Ducati Scrambler Urban Enduro Μοντέλο 2016

Για την ζούγκλα της πόλης
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

27/12/2018

Στην πρώτη γενιά των Scrambler, η Ducati προσπάθησε να ικανοποιήσει το κοινό που ήθελε ένα πιο χωματερό look με την έκδοση enduro. Είχε ψηλό εμπρός φτερό και ειδικό χακί χρώμα, όμως τα μηχανικά του μέρη ήταν πανομοιότυπα με των υπόλοιπων Scrambler και αντίστοιχες ήταν οι δυνατότητες του στο χώμα. Η εμπορική του καριέρα δεν κράτησε πολύ, καθώς δύο χρόνια μετά αντικαταστάθηκε από το Derert Sled με τις μεγαλύτερες διαδρομές αναρτήσεων και τους τροχούς με τις ακτίνες. Παρ’ όλα αυτά, η έκδοση Enduro έχει τις δικές της χάρες όπως θα διαβάσετε και στο τεστ που αναδημοσιεύουμε εδώ:

 

Με το χακί ματ στρατιωτικό του χρώμα να ονομάζεται Jungle Green, η "enduro" έκδοση του Scrambler δείχνει πανέτοιμη να κάνει καταδρομή στη ζούγκλα των πόλεων

Για λογαριασμό του Scrambler έχουν γίνει επικών διαστάσεων συζητήσεις στην συντακτική ομάδα του ΜΟΤΟ. Αιτία ήταν η - κάτι περισσότερο από - συμπάθια του Λάζαρου για αυτή την μοτοσυκλέτα, που φυσικά πυροδοτούσε πειράγματα από όλους τους υπόλοιπους. Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα να το κάνει τεστ την έκδοση Icon, στις μεταξύ μας συζητήσεις επικεντρώθηκε σε όλα τα αρνητικά για να μην καρφωθεί ότι του αρέσει. Αντίθετα εγώ αντιμετώπιζα από την αρχή καχύποπτα τα Scrambler, διότι φαίνεται ότι αντικατέστησαν μέσα στην γκάμα της Ducati το αγαπημένο μου αερόψυκτο Monster 620/695 που ήταν ίσως η πιο απολαυστική και προσιτή μικρομεσαία μοτοσυκλέτα που έχει φτιαχτεί στην Ευρώπη. Όπως καταλαβαίνετε, από την αρχή έβλεπα το Scrambler με μισό μάτι και πραγματικά απορώ με τον εαυτό μου πώς κατέληξα μετά από μερικές μέρες συμβίωσης μαζί του να αλλάξω εντελώς άποψη και να το συμπαθήσω τόσο πολύ. Έτσι, ενώ συμφωνώ 100% σε όλα τα σημεία αρνητικής κριτικής που έκανε ο Λάζαρος για το Icon,εν τούτοις βρήκα στο Scrambler ορισμένα πολύ δυνατά σημεία υπεροχής που δεν έχει άλλη μοτοσυκλέτα αυτή την εποχή.

 

Ένα Serrow με 800 κυβικά

Θυμάστε το Yamaha Serrow ή το Kawasaki Sherpa; Με 225 κυβικά το ένα και 250 το άλλο, ήταν δύο μικρές, ελαφριές, χαμηλές μοτοσυκλέτες με ελάχιστα έξοδα χρήσης. Έκαναν θραύση στην χώρα μας ως μεταχειρισμένα από Ιαπωνία, σε σημείο τέτοιο που οι ελληνικές αντιπροσωπείες ήταν οι μόνες στην Ευρώπη που τα εισήγαγαν καινούρια. Όμως στις αρχές του 2000 η ευρωπαϊκή νομοθεσία επέβαλε γραφειοκρατικούς περιορισμούς με αποτέλεσμα να σταματήσει η εισαγωγή τους. Από τότε δεν ξαναεμφανίστηκε στην αγορά κάποια μικρή on-off που να είχε τόσο έντονα τονισμένα τα χαρακτηριστικά αυτά. Για κάποιο περίεργο λόγο, το ScramblerUrbanEnduro μου θύμισε εκείνες τις δύο μοτοσυκλέτες. Λέω περίεργο, διότι εδώ έχουμε μια δικύλινδρη μοτοσυκλέτα 803 κυβικών με 61,6 πραγματικούς ίππους στον πίσω τροχό και βάρος 195 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ της. Όμως η Ducati κατάφερε να φτιάξει μια πανεύκολη στην καθημερινή χρήση μοτοσυκλέτα που οδηγώντας την δεν καταβάλεις περισσότερο κόπο από εκείνον που χρειαζόταν ένα Serrow 225. Η χαμηλή σέλα είναι βασικό πλεονέκτημα του Scramblerκαι του χαρίζει μοναδικότητα ανάμεσα στις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες οποιασδήποτε κατηγορίας.

