Φάκελος Triumph Tiger 1050: Δοκιμές 2006-2016 & Συγκριτικό με Tracer 900

Μία street με μεγάλη ιστορία
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

12/1/2019

Ανοίγουμε φάκελο για ένα ξεχωριστό μοντέλο της Triumph, το Tiger 1050, ρίχνοντας μέσα ορισμένες από τις δοκιμές που έχουμε κάνει στο περιοδικό από την ημέρα που παρουσιάστηκε. Αφήνουμε μονάχα έχα συγκριτικό, μιας και είναι αρκετά πρόσφατο και συνεχίζουμε με τα προηγούμενα άρθρα θυμίζοντας την πορεία του μοντέλου. Ένα πολύ μεγάλο κείμενο για τα δεδομένα του internet με την ευκαιρία της ζήτησης από αναγνώστη μας, που αναζητούσε το τεύχος με την τελευταία δοκιμή και το συγκριτικό με το Tracer. Φάκελος Tiger 1050 λοιπόν, ξεδιπλώνεται ολόκληρος στις οθόνες σας αναδημοσιεύοντας παλαιότερα άρθρα του περιοδικού - και καλή σας ανάγνωση:

Tiger 1050: Όμοιο κι αλλιώτικο!

Πρόκειται για την Triumph που αγοράζουν όσοι δουλεύουν στην Triumph. Το μοντέλο εκείνο της εγγλέζικης μάρκας που πιθανότερα θα κρατήσει κάποιος στην κατοχή του για περισσότερο διάστημα από κάθε άλλο στην γκάμα της. Το Tiger είναι η Triumph που αναγνωρίζεται πιο εύκολα στον δρόμο και ένα από τα πιο πετυχημένα εμπορικά μοντέλα της. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, κι άλλους τόσους, όταν έρθει η ώρα που πρέπει να το "πειράξεις", οφείλεις να τα αλλάξεις όλα και ταυτόχρονα τίποτα. Αυτό ακριβώς κατάφεραν να κάνουν οι Άγγλοι!

Με την ευκαιρία των αλλαγών για την ενσωμάτωση των Euro 4 προδιαγραφών, η Triumph προχώρησε και σε μία ριζική ανανέωση για να ανταπεξέλθει απέναντι στην αύξηση του ανταγωνισμού από τους υπόλοιπους κατασκευαστές. Πλέον, η επίθεση που δεχόταν ήταν και κατά μέτωπο, αφότου η Yamaha έβγαλε στην αγορά το εξίσου τρικύλινδρο Tracer 900. Μπορεί οι δυο τους να μην είναι ανταγωνιστές σε όλα τα επίπεδα, όπως θα δείτε στο συγκριτικό που ακολουθεί, ωστόσο για εμάς εδώ στην Ελλάδα που οι κατηγορίες έχουν πλέον αποκτήσει ευρύτερες έννοιες, δεν γίνεται παρά να έρθουν αντιμέτωπες.

Η Triumph θέλησε να καταστίσει το Tiger 1050 μία δύσκολη περίπτωση για τον ανταγωνισμό, και για αυτό προχώρησε σε ριζική ανανέωση του κινητήρα με συνολικά 104 εξαρτήματα να είναι ολοκαίνουρια. Βέβαια δεν θα γινόταν κι αλλιώς, αφού ο κινητήρας προέρχεται από το Speed Triple και ακολουθεί τις αλλαγές που έχουν γίνει εκεί. Θα μπορούσε από την άλλη να κρατήσει τον παλιό κινητήρα με επανασχεδιασμένο συλλέκτη εξάτμισης και νέο τελικό, που θα ήταν αρκετά για να περάσει τις προδιαγραφές, εξαιτίας της καλής απόδοσης των θαλάμων καύσης και των ρύπων που ήταν κοντά στις προδιαγραφές.

