το εθνικό πρωτάθλημα superbike της Βρετανίας και η Pirelli το παρουσίασε το 2009 ως την έκδοση δρόμου του καθαρόαιμου αγωνιστικού slick. Σήμερα βρίσκεται τιμολογιακά κάτω από το Supercorsa SP και αποτελεί την πιο συμφέρουσα οικονομικά επιλογή για όποιον θέλει κράτημα και συμπεριφορά semi-slick ελαστικού, χωρίς να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Το συγκεκριμένο ελαστικό το βάλαμε στο Kawasaki Z-H2, που φοράει από το εργοστάσιο τα Pirelli Rosso III. Σε αυτή τη μοτοσυκλέτα η διαφορά μεταξύ του sport-touring Rosso III και του semi-slick Supercorsa BSB ήταν εμφανέστατη από την πρώτη στιγμή, όχι μόνο μέσα στην πίστα, αλλά και στο δρόμο. Η γυμνή μοτοσυκλέτα της Kawasaki έχει αρκετά μεγαλύτερο βάρος στα 240 κιλά και επίσης έχει πολύ γκάζι και ροπή. Ως αποτέλεσμα, στο δρόμο ζέσταινε πολύ πιο γρήγορα τα Supercorsa BSB, απ’ ότι το ελαφρύτερο Ducati Streetfighter τα Supercorsa SP και δεν υπήρχε ευδιάκριτος συμβιβασμός σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με τα sport-touring ελαστικά. Από την άλλη μεριά, η τριγωνική κορόνα των BSB επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά του Ζ-Η2 σε όλες τις ταχύτητες κάνοντας το τιμόνι πιο άμεσο στις αντιδράσεις του, αλλά ταυτόχρονα και πιο ευαίσθητο στις ανωμαλίες του δρόμου. Έτσι δεν λείπουν τα κουνήματα στο τιμόνι αν περάσεις με τέρμα ανοιχτό το γκάζι πάνω από ανωμαλίες.

Στην πίστα το Ζ-Η2 έχει μικρά περιθώρια κλίσης λόγω των μαλακών αναρτήσεων και της χαμηλά τοποθετημένης εξάτμισης και των μαρσπιέ. Οπότε το πλεονέκτημα του υψηλότερου κρατήματος υπό κλίση των BSB δεν σου χρησιμεύει σε κάτι.

Με άλλα λόγια, η επιλογή του Rosso III από την Kawasaki ως ελαστικό πρώτης τοποθέτησης στο Ζ-Η2 θα ικανοποιήσει ένα ευρύτερο κοινό και η τοποθέτηση ενός semi-slick όπως το Supercorsa BSB είναι για εκείνους που θέλουν να βελτιώσουν την ευελιξία της μοτοσυκλέτας, θυσιάζοντας την διάρκεια ζωής σε βάθος χρόνου.

Το τρίτο ζευγάρι ελαστικών της παρέας μας ήταν τα Μetzeler M9RR και είχαν εξίσου δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κτηνώδη ροπή του αυστριακού V2 του KTM 1290 Superduke.

Πρόκειται για μία από τις πιο πρόσφατες αφίξεις στην κατηγορία των hypersport ελαστικών, με το BMW S1000RR να είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που το φόρεσε ως πρώτη τοποθέτηση από το εργοστάσιο. Μετά από αυτή δόκιμή των streetfighter μπορούμε να πούμε πως συμφωνούμε απόλυτα με την επιλογή της BMW, καθώς τα M9 RR σκοράρουν πολύ υψηλή βαθμολογία σε όλους τους τομείς χρήσης των μοντέρνων υπερ-μοτοσυκλετών, τόσο στο δρόμο όσο και στην πίστα. Η συνεργασία του με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα ήταν άψογη και παρά την τεράστια διαφορά στον τρόπο απόδοσης του V2 κινητήρα της KTM σε σχέση με τον τετρακύλινδρο της superbike της BMW, δεν προκαλούσε πρόωρη επέμβαση του traction control ή του cornering ABS.

 Ερχόταν αρκετά γρήγορα σε θερμοκρασία λειτουργίας στους ελληνικούς δρόμους και διατηρούσε σταθερή την απόδοσή του για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στην πίστα.