 Αυτή η φιλικότητα προς τους μικρόσωμους αναβάτες ή σε όσους δεν θέλουν να κάνουν ακροβατικά και ασκήσεις ισορροπίας κάθε φορά που ανεβαίνουν, κατεβαίνουν, σταματάνε και παρκάρουν την μοτοσυκλέτα τους, αρκεί για να δικαιολογήσει την αγορά της.

 Σε επίπεδο ευκολίας χειρισμών από αναβάτες με ύψος κάτω από 1,80μ το Scrambler δεν έχει κανέναν αντίπαλο, ακόμα κι αν το συγκρίνεις με μικρότερου κυβισμού street μοτοσυκλέτες. Μάλιστα έτυχε πριν το Ducati να οδηγήσω για μερικές μέρες ένα scooter 200 κυβικών, το οποίο σε σύγκριση με το UrbanEnduro έμοιαζε να έχει την ευελιξία και το βάρος φορτηγού. Στους άκοπους χειρισμούς που απαιτεί το Scramblerέρχονται να προστεθούν και άλλα δύο μοναδικά στοιχεία που το κάνουν να ξεχωρίζει ακόμα περισσότερο ανάμεσα από τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες. Το ένα είναι το καταπληκτικό κράτημα των ελαστικών της Pirelli πάνω στους ελληνικούς δρόμους. Τα MT60 ξεκίνησαν την ζωή τους ως αγωνιστικά βρόχινα ελαστικά των GP/SBKκαι έγιναν μεγάλη εμπορική επιτυχία στα τέλη της δεκαετίας του '90 με την μόδα των Supermotard. Τα συγκεκριμένα που φοράει το Scrambler είναι η έκδοση δρόμου (RS=RoadSport) εκείνων των ελαστικών, όμως το κορυφαίο κράτημα παρέμεινε ως είχε. Σε συνδυασμό με το δεύτερο θετικό στοιχείο που είναι ο σπιρτόζος κινητήρας του, το UrbanEnduroμπορεί να κινείται μέσα στην πόλη σαν τον δαίμονα της Τασμανίας αν του το ζητήσεις. Αξίζουν δύο λόγια για αυτόν τον κινητήρα πριν προχωρήσουμε, διότι είναι αρκετά εύκολο να τον αδικήσεις επειδή είναι αερόψυκτος και διβάλβιδος. Τόσο στα πρώτα Monster S2, όσο και αργότερα στα Monster 796/Hypermotard 796, αυτός ο κινητήρας των 803 κυβικών ήταν ο πιο γλυκός και ευχάριστος σε λειτουργία. Το μόνο αρνητικό του ήταν η κακιά συνήθεια της Ducati να έχει μια αταίριαστα μακριά τελική σχέση μετάδοσης, που σε ανάγκαζε να πατινάρεις διαρκώς τον συμπλέκτη μέσα στην κίνηση της πόλης για να μην σκορτσάρει. Πριν μετακομίσει στο Scrambler, η Ducati έκανε μπόλικες επεμβάσεις πάνω του, σχεδόν όλες τους με εντυπωσιακά θετικό αντίκτυπο. Έτσι, ενώ η πραγματική ιπποδύναμη μειώθηκε κατά 14 ολόκληρους ίππους σε σχέση με τα Monster/Hypermotard 796, εν τούτοις μέσα στην πόλη δείχνει πολύ πιο κεφάτος και ζωηρός. Βασική αιτία είναι το γενναίο κόντεμα της τελικής της τελικής σχέσης μετάδοσης που βοηθάει τον κινητήρα να ανεβάζει ευκολότερα στροφές όταν ανοίγεις το γκάζι και σε απαλλάσσει από την συχνή χρήση της μανέτας του συμπλέκτη στις πολύ χαμηλές ταχύτητες.

 Με το Scrambler έχεις την χαρά να βάλεις ακόμα και τετάρτη μέσα στην πυκνή κίνηση της πόλης, όταν με τα 796 ήσουν πατιναριστός με πρώτη!

Μια άλλη σημαντική βελτίωση (για αρκετό κόσμο φαντάζομαι) είναι η δραστική μείωση των μηχανικών θορύβων του κινητήρα. Αυτό τονίζει ακόμα περισσότερο την πολιτισμένη συμπεριφορά του και χωρίς περιστροφές είναι ένας από τους πιο ευχάριστους για να ζεις καθημερινά μαζί του και ο πιο ραφιναρισμένος αερόψυκτος κινητήρας που έχει φτιάξει ποτέ η Ducati. Μόνο δύο σημεία μπορούν να σου χαλάσουν την συνολικά θετικότατη εικόνα. Το ένα είναι το αρχικό τίναγμα προς τα μπρος όταν ανοίγεις το γκάζι από τέρμα κλειστό. Αν οδηγάς μόνος σου σε σβέλτο ρυθμό το συνηθίζεις γρήγορα και το ξεπερνάς. Όμως αν θέλεις να οδηγήσεις σε τεμπέλικο τέμπο αρχίζει να γίνεται ενοχλητικό καιειδικά όταν έχεις συνεπιβάτη πίσω σου είναι δύσκολο να αποφύγεις το τσούγκρισμα των κρανών σας κάθε φορά που ξανανοίγεις το γκάζι. Το δεύτερο παράπονο που έχω προκύπτει από την απουσία ρύθμισης της απόστασης για την μανέτα του συμπλέκτη, ο οποίος απομονώνει προς το τέλος της διαδρομής του και θέλει να έχεις πολύ μακριά δάχτυλα για να τον χειρίζεσαι όταν έχεις στρίψεις τέρμα το τιμόνι δεξιά.Αυτό είναι και το μοναδικό παράπονο που αφορά τον συμπλέκτη, καθώς τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του είναι άψογα, όχι μόνο γιατί είναι μαλακός, αλλά κυρίως γιατί στα κατεβάσματα συμπεριφέρεται καλύτερα από αγωνιστικό μονόδρομο και κάνει την διαδικασία αλλαγής ταχυτήτων (πάνω ή κάτω) μια πολύ απολαυστική διαδικασία και χαρίζει ροή στον τρόπο που κινείται η μοτοσυκλέτα.