Αντιθέτως το Tiger υιοθέτησε τις αλλαγές από το Speed Triple και ταυτόχρονα εξοπλίστηκε περισσότερο, έχοντας πλέον τα ηλεκτρονικά βοηθήματα στην βασική έκδοση. Το θέμα είναι ότι το Tiger 1050 έχει κάνει έναν μακρύ κύκλο ως μοντέλο, φτάνοντας στην σύγχρονη εποχή της Triumph να είναι αυτό που μετρά τις περισσότερες ημέρες παρουσίας. Από το 2006 που το είδαμε για πρώτη φορά μπορεί να έχει δεχθεί άπειρες αλλαγές, αλλά ούτε ταυτότητα έχει αλλάξει, ούτε τα βασικά στοιχεία της σχεδίασής του έχουν τροποποιηθεί. Έχοντας κάνει ταξίδια και πολλά χιλιόμετρα με όλες τις προηγούμενες εκδόσεις, μόλις αντίκρυσα την νέα Tiger Sport από κοντά, έβλεπα κάτι πολύ οικείο. Χρειάστηκαν μονάχα ελάχιστα μέτρα για να καταλάβω ότι έπρεπε να την μάθω από την αρχή…

Ακλόνητο και ευέλικτο!

Το νέο Sport διατηρεί οπτικά την γνωστή σιλουέτα και μοιάζει "μασίφ" με εκείνη την χαρακτηριστική βαβούρα που φέρνει στα μάτια σου η αγγλική πρακτική, όταν κοιτάς τον κινητήρα απ’ όπου το φως δεν βρίσκει καμία έξοδο. Το αντικρύζεις και λες, "να,τώρα βγήκε από το γυμναστήριο!", καθώς έχεις μπροστά σου ένα μυώδες και συμπαγές σύνολο, όπως ανέκαθεν ήταν όλα τα Tiger από την εποχή του 955… Αυτό που αλλάζει είναι ότι πλέον ξέρει μπαλέτο και δεν το εννοούμε σαν την εικόνα που παρουσιάζουν εκείνοι οι τύποι με τους πρησμένους μυς που έχουν μηδενική ευλυγισία και η κίνησή τους θυμίζει γιαπωνέζικο ρομποτικό ανδρείκελο. Το νέο Sport είναι ευέλικτο και εύκολο να το κατευθύνεις ανάμεσα στα αυτοκίνητα, την στιγμή που δεν ακολουθεί την σύγχρονη τάση της μόδας, που απαιτεί μικρές διαστάσεις, μικρό βάρος και… λιλιπούτιες συμπεριφορές! Πληθωρικό σε όλα του, το Sport έχει μακρύ μεταξόνιο και γρήγορη γεωμετρία από τον εμπρός τροχό, σε έναν συνδυασμό που όταν δεν πετύχει, παράγει μοτοσυκλέτες με δύσκολη και απρόβλεπτη συμπεριφορά. Στο Sport όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει: Είναι σταθερό στην ευθεία με το γκάζι τέρμα ανοικτό και το κοντέρ να δείχνει αριθμούς μεγαλύτερους από τα διακόσια, ενώ την ίδια στιγμή στρίβεις και πλαγιάζεις με περίσσεια ευκολίαΜονάχα όταν το σπρώχνεις σβηστό για να παρκάρεις ή σε οποιαδήποτε αντίστοιχη περίπτωση, αρχίζουν τα κιλά και το συμπαγές σώμα του Tiger να κάνουν την αρνητική διαφορά σε αντιδιαστολή με πιο σύγχρονες μοτοσυκλέτες, αλλιώς δεν γίνονται αντιληπτά.