Η γεωμετρία της κορόνας του είναι μεν σπορ και κοντά στα semi-slick ελαστικά, αλλά δεν φτάνει στα άκρα. Οπότε ακόμα και στο 1290 Superduke R, που είναι από τις ελαφρύτερες και πιο ευέλικτες γυμνές μοτοσυκλέτες της αγοράς, διατήρησε το επίπεδο σταθερότητας και δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα ζευγάρι ελαστικών που σου επιτρέπει να εκμεταλλευτείς τις δυνατότητες μιας σύγχρονης, παντοδύναμης και γεμάτης ηλεκτρονικά streetfighter ή superbike, χωρίς να απαιτεί τους συμβιβασμούς ενός semi-slick ελαστικού στο δρόμο ή ενός sport-touring ελαστικού στην πίστα.

 Για την πλειοψηφία των ιδιοκτητών sport και supersport μοτοσυκλετών, τα M9 RR της Metzeler είναι μια άριστη επιλογή για να απολαύσουν τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας τους σε κάθε είδους άσφαλτο 365 μέρες το χρόνο. Οι διαθέσιμες διαστάσεις καλύπτουν όλο το φάσμα κυβισμών, από τα 125cc έως και τα 1300cc, οπότε αποτελούν πολύ καλή αναβάθμιση για τις μικρο-μεσαίες supersport που έχουν κατά κανόνα φτηνιάρικα ελαστικά από το εργοστάσιο και πολλές φορές σε λάθος διάσταση για το πλάτων της ζάντας!


 

KLIM Aggressor Cool: Το δοκιμάσαμε Βοσνία-Ελλάδα Αυθημερόν!

Μία μπλούζα – 4 χώρες - 1.200 χιλιόμετρα επαρχιακών σε μία μέρα (-3Κ +35Κ)
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

18/7/2019

Ο εξοπλισμός αναβάτη κάνει την διαφορά στο ταξίδι και όχι η μοτοσυκλέτα. Το λέμε χρόνια πως το κράνος, το μπουφάν που δεν σε μαστιγώνει στον αέρα και σου επιτρέπει να αναπνέεις, το παντελόνι, οι μπότες και τα γάντια, είναι εκείνα που θα σου εξασφαλίσουν πως θα φορτώσεις χιλιόμετρα στην μοτοσυκλέτα σου και το βράδυ θα εξερευνήσεις και το μέρος που έφτασες μετά από 15 και βάλε ώρες συνεχούς οδήγησης. Εννοείται πως μπορείς να κάνεις τον γύρο του κόσμου με παπί και ελαφριά περιβολή, δεν θέλουμε να τονίσουμε ως αναγκαίο το παραμικρό. Το μόνο απαραίτητο είναι η θέληση για ταξίδι και περιπέτεια.

Από εκεί και πέρα όταν δοκιμάζουμε εξοπλισμό αναβάτη που πραγματικά δουλεύει πάνω από αυτό που θα περίμενες, τότε υπάρχει είδηση. Ξέρετε ήδη ως αναγνώστες μας, για το ταξίδι αστραπή στην Βοσνία με σκοπό να πάρουμε μέρος στο KTM Adventure Rally, οι λεπτομέρειες του οποίου, όπως και η μεγάλη δοκιμή σε συνεργασία με τον Chris Birch(!) υπάρχουν στο τρέχον τεύχος. Αφανής ήρωας πίσω από όλα αυτά τα χιλιόμετρα, ταξιδιωτικά, χωματερά κτλ, ήταν ο εξοπλισμός αναβάτη της KLIM για τον οποίο θα ακολουθήσει το μεγάλο τεστ των πρώτων 10.000 χιλιομέτρων καβάλα σε μία σειρά από όλα τα νέα Adventure. Μία λεπτομέρεια που δεν θα φανεί στις φωτογραφίες καθώς είναι το πρώτο επίπεδο ρουχισμού, μία σημαντική λεπτομέρεια που συνήθως παραβλέπεται, είναι το μπλουζάκι που φοράμε για ένα τέτοιο ταξίδι.