Η σκόνη του πάει

Την έκδοση UrbanEnduro θα μπορούσες να την αποκαλέσεις on-off, υπό την έννοια ότι έχει ψηλό εμπρός φτερό, αρκετή απόσταση από το έδαφος με προστατευτική ποδιά για τον κινητήρα και αντίστοιχου τύπου τιμόνι. Όμως η αλήθεια είναι ότι το φυσικό της περιβάλλον είναι η άσφαλτος και κυρίως οι δρόμοι μέσα και γύρο από τις πόλεις. Εδώ πραγματικά διαπρέπει, ειδικά αν το κριτήριο σου είναι να πας από την μία άκρη της πόλης στην άλλη, διασχίζοντας το κέντρο της με τον γρηγορότερο και πιο ξεκούραστο σωματικά τρόπο. Αν υπήρχε μια κλίμακα μέτρησης που να υπολογίζει πόση σωματική προσπάθεια κατέβαλες για να αυξήσεις την μέση ωριαία σου ταχύτητα σε κάθε διαδρομή που κάνεις, το Scrambler θα είναι σίγουρα κορυφαία βαθμολογία. Αν του είχε βάλει η Ducati λίγο πιο ενδοτικές αναρτήσεις, εκτός από εύκολο θα ήταν και άνετο.Όμως οι αναρτήσεις του Scrambler έχουν εμφανώς πολύ αργές αποσβέσεις, τόσο στην συμπίεση, όσο και στην επαναφορά, με αποτέλεσμα να δείχνουν σκληρές και να κάνουν την μοτοσυκλέτα να περνάει με άτσαλο τρόπο πάνω από τις συνεχόμενες ανωμαλίες. Σε αυτά τα χρήματα που ζητάει η Ducati, η απουσία ρυθμίσεων (πλην της προφόρτισης ελατηρίου για το πίσω αμορτισέρ) είναι αυτογκόλ που δεν χρειαζόταν να το φάει η ιταλική εταιρεία. Τουλάχιστον, αυτή η σφιχτή συμπεριφορά των αναρτήσεων συνεργάζεται με το εντυπωσιακό κράτημα των ελαστικών της Pirelliκαι το ελαφρύ Scrambler Urban Enduro σου ζωγραφίζει ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο όταν βρεθείς σε στενούς φιδίσιους επαρχιακούς δρόμους. Μάλιστα όσο πιο πολύ γλιστράνε και όσο πιο στενοί είναι τόσο το καλύτερο! Χωρίς υπερβολές, είναι πολύ πιο γρήγορο σε αυτούς τους δρόμους από το KTM Duke 620(με τα ίδια λάστιχα που είχα ως προσωπική μου μοτοσυκλέτα) που θεωρούνταν για χρόνια σημείο αναφοράς για οδήγηση σε επαρχιακούς δρόμους. Τα φρένα της Brembo και κυρίως η λειτουργία του ABS δίνουν άλλον ένα θετικό πόντο στην σπορ πλευρά του Scrambler.

Παρά τον μονό δίσκο εμπρός και την δαγκάνα των τριών εμβόλων, το Urban Enduro σταματάει πάντα άμεσα, προοδευτικά και ακριβώς στο σημείο που έχεις υπολογίσει, ανεξάρτητα από την ποιότητα του οδοστρώματος. Ούτε τραβάει μονόπαντα στα δυνατά φρεναρίσματα, όπως συνήθως συμβαίνει με τις μοτοσυκλέτες που έχουν δυνατό μονό δισκόφρενο εμπρός, ούτε το ABSαμολάει πρόωρα τα φρένα στην παραμικρή ανωμαλία, όπως συμβαίνει στις περισσότερες μοτοσυκλέτες που κινούνται σε αυτή την κατηγορία τιμής και δεν έχουν τα ακριβά, τελευταίας γενιάς συστήματα ABS. Αν και η διαδικασία απενεργοποίησής του είναι χρονοβόρα και απαιτεί πλήρη ακινητοποίηση της μοτοσυκλέτας, υπάρχει αυτή η δυνατότητα αν χρειαστεί. Αρχικά φαντάστηκα ότι θα ήταν χρήσιμη η απενεργοποίησή του για οδήγηση στο χώμα, όπου η μειωμένη πρόσφυση κάνει συνήθως το ABS να δουλεύει διαρκώς, εμποδίζοντας την μοτοσυκλέτα να μειώσει εγκαίρως την ταχύτητά της, όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην πράξη. Αντιθέτως, με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι το ABS δεν έγινε ποτέ ενοχλητικό, ακόμα και όταν κατηφόριζα έναν χωματόδρομο γεμάτο κροκάλες και ρυθμό πολύ πάνω απ' ότι θα έπρεπε για μια μοτοσυκλέτα με αναρτήσεις δρόμου και βρόχινα αγωνιστικά ελαστικά.

