Ducati Multistrada 950 S 2019: Πρώτες εντυπώσεις

Κάναμε 320 χιλιόμετρα με το νέο Multi
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

28/2/2019

Προφανώς δεν πρόκειται για κάποιο μυστικό που θα σας αποκαλύψουμε τώρα. Η Ducati Multistrada 950 ήταν για εμάς η καλύτερη Multi που είχε φτιάξει ποτέ η Ducati. Σε αντίθεση με την μεγάλη της αδερφή των 1200 και από φέτος των 1260 κυβικών, που ξεκάθαρα ήταν και είναι η πιο σπορ πρόταση στην κατηγορία των mega On-off, η “μικρή” Multi των 937 κυβικών είχε τον πιο ισορροπημένο χαρακτήρα.

Όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις, αλλά κυρίως σε ό,τι αφορά τη χρηστική πλευρά. Ξεκινώντας από την λογική τιμή πώλησης που δεν ξέφευγε μακριά από τον ιαπωνικό ανταγωνισμό, η Multistrada 950 μπορούσε να μπει στη λίστα ανθρώπων που δεν είχαν στην ιδιοκτησία τους καράβια, βιομηχανίες ή πεντάστερα ξενοδοχεία. Όμως το σημαντικότερο πλεονέκτημα της “μικρής” Multistrada 950 ήταν σαφώς η αληθινή on-off προσωπικότητά της. Έβγαλε με εντυπωσιακή άνεση το mega test του ΜΟΤΟ, περνώντας τα πάνδεινα στους κακοτράχαλους ελληνικούς χωματώδρομους και όσοι την οδήγησαν είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια για την ευκολία οδήγησής της. Κέρδισε την πρώτη θέση για την προστασία από τον αέρα στο ταξίδι. Κέρδισε την πρώτη θέση για την εμπιστοσύνη που σου δίνει όταν την οδηγείς καθιστός στο χωματόδρομο και όπως είχαμε γράψει τότε: ”…για την εθνική οδό και τους ανοιχτούς επαρχιακούς δρόμους είναι με διαφορά το καλύτερο απ’ όλα”. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ήταν τέλεια παντού. Είχε έναν προβληματικό συμπλέκτη που σου έσπαγε τα νεύρα στις εκκινήσεις και το επίπεδο εξοπλισμού άνεσης και ηλεκτρονικών βοηθημάτων δεν ήταν στο επίπεδο του μεγάλου Multistrada 1260.

Αν ήθελες Led προβολείς, αυτορυθμιζόμενες ημι-ενεργητικές αναρτήσεις, cornering ABS, cruise control, key-less κ.τ.λ. θα έπρεπε αναγκαστικά να χώσεις βαθιά το χέρι στην τσέπη και να πάρεις το 1260. Όχι πια!

Στο νέο Multistrada 950 η Ducati έλυσε το πρόβλημα του μηχανικού συμπλέκτη, πατεντάροντας έναν καινούριο υδραυλικό. Δυστυχώς στην παρουσίαση που πήγαμε στην Valencia της Ισπανίας δεν οδηγήσαμε την βασική έκδοση. Κρίμα, διότι με τιμή 14.900€ και χωρίς το πρόβλημα του συμπλέκτη, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

Οδηγήσαμε όμως την έκδοση S (17.200€ σε κόκκινο χρώμα, 17.300€ σε Ασπρο-γκρι μεταλλικό και 18.000€ ή 18.200€ με ακτινωτές ζάντες σε κόκκινο ή άσπρο-γκρι μεταλλικό) όπου η Ducati έκανε ακριβώς αυτό πού ονειρεύονται οι υποψήφιοι πελάτες της κατηγορίας.

Τι έκανε; Μα φυσικά έβαλε ΟΛΟ τον εξοπλισμό άνεσης και τεχνολογίας που έχει η πιο πλούσια εξοπλισμένη Multistrada 1260 S!

Μέχρι και quick-shifter Up/Down έχει στο βασικό εξοπλισμό της η έκδοση S.