Ας θέσουμε λίγο τις παραμέτρους του ταξιδιού για να καταλάβουμε τι έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Πρώτη ημέρα Αθήνα – Βελιγράδι αυθημερόν από εθνική οδό, κάνοντας 1.200 χιλιόμετρα με τον υδράργυρο στους 41 βαθμούς. Μετάβαση στην Βοσνία την επόμενη μέρα και για τρεις ημέρες συμμετοχή στο KTM Advcenture Rally. Την πέμπτη ημέρα αναχώρηση στις 3:50 τα ξημερώματα από το χιονοδρομικό κέντρο πάνω από το Σαράγιεβο για άφιξη στο κέντρο της Αθήνας το ίδιο απόγευμα. Η μπλούζα KLIM AGGRESSOR COOL -1.0 πλένεται και στεγνώνει πολύ γρήγορα, όπως εξίσου γρήγορα αποβάλλει τον ιδρώτα μόλις ο αέρας περάσει από τους αεραγωγούς του μπουφάν.

Στην MAKAN TRT η επίδειξη ήταν εντυπωσιακή. Το έβρεχαν και στέγνωνε σε μερικά δευτερόλεπτα απλά με ένα τίναγμα. Αυτό φανταστείτε το να συμβαίνει ενώ το φοράτε. Αντίστοιχα στην MAKAN είχαν όλο το σετ, και το αντίστοιχο με μακρύ μανίκι όμως για αρχή πρέπει κανείς να ταξιδέψει έστω και με την μπλούζα. Να οδηγείς στον καύσωνα χωρίς να είσαι ιδρωμένος, όχι γιατί δεν ιδρώνεις, αλλά γιατί αποβάλλεται άμεσα, είναι μία αίσθηση πρωτόγνωρη.

Ο αθλητισμός έχει να επιδείξει πολλές αντίστοιχες μπλούζες, αυτό που έκανε ξεχωριστό για εμάς το Aggressor Cool είναι πως αφαίρεσε από ένα τέτοιο ταξίδι πολλούς πόντους ταλαιπωρίας και το έκανε λίγο πιο ευχάριστο! Στην εθνική οδό με θερμοκρασία οδοστρώματος πολύ παραπάνω από τους 41ο που είχε ο αέρας, κάθε στάση ακόμη και για τα διόδια, ήταν αποπνικτική σε δευτερόλεπτα. Μόλις ξεκινούσες όμως, ένα πραγματικό “aircondition” φρόντιζε να αναλάβει να σε φορτώσει με ενέργεια και να σε κρατήσει έτσι για όσο η μοτοσυκλέτα κινείται! Είναι απίστευτη η διαφορά σε πραγματική κούραση που μπορεί να αφαιρέσει μία μπλούζα όταν οδηγείς στον καύσωνα! Πριν κουμπώσεις δευτέρα το Aggressor Cool σε έχει κιόλας δροσίσει και φροντίζει να αποβάλει τον ιδρώτα. Θα έπρεπε να μην χρειάζεται να εξηγήσει κανείς το αυτονόητο, αλλά το σωστό ταξίδι στον καύσωνα όπως εξηγούμε κι εδώ, γίνεται όταν είσαι καλυμμένος και προστατεύεσαι από τον ήλιο. Αν τώρα το πρώτο επίπεδο ρουχισμού, είναι μία ειδική μπλούζα που μπορεί να πολλαπλασιάσει την διαπνοή του σώματος, τότε τα πράγματα γίνονται αυτομάτως πολύ πιο εύκολα στην πολύωρη οδήγηση.

Κατά την επιστροφή, ξεκινώντας από την Βοσνιά πριν το ξημέρωμα, με στόχο το Μαυροβούνιο, την Αλβανία και την μισή ηπειρωτική Ελλάδα, το AGGRESSOR COOL -1.0 είχε την μεγαλύτερη δοκιμασία. Στις 04:00 το πρωί, οι συνθήκες στην Βοσνία θυμίζουν Φεβρουάριο στην Ελλάδα.

Τα πάντα τριγύρω καλύπτονται από πάχνη, έχει μία ομίχλη πυκνή σαν σεντόνι και η υγρασία είναι τόση που ποτίζει τα γάντια. Είναι λοιπόν ένας καιρός που κανονικά θα οδηγούσες με τις επενδύσεις σε μπουφάν και παντελόνι, και όχι απλά κλείνοντας τους αεραγωγούς.