Η μόνη περίπτωση που μπορώ να πω ότι θα ήταν χρήσιμη η απενεργοποίηση του ABS είναι αν θέλεις να κάνεις endo ή να μπαίνεις με drift στις εισόδους των στροφών.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις επεμβαίνει μόνο όταν πρέπει. Επιστρέφοντας στην οδήγηση στο χώμα, εννοείται ότι η ονομασία Enduro είναι υπερβολική και ο χαρακτηρισμός on-offστα όρια του αποδεκτού και πάντα υπό προϋποθέσεις. Μία βασική προϋπόθεση είναι το στεγνό χώμα, διότι με αυτά τα λάστιχα δεν θα ήθελες να πέσεις μέσα σε μαλακιά λάσπη. Άλλη μία είναι οι πέτρες να μην ξεπερνούν σε μέγεθος την γροθιά σου, διότι οι αναρτήσεις (πέρα από σκληρές/αργές) έχουν και περιορισμένη διαδρομή. Να πω την αλήθεια δεν μου τερμάτισαν ούτε όταν πέρασα πάνω από φυτεμένες μεγάλες πέτρες, αλλά αν στην άσφαλτο η άνεση είναι ελλιπής φαντάσου πως είναι τα πράγματα στο χώμα. Με λίγα λόγια, για να οδηγάς το καλοκαίρι στους χωματόδρομους των ελληνικών νησιών που οδηγούν σε απόμερες παραλίες είναι μια χαρά το Scrambler. Οτιδήποτε άλλο θα το φέρει σε δύσκολη θέση και πιθανότατα να κάνει και εκείνο το ίδιο σε εσένα. Μμμμ… συγνώμη λάθος, υπάρχει κάτι ακόμα που μπορείς να κάνεις στο χώμα με το Scrambler και το ανακάλυψα τυχαία σε μια ανοιχτή αριστερή στροφή με πατημένο και λίγο νωπό χώμα. Κάνει μακράν τα καλύτερα παντιλίκια διαρκείας στο χώμα. Αυτό το απότομο τίναγμα στο αρχικό άνοιγμα του γκαζιού σπάει ακαριαία την πρόσφυση του πίσω τροχού και η ομαλή άνοδος των στροφών του κινητήρα που ακολουθεί, κρατάει για ώρα σε ανοιχτή τροχιά τον πίσω τροχό με απόλυτο έλεγχο.

Αυτή η μοτοσυκλέτα μοιάζει να είναι γεννημένη για τις πίστες flat-track.

Οι εκδόσεις Full Throttle και Flat Track Pro είναι κατά την γνώμη μου οι πιο αντιπροσωπευτικές για τον πραγματικό χαρακτήρα του Scrambler.

 

Μοναδική επιλογή

Στα 10.650 ευρώ που ζητάει η Ducati για το Urban Enduro, μπορείς να αγοράσεις από το υπερσύγχρονο Yamaha Tracer μέχρι το vintage 883Ironτης Harley. Σε αυτή την κατηγορία τιμής οι επιλογές είναι αμέτρητες και μπορείς να βρεις κάθε είδους μοτοσυκλέτα. Όταν όμως ιεραρχήσεις τις επιθυμίες σου και καταλήξεις να έχεις πάνω-πάνω στην λίστα σου το χαμηλός ύψος σέλας, την ταχύτητα και ευκολία κίνησης μέσα στην πόλη και φυσικά την neo-retro αισθητική, τότε ξαφνικά το Scrambler γίνεται η μοναδική επιλογή που έχεις. Μαζί με τα παραπάνω, η Ducatiσου δίνει δώρο την ικανότητα του Scrambler να είναι πιο γρήγορο από τα supermoto στα γλιστερά στροφιλίκια, να είναι αναπάντεχα διασκεδαστικό στους ομαλούς χωματόδρομους και να καίει λογικές ποσότητες βενζίνης.

Για μένα η έκδοση UrbanEnduro είναι η μοτοσυκλέτα που εκφράζει με σύγχρονο τρόπο τα στοιχεία εκείνα που μας έκαναν να αγαπήσουμε σε αυτή την χώρα τα Serrow και Sherpa.