Το αντίθετο συμβαίνει στο ταξίδι, όπου η επιρροή τους είναι ευεργετική και το Tiger παρουσιάζει συμπεριφορά που μπορείς να βρεις μονάχα σε μεγαλύτερες και πολλαπλάσια ακριβότερες on-off. Ακλόνητο, με τους κραδασμούς να απουσιάζουν, πέρα από ελάχιστους στο τιμόνι χωρίς όμως ποτέ να σε κουράζουν και με τις στροφές του κινητήρα να είναι χαμηλότερα από αυτό που θα περίμενες για ταχύτητα ταξιδιού, το νέο (σημ.:2016) Tiger Sport σου προσφέρει μία ταξιδιωτική εμπειρία ανώτερη της κατηγορίας του. Προσθέστε και το επανασχεδιασμένο cruise control που ανήκει στον βασικό εξοπλισμό και λειτουργεί ομαλότερα, και οι τουριστικές δυνατότητες του Tiger σε ό,τι αφορά την κύλισή του είναι σημαντικά βελτιωμένες, κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίσουμε την κάλυψη από τον αέρα…

Η νέα ζελατίνα πλαισιώνεται από επίσης νέα, διάφανα πλαστικά που διαχέουν τον αέρα μακριά από τον αναβάτη και η προστασία ως σύνολο καταλήγει να χαρακτηριστεί κορυφαία. Ακόμα και στα πόδια, ο αέρας που δέχεσαι δεν είναι ενοχλητικός, αφού πιέζει προς την μεριά του ρεζερβουάρ και δεν παρατηρείται εκείνο το φαινόμενο που βάζεις δύναμη για να μείνεις κολλημένος στην μοτοσυκλέτα, έχοντας μία λεπτομέρεια να καταστρέφει το ταξίδι σου. Με το υπόλοιπο σώμα άψογα προστατευμένο και το Tiger Sport ανάμεσα στο πόδια σου απόλυτα σταθερό και ευθύβολο σε κάθε ταχύτητα, τα χιλιόμετρα που θα διανύσεις περιορίζονται πλέον μονάχα από τον ίδιο τον προορισμό! Είναι επίσης βασικό ότι η σέλα είναι ιδιαίτερα ποιοτική, στεγνώνει αρκετά γρήγορα, ενώ φιλοξενεί και αρκετό χώρο από κάτω της που είναι πλήρως προστατευμένος, καθώς και μία usb θύρα φόρτισης αλλά και λουριά ασφάλισης. Ταξίδι και βόλτες συνεχίζουν για όσο θέλεις, καθώς τα φώτα του Tiger - και ιδιαίτερα η μεγάλη σκάλα - είναι δυνατά με ικανοποιητική διασπορά της δέσμης δείχνοντας τον δρόμο, παρόλο που έχουν διαγώνιες σκιάσεις. Δεν γίνονται ενοχλητικές όμως, την στιγμή που οι προβολείς φροντίζουν και για το εσωτερικό της στροφής κι έτσι μπορείς να οδηγείς σβέλτα σε όλες τις συνθήκες.

Νέα ηλεκτρονικά

Υπάρχει κάτι που σε ταχύτητες ταξιδιού δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό κι αυτό είναι η λειτουργία του ride by wire. Η Triumph έχει προχωρήσει με πολύ γρήγορα βήματα στην εξέλιξη του ride by wire και σε συνθήκες βόλτας ή ταξιδιού, τίποτα δεν θα ενοχλήσει τον αναβάτη που έχει ακριβέστατο χειρισμό στην ποσότητα γκαζιού που θα ζητήσει από τον κινητήρα. Τα ηλεκτρονικά θα μεταφράσουν σωστά τις εντολές. Μία μικρή παρανόηση στην μετάφραση του δεξιού γκριπ, υπάρχει στις χαμηλές στροφές που σε συνδυασμό με τον μονόδρομο και υποβοηθούμενο συμπλέκτη, θα σε οδηγήσουν στην αρχή σε μερικά σβησίματα. Γίνονται όλα μαλακά και ήπια, ενώ στην αρχή της η γκαζιέρα θέλει μεγαλύτερη περιστροφή από αυτό που περιμένεις. Αυτό σίγουρα δεν είναι αντίστοιχο με το προηγούμενο μοντέλο και την βαριά αίσθηση που είχε σε όλα τα χειριστήρια. Η Triumph θα μπορούσε ίσως να βελτιώσει αυτό που αντιλαμβάνεσαι ως γκάζι, με ένα πιο σκληρό ελατήριο επαναφοράς αλλά σε κάθε περίπτωση είναι κάτι που συνηθίζεται, ενώ παύει να σε απασχολεί από την στιγμή που θα αρχίσεις να κινείσαι σβέλτα.