Μέσω της τεράστιας έγχρωμης οθόνης TFT μπορείς να ελέγξεις όλες τις παραμέτρους των ηλεκτρονικών, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμίσεων της ημί-ενεργητικής ανάρτησης (από την Sachs-ZF όπως και στο 1260 και στα BMW). Όλες οι ρυθμίσεις είναι πλήρως ανοιχτές στα γούστα του αναβάτη και σύμφωνα με την Ducati μπορείς να επιλέξεις ανάμεσα σε 400 (!!!!!) διαφορετικούς συνδυασμούς…  Ευτυχώς έχουν φροντίσει να υπάρχουν default ρυθμίσεις, τόσο για τις αναρτήσεις, όσο και για τα καινούρια ηλεκτρονικά της Bosch σε περίπτωση που χαθείς μέσα σε όλες αυτές τις επιλογές.

Στον κινητήρα δεν έχουν γίνει αλλαγές εσωτερικά πέραν του συμπλέκτη. Να πούμε την αλήθεια θα θέλαμε να δούμε τα νέα έμβολα υψηλής συμπίεσης, το νέο εκκεντροφόρο εξαγωγής και τον εξελιγμένο ψεκασμό της Keihin που έχει το καινούριο Hypermotard 950.

Όμως η Ducati αποφάσισε να μην πειράξει κάτι και πιθανόν να έχει δίκιο, διότι ως τουριστική μοτοσυκλέτα ίσως είναι καλύτερο που παρέμεινε η συμπίεση στο 12,6:1 και δεν ανέβηκε στο 13,3:1, διότι δεν βρίσκεις σε όλα τα σημεία του κόσμου υψηλής ποιότητας βενζίνη…

Οπότε στον τομέα των επιδόσεων δεν υπάρχουν αλλαγές, αν και η εξάτμιση έχει διαφορετικό σχεδιασμό. Η Ducati αναθέρμανε τις εμπορικές σχέσης της με την Termiglioni και έτσι στα αξεσουάρ, υπάρχει slip-on εξάτμιση τιτανίου της ιταλικής εταιρείας.

Τα πακέτα προαιρετικού εξοπλισμού είναι τρία (Touring/Enduro/Performance) και περιλαμβάνουν τα θερμαινόμενα γκριπ, το κεντρικό σταντ, αξεσουάρ της Rizoma, κάγκελα και προστατευτικά ψυγείου, της πλαϊνές πλαστικές βαλίτσες στο χρώμα της μοτοσυκλέτας κ.τ.λ.

Η μεγάλη διαφορά πάντως είναι στην επιλογή του τύπου για τις ζάντες της έκδοσης S.

 Όπως και στο προηγούμενο μοντέλο, έτσι και τώρα, μπορείς να επιλέξεις ανάμεσα σε χυτές ζάντες (νέου σχεδιασμού και 1 ολόκληρο κιλό ελαφρύτερες από πριν) ή με ακτινωτές tubeless και επιπλέον κόστος 800€ για το κόκκινο και 900€ για το άσπρο-γκρι μεταλλικό χρώμα.  Για τη βασική έκδοση υπάρχει μόνο η επιλογή των ελαφρύτερων χυτών ζαντών που κρατάνε το συνολικό βάρος της μοτοσυκλέτας με γεμάτο το ρεζερβουάρ στα 230 κιλά, σε αντίθεση με τις ακτινωτές ζάντες που το ανεβάζουν στα 235 κιλά.

Όπως είχαμε γράψει στο άρθρο για τις καλύτερες on-off για κοντούς, η Multistrada 1260 είναι πολύ φιλική για τους μικρόσωμους, όμως η 950 έχει μεγαλύτερη απόσταση από το έδαφος και η σέλα της είναι στα 840mm. Μπορείς πάντως να επιλέξεις την έξτρα χαμηλότερη σέλα στα 820mm ή αν είσαι πάνω από 1,90μ την έξτρα ψηλή στα 860mm.

Τα 320 χιλιόμετρα που κάναμε στους ορεινούς δρόμους της Valencia, ήταν επαρκέστατα για να δούμε σε πιο βαθμό άλλαξε η προσωπικότητα και συμπεριφορά της Multistrada 950 με όλον αυτό τον ατελείωτο κατάλογο ηλεκτρονικών. Το μόνο που μας έλλειψε ήταν η οδήγηση στο χώμα, κάτι που σκοπεύουμε να κάνουμε όταν την οδηγήσουμε στην Ελλάδα και φυσικά την έχουμε βάλει ήδη στη λίστα με τις μοτοσυκλέτες του φωτεινού Mega Test…

Οπότε η κριτική μας προς το παρόν περιορίζεται στην άσφαλτο. Καθώς όμως η οδήγηση στην άσφαλτο είναι το πεδίο δράσης που η προηγούμενη Multistrada 950 διέπρεπε έναντι του ανταγωνισμού, οι πρώτες εντυπώσεις μας είναι φυσικά άκρως θετικές.