Το κενό που άφησαν αυτές οι δύο μοτοσυκλέτες μόνο το Scramblerκαταφέρνει να καλύψει αυτή την στιγμή και το κάνεις την μοναδική επιλογή που έχεις

 

Το χακί ματ χρώμα δίνει μια military αισθητική αν και η Ducati το ονομάζει Jungle Green. Το ψιλό εμπρός φτερό είναι κοντό σε μήκος και η μεγάλη απόστασή του από τον τροχό επιτρέπει στα νερά και τις λάσπες να φτάσουν μέχρι τον προβολέα. Ωραία λεπτομέρεια η ατσάλινη προστατευτική σήτα για τον προβολέα, αλλά για να τον καθαρίσεις από τα έντομα θέλεις οπωσδήποτε δυνατό πιεστικό

Μόνο προφόρτιση για το πίσω αμορτισέρ. Η σκληρότητα του ελατηρίου είναι σωστή, όμως οι αποσβέσεις είναι αρκετά αργές και μειώνουν την άνεση. Σε αυτά τα χρήματα θα έπρεπε να ρυθμίζεται πλήρως

Love it or hate it. Αν θες πολλές πληροφορίες μέσα σε ένα μικρό στρογγυλό όργανο, η μόνη λύση είναι να το κάνεις ψηφιακό. Κακώς δεν έχει ένδειξη αυτονομίας

Ο πιο πολιτισμένος, ζωηρός και ευχάριστος αερόψυκτος κινητήρας της Ducati μέχρι σήμερα

Η έκδοση Urban Enduro έχει διαφορετικό κάλυμμα σέλας από το φτηνότερο Icon και δείχνει σαφώς πιο ποιοτική και πολυτελής

 

Οι ζάντες με τις ατσάλινες ακτίνες πρόσθεσαν πέντε κιλά στο UrbanEnduro σε σχέση με το Icon. Πάντως από οδηγικής άποψης δεν επηρέασαν την ανάλαφρη αίσθηση της μοτοσυκλέτας

Το κοντό τελικό της εξάτμισης κοιτάει προς τον ουρανό, οπότε αν βρέχεται η μοτοσυκλέτα μην απορήσετε για τα νερά και τους λευκούς καπνούς που θα βγαίνουν όταν την βάλετε εμπρός

Υφασμάτινη εργαλειοθήκη και θύρα USB για φόρτιση κινητού τηλεφώνου/MP3, αλλά ελάχιστος χώρος για οτιδήποτε άλλο. Την λύση για αποθηκευτικούς χώρους θα την βρείτε στα μοδάτα αξεσουάρ της Ducati

 

ΤΕΧΝΙΚΑΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                                           Ducati Scrambler Urban Enduro

Αντιπρόσωπος:

Kosmocar Α.Ε.

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

2100

Ύψος (mm):

1150

Μεταξόνιο (mm):

1445

Ύψος σέλας (mm):

790

Ίχνος (mm):

112

Γωνία κάστερ (˚):

24

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

650

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

560

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

930

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

440

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

195

(χωρίς καύσιμο: 185,25)

Πίσω

51,1

Εμπρός

48,9

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

1%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο, σωληνωτό, χωροδικτύωμα

Πλάτος (mm):

845

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

192

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, αερόψυκτος, δικύλινδρος L, desmo με 2Β/Κ και 2ΕΕΚ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

88 x 66

Χωρητικότητα (cc):

803

Σχέση συμπίεσης:

11:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

75 / 8250

Ροπή (kg.m/rpm):

6,9 / 5750

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

93,4

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός με σώμα 50mm

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1

Σύστημα λίπανσης:

Ξηρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός πολύδισκος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Με γρανάζια / 1,850

Τελική μετάδοση / σχέση:

Με αλυσίδα / 3,066

 

Σχέσεις

1η

2,461

2α

1,666

3η

1,333

4η

1,130

5η

1,000

6η

0,923

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Km/h

Sec

Μέτρα

0-50

2,0

16

0-100

4,6

72

0-150

10,2

272

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Μέτρα

Sec

km/h

0-400

13,2

162,4

0-1.000

25,6

177,2

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

80-140

5,4

175

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)

Km/h

4η

5η

6η

40-80

4,4/74

5,4/90

 

80-120

4,2/117

5,2/145

6,4/179

120-160

 

8,2/326

8,8/349

 

ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

120-40

2,4

53

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

Κενή

Γεμάτη

Θεωρητικά

-

2,48

Πραγματικά

2,90

3,05

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Kayaba χωρίς μοχλικό

Διαδρομή (mm):

150

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

5,5 x 17''

Ελαστικό:

180/55 R17 Pirelli MT60RS

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 245mm με δαγκάνα ενός εμβόλου και ABS

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ψηφιακό όργανο με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, ώρα, ολικό χιλιομετρητή, δύο μερικούς χιλιομετρητές, θερμοκρασία περιβάλλοντος, ABS και ενδεικτικές λυχνίες για κόφτη, νεκρά, φλας, μεγάλη σκάλα φώτων, ρεζέρβα