Η απόκριση του γκαζιού ρυθμίζεται και από τους διαφορετικούς χάρτες της ECU, ενώ παράλληλα αλλάζει και η κατάσταση λειτουργίας του traction control, αν επιλέξεις το "Rain". Στα άλλα δύο, Road και Sport το traction control παραμένει το ίδιο και αυτό που αλλάζει είναι η απόκριση του γκαζιού με την τουριστική κατάσταση λειτουργίας, την Road, να έχει και οριακά υψηλότερη απόδοση που φαίνεται ωστόσο μονάχα στο δυναμόμετρο. Σε όλους τους χάρτες θα παρατηρήσεις τα παραπάνω με μία διαφορά στην Sport, αλλά όπως είπαμε είναι μία λεπτομέρεια σε ένα ride by wire που πετυχαίνει αυτό που έχει σημασία: την ομαλή ανταπόκριση από τον κινητήρα στην περιστροφή του δεξιού γκριπ. Άλλο ένα σημείο που η Triumph έχει κάνει ικανοποιητική εξέλιξη είναι το traction control. Ήδη από την νέα έκδοση του Tiger Explorer έδειξε ότι έχει καταφέρει να γράψει το λογισμικό που απαιτείται για ομαλό έλεγχο της απώλειας πρόσφυσης στον πίσω τροχό. Στο νέο Tiger 1050 υπάρχει ταύτιση με τους κορυφαίους στον ανταγωνισμό, που σημαίνει ότι μπορεί να δεις το πορτοκαλί λαμπάκι να αναβοσβήνει, αλλά εσύ να επιταχύνεις ομαλά. Αυτό που θα μπορούσαν να προσθέσουν είναι ευκολότερο τρόπο να το απενεργοποιήσεις (μόνιμο αίτημα προς το σύνολο σχεδόν των κατασκευαστών) και περισσότερες καταστάσεις λειτουργίας, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες μπροστά στο πιο βασικό: ότι δουλεύει απροβλημάτιστα.

Ο νέος μονόδρομος και υποβοηθούμενος συμπλέκτης, σου προσφέρει μία μανέτα μαλακότερη από το προηγούμενο μοντέλο κατά 48% - αριθμός που φαντάζει μεγάλος, αν δεν γνωρίζεις πόσο σκληρή ήταν η μανέτα του συμπλέκτη πιο πριν. Ταυτόχρονα και οι σχέσεις του κιβωτίου κουμπώνουν ομαλότερα από πριν, αλλά παραδοσιακά για Triumph παραμένουν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω στην κλίμακα σκληρότητας σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Αυτά τα δύο στοιχεία καθιστούν λίγο πιο εύκολο το Tiger στην καθημερινή μετακίνηση πράγμα πολύ σημαντικό, όταν μετακινείσαι από το Άλφα στο Ωμέγα και κάνεις στάσεις κάθε δεύτερο γράμμα, απαιτώντας να έχεις δυνάμεις για να ολοκληρώσεις τον λόγο κάθε μία στάσης…