Το Aggressor Cool δεν σε ζεσταίνει εκείνη την στιγμή, αν και πραγματικά θα το ήθελες, αλλά αναλαμβάνει να απομονώσει τον κορμό από το ψύχος και το κοκκαλωμένο μπουφάν. Βάζεις στο μυαλό σου πως σε λίγες ώρες θα παρακαλάς να σταματήσει να σε ψήνει ο ήλιος και με δεδομένο πως νιώθεις το κρύο αλλά αυτό τουλάχιστον δεν σε ξετρυπά, έχεις εκείνη την στιγμή το μοναδικό πράγμα που μπορεί να προσαρμοστεί σε ένα τέτοιο τελείως τρελό ταξίδι: Σκοτάδι στην Βοσνία και ήλιο στην Αθήνα, την ίδια ημέρα!

Κάνοντας τα τελευταία πραγματικά άθλια χιλιόμετρα που συνδέουν την Βοσνία με το Μαυροβούνιο, και μπαίνοντας στην ξεκάθαρα πιο «ευρωπαϊκή» χώρα ο καιρός εξακολουθεί να μην θυμίζει καλοκαίρι. Ο ήλιος δεν έχει ακόμη ξεπροβάλλει, αλλά ταυτόχρονα η υγρασία έχει μειωθεί και το ψύχος δεν σου επιτίθεται.

Εδώ υπάρχει ισορροπία πλέον ενώ λίγο αργότερα θα αρχίσει η επίθεση του καύσωνα αυτή την φορά. Στην Αλβανία και μέχρι την επιστροφή στην Αθήνα, το Aggressor Cool κάνει το θαύμα του αναλαμβάνοντας έναν πιο δύσκολο ρόλο από εκείνον που είχε μέρες πριν, κατά την άνοδο από την Αθήνα στην Βοσνία με ολονύκτια στάση στο Βελιγράδι. Εκεί οι δρόμοι ήταν σαν την δική μας εθνική διατηρώντας υψηλή ταχύτητα, τροφοδοτώντας μπόλικο αέρα στους αεραγωγούς. Επίσης η συνολική διάρκεια ταξιδιού ήταν πολύ μικρότερη.

Τώρα όμως οι δρόμοι είναι στενοί και επικίνδυνοι, η κίνηση είναι αυξημένη και η μέση ωριαία πολύ μικρότερη. Ο χρόνος ταξιδιού είναι πολύ μεγαλύτερος, σχεδόν στο διπλάσιο αγγίζοντας τις 15 ώρες συνολικά, και για τις πρώτες ώρες οι συνθήκες είναι ξεκάθαρα φθινοπωρινές πριν γίνουν απόλυτα καλοκαιρινές. Δεν φανταζόμουν πως μία μπλούζα μπορεί να κάνει την διαφορά απέναντι σε μία τέτοια δοκιμασία, ούτε φυσικά πως μπορείς άνετα, να ξετρυπήσεις τέσσερις χώρες οδηγώντας συνεχόμενα. Όπως λέμε και στο τεύχος το ταξίδι και όχι ο προορισμός είναι αυτό που μετρά και το ταξίδι πρέπει να το απολαμβάνεις. Υπάρχουν όμως και οι φορές που είναι αναγκαίο να φορτώσεις χιλιόμετρα σε μία ημέρα και να μην προλαβαίνεις να αφομοιώνεις τα μέρη που περνάς, όπως το ραντεβού στις Ημέρες Μοτοσυκλέτας και στο περίπτερο του ΜΟΤΟ που είχαμε εμείς, φτάνοντας απευθείας από την Βοσνία και το Rally. Μία ημέρα γεμάτη χιλιόμετρα που έγινε λίγο πιο ξεκούραστη με τον σωστό εξοπλισμό. Το KLIM AGGRESSOR COOL -1.0 ήταν ο αφανής ήρωας αυτού του ταξιδιού!

 

με τον Chris Birch, την Laia Sanz και τον διευθυντή Off-Road της KTM κ.Sauer Joachim. Αφανής ήρωας τo AGGRESSOR COOL -1.0 της KLIM!

 

Ετικέτες