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

150 / 41

Ρυθμίσεις:

-

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,00 x 18''

Ελαστικό:

110/80 R18 Pirelli MT60RS

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 330mm με ακτινική δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων και ABS

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

61,6 / 8.400

Ροπή (kg.m/rpm):

5,5 / 7.400

Έχει χάσει σχεδόν 14 ίππους σε σχέση με την προηγούμενη γενιά των αερόψυκτων 803cc που είχαν τα Monster/Hypermotard 796, όμως έχει κερδίσει σε ποιότητα λειτουργίας και η συμπεριφορά του είναι συνολικά ραφιναρισμένη. Αν ρύθμιζαν και λίγο καλύτερα την αρχική απόκριση του ψεκασμού όταν ανοίγεις το γκάζι από τέρμα κλειστό, θα έπαιρναν άριστα δέκα

 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΑΝΑ ΣΧΕΣΗ

Κόφτης:

9.200

Μέγιστη ισχύς:

8.400

 

 

1η

78

2α

116

3η

144

4η

170

5η

193

6η

209

 

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

6,9

Ελάχιστη

6,3

Μέγιστη

7,5

Αυτονομία (km):

188,4

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

13 / -

         

 

Στην Μονεμβάσια με την Street Glide Special

Μοτοσυκλέτα για χορτασμένους
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

9/8/2018

Για να μην μακρηγορούμε, για μένα δύο είναι οι καλύτερες μοτοσυκλέτες τουρισμού αυτή την στιγμή. Η μία είναι η BMW R 1200 RT και η άλλη είναι η Harley Davidson Street Glide. Πρώτα αγοράζεις την BMW  για να γυρίζεις τον κόσμο μέχρι να φτάσεις στο σημείο να χορτάσεις, να μπουχτίσεις και να μην θέλεις να ταξιδέψεις ποτέ ξανά με μοτοσυκλέτα.

Όταν φτάσεις στο σημείο να έχεις επισκεφτεί όλα τα μέρη του κόσμου που πάει δρόμος  και όταν έχεις φτάσεις στο σημείο να θεωρείς το ταξίδι με μοτοσυκλέτα μια βαρετή ρουτίνα, τότε ακριβώς είναι η ώρα για να αγοράσεις την Street Glide και εκείνη έχει τον τρόπο να σε κάνει να ερωτευτείς ξανά τα ταξίδια με μοτοσυκλέτα.

 Αν έχεις ήδη κάνει πολλά ταξίδια με υπερηχητικές ταχύτητες στη σέλα ενός Hayabusa και  αν έχεις γράψει χιλιάδες χιλιόμετρα με μια πλήρως εξοπλισμένη σύγχρονη τουριστική μοτοσυκλέτα όπως το R 1200 RT, θα είσαι πλέον σε θέση να πάρεις από την Street Glide τον θησαυρό που έχει να σου δώσει.

 

Τα πρώτα 400 χιλιόμετρα είναι για ζέσταμα

 

Το 1998 είχα κάνει την διαδρομή Ανκόνα-Μόναχο αυθημερόν με ένα Yamaha R6 με στάσεις ολίγων λεπτών μόνο για βενζίνη και το ίδιο έκανα την επόμενη χρονιά με την μεγάλη της αδερφή, την R1. Πέρσι έκανα αυθημερόν την διαδρομή Αθήνα-Λίμνη Πλαστήρα-Αθήνα με ένα KTM 390 Duke (επίσης με στάσεις μόνο για βενζίνη), οπότε τα 400 χιλιόμετρα σερί με την Street Glide μέσα σε τέσσερεις ώρες δεν τα θεωρώ επίτευγμα ή κάποιο φοβερό κατόρθωμα και είμαι βέβαιος ότι θα υπάρχουν ανάμεσά σας πολλοί που έχουν κάνει περισσότερα χιλιόμετρα σε μια μέρα με πολύ πιο ακατάλληλες για ταξίδια μοτοσυκλέτες, πιθανότατα και με ποδήλατο.

Όμως το νόημα δεν είναι στους αριθμούς και στα ρεκόρ Guinness.

Την διαδρομή Αθήνα-Νεάπολη Λακωνίας την κάνω τουλάχιστον πέντε με έξι φορές τον χρόνο. Κάποτε ήταν πάνω από 450 χιλιόμετρα και διαρκούσε σχεδόν έξι ώρες αν οδηγούσες προσεκτικά ή μπορούσες να το κάνεις σε τέσσερις ώρες αν δεν σε ένοιαζε να προστεθεί και το δικό σου εικονοστάσι ανάμεσα στα υπόλοιπα 5-6 εικονοστάσια που υπάρχουν σε κάθε στροφή από την Τρίπολη και κάτω. Τα τελευταία τρία χρόνια η διαδρομή έχει μικρύνει στα 370 χιλιόμετρα λόγω των νέων δρόμων που έχουν φτιαχτεί. Οι τέσσερεις ώρες είναι πλέον εύκολο να επιτευχθούν, ακόμα και αν πας με αυτοκίνητο, που εκ των πραγμάτων θα χάσεις αρκετό χρόνο στην τοπική κίνηση των χωριών της νότιας Λακωνίας.