Βέβαια όλες  αυτές οι δυνατότητες ρυθμίσεων των αναρτήσεων και των ηλεκτρονικών, έχουν αρκετά μεγάλο αντίκτυπο στη συμπεριφορά της και χρειάζονται βαθύτερη ανάλυση. Ήδη ψάχνουμε τρόπο να βρούμε παραπάνω σελίδες στο επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ για να χωρέσουν όλα όσα έχουμε να πούμε για την καλύτερη Multistrada  που έχουμε οδηγήσει μέχρι σήμερα…

Μέχρι τότε, δείτε ένα χορταστικό photo gallery που ετοιμάσαμε για εσάς

 

Δοκιμή μακράς διάρκειας: Με το CFMOTO NK 250 στην πίστα των Σερρών

Σοβαρή διασκέδαση!
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

29/12/2020

Μετά την πλήρως αποτυχημένη προσπάθειά μας να διαλύσουμε στους χωματόδρομους της Ρουμανίας το CFMOTO 650 MT, ήρθε η σειρά του “μικρού” ΝΚ 250 να κάνει στα χέρια μας πράγματα που κανείς από τους σχεδιαστές του δεν είχε φανταστεί, αλλά και να αποδείξει πως η CFMΟΤΟ διαφέρει από τις υπόλοιπες κινέζικες εταιρείες. Το πρώτο από αυτά ήταν να το βάλουμε στην πίστα των Σερρών και να το… χρονομετρήσουμε! Λέμε το πρώτο, διότι το NK 250 θα μείνει για αρκετό καιρό μαζί μας και το περιμένουν αρκετές "κακουχίες" ακόμα.

Όσοι δεν έχουν τρέξει σε αγώνες με μικρού κυβισμού μοτοσυκλέτες θα δυσκολευτούν να καταλάβουν πόση πλάκα έχει να οδηγείς σε μεγάλες πίστες. Όταν δεν έχεις τη βοήθεια των μεγάλων ιπποδυνάμεων να διορθώνουν τα οδηγικά σου λάθη, ακόμα και οι ευθείες έχουν τεράστιο ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα αυτές, αφού πρέπει να “συμμαζέψεις” όσο καλύτερα γίνεται το σώμα σου, μειώνοντας στο ελάχιστο την αεροδυναμική αντίσταση.

Ακόμα κι αν έχεις λίγο πιο ανοιχτούς τους αγκώνες των χεριών σου στο τιμόνι, θα χάσεις πολύτιμα χιλιομετράκια έως το τέλος της ευθείας. Σε αντίθεση με τις μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτες που απαιτούν σωματική δύναμη, αντοχή και ταχύτητα αντιδράσεων μέσα στην πίστα, στις μοτοσυκλέτες σαν το NK 250 τα πάντα εξαρτούνται από την ταχύτητα σκέψης. Αν νομίζεις πως οι μικρότερες ταχύτητες που πιάνει το NK 250 θα σου δώσουν άφθονο χρόνο να σκεφτείς, θα την πατήσεις. Κάθε εκατοστό της πίστας είναι σημαντικό με αυτές τις μοτοσυκλέτες και συνεχώς θα πρέπει να κάνεις τη σωστή επιλογή ανάμεσα στην απλωτή γραμμή με την υψηλότερη ταχύτητα ή την πιο κλειστή γραμμή με τα λιγότερα μέτρα. Δέκα πόντους πιο δεξιά ή δέκα πόντους πιο αριστερά στην είσοδο της στροφής σου κοστίζουν ολόκληρα δευτερόλεπτα.

Στόχος να σπάσουμε το φράγμα του 1:50

Όσο οδηγείς το NK 250 χωρίς να κοιτάς τον χρόνο, τα πράγματα είναι όντως πολύ βαρετά μέσα στην πίστα των Σερρών. Η ευθεία μοιάζει ατελείωτη και στις εξόδους των στροφών δεν υπάρχει η ροπή και η ιπποδύναμη για να ενθουσιαστείς με κάτι. Όμως αν μπεις στο τριπάκι του χρονόμετρου, τότε τα πράγματα αλλάζουν πάρα πολύ. Με το εντελώς normal Yamaha R3 και ποιοτικά ελαστικά δρόμου της Michelin, είχαμε γυρολόγιο μεταξύ 1:42 και 1:43 (τα R3 με το αγωνιστικό κιτ σε κινητήρα και αναρτήσεις και semi-slick λάστιχα κάνουν απίστευτους χρόνους, πολύ κάτω από το 1:30), οπότε για το μονοκύλινδρο NK 250 θεωρήσαμε ως δίκαιο στόχο να σπάσουμε το φράγμα του 1:50.

Από εκείνη τη στιγμή, η οδήγηση μιας μικρής μοτοσυκλέτας σαν το NK 250 στην πίστα των Σερρών αρχίζει και γίνεται σοβαρή διασκέδαση. Ο χαρακτηρισμός “σοβαρή” δεν αφορά μόνο τις οδηγικές γνώσεις που πρέπει να επιστρατεύσεις για να μην του κόψεις τη φόρα, αλλά και το θάρρος που απαιτείται στις εισόδους των στροφών. Έτσι, από εκεί που κάνοντας απλώς μια γρήγορη βόλτα κατέβαζες σε 5η ή ακόμα και 4η στις πιο κλειστές στροφές για να βγεις με αξιοπρέπεια στις εξόδους, όταν κυνηγάς τον χρόνο δεν έχεις την πολυτέλεια να διαλέξεις ποια σχέση βολεύει εσένα, αλλά αντιθέτως πρέπει να στρίψεις με όση φόρα βολεύει τον κινητήρα για να βγει γρήγορα από τη στροφή με 6η... Με άλλα λόγια, αν δεις πως η 6η ρίχνει υπερβολικά χαμηλά τις στροφές του κινητήρα σε κάποια στροφή, τότε στον επόμενο γύρο ΔΕΝ κατεβάζεις σε 5η αλλά μπαίνεις με ακόμα περισσότερη φόρα ώστε να μην πέσουν τόσο χαμηλά οι στροφές του κινητήρα.

Σε αυτές τις μοτοσυκλέτες δεν υπάρχει η φράση “δεν μπορεί να στρίψει με 6η”, υπάρχει μόνο η φράση “εγώ δεν μπορώ να το στρίψω με 6η”. Γι΄αυτό και σε ορισμένες στροφές, όπως η K5 και το τριπλό εσάκι που ακολουθεί, χρειάζεται πιο πολύ θάρρος και εμπειρία για να περάσεις γρήγορα με το ελαφρύ και ευέλικτο NK 250, παρά με τις μεγάλες supersport μοτοσυκλέτες που τα άλογα περισσεύουν για να μην χάσεις την φόρα σου. Κι όταν βγεις στην ευθεία, πρέπει να κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για να δείξει πάνω από 140km/h το κοντέρ.

Τα φρένα φυσικά δεν κουράζονται, αφού βασικός στόχος είναι… να μην τα πατάς! Τουλάχιστον όχι πριν φτάσεις λίγα μέτρα από το σημείο εισόδου της στροφής. Γι΄αυτό και δεν ενοχλεί σε αυτή την πίστα η σπογγώδης αίσθηση της μανέτας του εμπρός φρένου. Εκείνο που ενοχλεί είναι η ευκολία με την οποία βρίσκουν κάτω τα μαρσπιέ. Ευτυχώς όμως δεν υπάρχει κάποιο σταθερό εξάρτημα που να εξέχει, οπότε δεν υπάρχει και ο κίνδυνος να ακουμπήσει στην άσφαλτο και να σηκώσει τη μοτοσυκλέτα στο κέντρο της στροφής απροειδοποίητα.

Τα ελαστικά της CST δεν είχαν πρόβλημα με την δροσερή άσφαλτο της πίστας, οπότε μετά από 10 συνεχόμενους γύρους, το χρονόμετρο στο κινητό τηλέφωνο του – One and Only – Κυριάκου, έδειξε 1:48. Θα κατέβαινε κι άλλο ο χρόνος (ήθελε να ψαχτούμε περισσότερο με τις γραμμές στα ανοιχτά κομμάτια της πίστας) αλλά ο ήλιος έφευγε και η πίστα έπρεπε να κλείσει κάποια στιγμή. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα βάλουμε στόχο το 1:45…