Η επικινδυνότητα του δρόμου μετά την Σπάρτη εξακολουθεί να είναι υψηλή και οι εννιά στους δέκα οδηγούς αυτοκινήτων είναι συνταξιούχοι μέσου όρου ηλικίας 95 ετών και αντίστοιχης αντίληψης και αντανακλαστικών. Κάποιοι το απολαμβάνουν αυτό το ταξίδι, γιατί τους αρέσουν οι στροφές μεταξύ Τρίπολης και Σπάρτης (τόσο στον παλιό δρόμο από το βουνό χωρίς διόδια, όσο και στον καινούριο με τα διόδια) και η θέα της θάλασσας προς το τέλος της διαδρομής. Εγώ πάλι το έχω σιχαθεί αυτό το ταξίδι και δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα αναγκαίο κακό. Μου χαλάει τη μέρα και γι΄αυτό το κάνω πλέον αυθημερόν για να μην μου χαλάσει δύο μέρες, αλλά μόνο μία…

Φέτος το καλοκαίρι όμως ήρθε η Street Glide και με ξανάκανε να αγαπήσω αυτή τη διαδρομή.

Πάντα θα πρέπει να επαναλαμβάνεις ότι κάθε μοντέλο της Harley Davidson διαφέρει σε προσωπικότητα και ικανότητες, διότι πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα πιστεύουν ότι τα 32 μοντέλα της αμερικάνικης εταιρίας είναι η ίδια μοτοσυκλέτα σε άλλο χρώμα. Στην πραγματικότητα είναι σαν να λες ότι το Suzuki V-Strom 1000 είναι το ίδιο πράγμα με το GSX-R 1000 επειδή είναι και τα δύο Suzuki και έχουν 1000 κυβικά.

Βέβαια για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η ίδια η Harley Davidson έχει την ευθύνη για τη δημιουργία αυτής της εικόνας, επιλέγοντας να απομονωθεί για πολλές δεκαετίες από τον πυρήνα του κόσμου της μοτοσυκλέτας και να φτιάξει έναν ξεχωριστό δικό της. Αυτό φυσικά οδήγησε στη δημιουργία στρατοπέδων με φίλους και εχθρούς, κάτι που εμποδίζει την ψύχραιμη κριτική των μοτοσυκλετών της.

Μιλάμε για ψύχραιμη κριτική και όχι για αντικειμενική κριτική, διότι αντικειμενικός  δεν μπορεί να είναι κανένας μας στην κριτική του, από τη στιγμή που κανένας μας δεν έχει κάνει τα πάντα με όλες τις μοτοσυκλέτες του κόσμου. Όσα περισσότερα μαθαίνεις, τόσο πιο ανοιχτόμυαλος και δεκτικός γίνεσαι σε νέες εμπειρίες και σε διαφορετικές απόψεις. Όσα λιγότερα ξέρεις και έχεις ζήσει, τόσο πιο δογματικός γίνεσαι, εκφράζοντας τις απόψεις σου με επιθετικότητα. Βάλτε στο You Tube μια συνέντευξη του καθηγητή του MIT κ. Ναννόπουλου και μετά βάλτε να δείτε πως μιλάνε οι εκπρόσωποι των φοιτητικών οργανώσεων και θα καταλάβετε την διαφορά μεταξύ ενός ανθρώπου που έχει δει πόσο μικρή είναι η γη μέσα στο σύμπαν και ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι ολόκληρο το σύμπαν είναι το Παγκράτι.

Που κολλάει η Street Glide σε όλα αυτά; Μα πολύ απλά, η Street Glide είναι η μοτοσυκλέτα που σου δείχνει ότι το σύμπαν επεκτείνεται πολύ πιο μακριά από το προσωπικό Παγκράτι του καθενός μας. Ναι, υπάρχει ο τουρισμός με ταχύτητες ταξιδιού 200-250 km/h και έναν σάκο πλάτης που έχει μια οδοντόβουρτσα μέσα. Ναι, υπάρχει ο τουρισμός με τις φαρδιές αφράτες θερμαινόμενες σέλες, τα τριβάλιτσα με ολόκληρη την γκαρνταρόμπα της Βουγιουκλάκη μέσα τους και τις τεράστιες ηλεκτρικά ρυθμιζόμενες ζελατίνες.

Υπάρχει ο εξερευνητικός τουρισμός, σε μέρη που δεν θα σε ενοχλήσει ο “θόρυβος” της κίνησης του χρήματος  από τσέπη σε τσέπη.

Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο τουρισμός που πρεσβεύει η Street Glide και στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεγάλη βόλτα στους δρόμους όλου του κόσμου.

Πως όμως καταφέρνει να μετατρέπει σε βόλτα τις διαδρομές που αν τις κάνεις με άλλη μοτοσυκλέτα θα τις αποκαλούσες ταξίδια;

 Αυτός ο παλιομοδίτικος κινητήρας με τα ωστήρια που βγάζει με το ζόρι 65,5 ίππους στον τροχό από 1745 κυβικά, προκαλεί γέλια σε όσους πεινάνε ακόμα για γκάζι, αλλά ταυτόχρονα προκαλεί και ένα τεράστιο χαμόγελο σε όσους έχουν χορτάσει από αυτό ή έχουν τη δυνατότητα να πάρουν τη δόση τους όποτε την χρειαστούν.

Η Street Glide μπορεί να ταξιδεύει με 150-160km/h για ώρες στην εθνική χωρίς πρόβλημα, αλλά αν το κάνεις αυτό, βάζεις τον εαυτό σου σε έναν ρυθμό που αφαιρεί το μεγαλύτερο μέρος της γοητείας αυτής της μοτοσυκλέτας. Επίσης μειώνεις τον χρόνο του ταξιδιού, που είναι καλό μόνο όταν ταξιδεύεις με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες. Με την Street Glide θέλεις το ταξίδι να διαρκέσει όσο περισσότερο γίνεται. Γιατί; Γιατί αισθάνεσαι ότι κάνεις βόλτα και σε όλους μας αρέσουν οι βόλτες και θέλουμε να διαρκούν όσο περισσότερο γίνεται. Κατέβασε την ταχύτητα ταξιδιού στα 120-140 km/h και θα ανοίξει μπροστά σου ένας καινούριος κόσμος. Το είχα γράψει και στο τεστ της μοτοσυκλέτα στο τ. 582 του MOTO, ότι η διαδικασία οδήγησης της Street Glide σου καθαρίζει το μυαλό με αποτέλεσμα να νοιώθεις ψυχική γαλήνη. Πρωταγωνιστής σε αυτή την διαδικασία είναι ο κινητήρας με τον αριθμό “107”. Αυτός με την τεχνολογία του 1920 που σχολίασε κάποιος στο facebook ή “αυτός ο καινούριος, ο γιαπωνέζικος” που μου είπε ένας “παλιός” Χαρλεάς.

Εννοείται πως κανένας από τους δύο δεν έχει ταξιδέψει με την Street Glide…

Πρόκειται για τον καλύτερο κινητήρα στην ιστορία της Harley και σίγουρα πολύ καλύτερο από τον κινητήρα των V-Rod που είχε σχεδιάσει μαζί με την Porsche και είχε τεχνολογία του 2020. Κλάσεις ανώτερος είναι και από τον προηγούμενο 103 και 103 ΗΟ, διότι δεν έχει παρασιτικούς μεταλλικούς θορύβους, οπότε παράγει πιο καθαρά τον αυθεντικό ήχο των αμερικάνικων V2 και όταν ανοίγεις το γκάζι σπρώχνει εμπρός την μοτοσυκλέτα έως τον κόφτη, χωρίς ενοχλητικούς κραδασμούς.

Ο κινητήρας αυτός είναι που σε κάνει να λες ότι η Street Glide είναι η Rolls Royce των μοτοσυκλετών.

 

Η άνεση που προσφέρει αυτή η μοτοσυκλέτα είναι κυρίως ψυχική και όχι σωματική. Από το σώμα σου έχει απαιτήσεις στους πολύ στενούς επαρχιακούς δρόμους. Το μόνο που μπορείς να χειριστείς πάνω της με ένα άγγιγμα είναι η μεγάλη οθόνη touch screen του συστήματος multimedia. Η ανάλυση της οθόνης είναι πολύ καλή αλλά όχι κορυφαία. Όμως οι δυνατότητες του συστήματος ξεπερνούν ακόμα και εκείνες της BMW στο καινούριο σύστημα Connected που έχει το καινούριο  R 1200 GS. Επίσης εργονομικά είναι άψογο και η πλοήγηση στο μενού του navi και του ηχοσυστήματος (έχει ραδιόφωνο και σύνδεση για mp3/mp4/smartphone) γίνεται εύκολα από τα δύο joystick στους διακόπτες. Άριστα δέκα παίρνει και το cruise control που μέχρι στιγμής είναι το πιο ομαλό σε λειτουργία και εύκολο στο χειρισμό που έχουμε δοκιμάσει.

Τα υπόλοιπα τα έχουμε γράψει στο τεστ της μοτοσυκλέτας, αλλά και από την οδήγησή της στην πανευρωπαϊκή παρουσίαση στην Κροατία, μαζί με την Road Glide.

Αν αξίζει να προσθέσουμε κάτι, αυτό αφορά την μεγάλη αυτονομία που προσφέρει το ρεζερβουάρ και η λογική κατανάλωση βενζίνης του κινητήρα. Ο δείκτης της βενζίνης ακούμπησε την ένδειξη της ρεζέρβας στα 367 χιλιόμετρα. Εντυπωσιακό επίτευγμα για μια μοτοσυκλέτα με 1745 κυβικά που ζυγίζει 360 κιλά.