Ίδιο αλλά διαφορετικό

Είναι οι όμορφες χούφτες με την πολύ καλή προστασία από τον αέρα, το επόμενο σημείο που θέλει μία μικρή συνήθεια, πριν αρχίσεις να οδηγείς σβέλτα ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Βρίσκονται λίγο πιο πάνω από το ύψος των περισσότερων ΙΧ και μόλις το αντιληφθείς αυτό, τότε θα περνάς με την ταχύτητα που θέλεις ανάμεσα από τα αυτοκίνητα χωρίς να κόβεις για να σιγουρευτείς, τρομάζοντας όποιον κι αν κάθεται στο ευρύχωρο πίσω τμήμα της ενιαίας σέλας. Είναι επίσης μία μικρή παράληψη, το ότι δεν υπάρχει εξωτερική ρύθμιση της προφόρτισης και πρέπει να χρησιμοποιήσεις εργαλεία, αλλά στον αντίποδα το Monoshock αμορτισέρ της Showa είναι προοδευτικό σε συμπίεση, αν και λίγο πιο απότομο σε επαναφορά κυρίως σε λακκούβες, χωρίς να δημιουργεί πρόβλημα ταλαντώσεων στην γρήγορη οδήγηση.

Το ανεστραμμένο πιρούνι με την ποιοτική λειτουργία, επίσης της Showa και με πλήρεις ρυθμίσεις, κλέβει τις εντυπώσεις στον τομέα των αναρτήσεων και σε οδηγεί να εμπιστευτείς το Tiger 1050 σε όλες τις συνθήκες. Είναι τόσο προοδευτικό που το στριτάδικο Tiger μπορεί να περάσει με μεγάλη ταχύτητα από χωματόδρομο φυτεμένο με πέτρες, χωρίς να προσπαθεί να διώξει τα χέρια σου από το τιμόνι και να βγεις στην άσφαλτο οδηγώντας σβέλτα. Το καλύτερο, ανήκει φυσικά στο τέλος: Το νέο Tiger 1050 είναι από τα ομορφότερα Tiger που έχει φτιάξει η Triumph με εκπληκτική βαφή, όποιο συνδυασμό κι αν διαλέξεις, και με ικανοποιητική συναρμογή των πλαστικών. Μοντέρνα καρίνα, επανασχεδιασμένα καπάκια, χαρακτηριστική μούρη που δεν το μπερδεύεις με κανένα άλλο και φυσικά ένα μοντόπρατσο που το τελικό φροντίζει να μην το κρύβει στο ελάχιστο κι αφήνει να φαίνεται στο μέγιστο ο μασίφ τροχός. Το Tiger 1050 είναι όμορφο, όπως όμορφο ήταν και το προηγούμενο μοντέλο, από το οποίο απέχει μερικά έτη φωτός. Σχεδόν όμοιο στην όψη και εξίσου παρόμοιο στα τεχνικά χαρακτηριστικά, το νέο Tiger είναι στην ουσία ριζικά αλλαγμένο και στέκεται επάξια απέναντι στον σκληρό ανταγωνισμό της κατηγορίας. Ο χαρακτηριστικός, σφυριχτός ήχος, που πλέον είναι πιο μπάσος από κάθε άλλη φορά και μαρτυρά την ευστροφία της μεγάλης μοτοσυκλέτας, αποτελεί άλλο ένα σημείο που έχει αλλαγές, διατηρώντας όμως την άμεση σύνδεση με το προηγούμενο μοντέλο. Στο τέλος οι Άγγλοι κατάφεραν να αλλάξουν το 1050 και ταυτόχρονα να το διατηρήσουν ίδιο…

Triumph Τiger 1050 Sport vs Yamaha Tracer 900 (2016)

 

Συμφωνική ορχήστρα

Για κάποιους το χαρακτηριστικό σφύριγμα του τρικύλινδρου είναι εκνευριστικό και για άλλους εθιστικό, ανήκοντας στους δεύτερους το συγκριτικό των δύο τρικύλινδρων ήταν σαν η συμφωνική της Βιέννης, να δίνει μία ιδιωτική παράσταση μοναχά για εμάς!

Η νεότερη ιστορία της Triumph αναφέρει ότι κατά την επάνοδό τους, αποφάσισαν αν βρουν κάτι που θα τους έκανε μοναδικούς, να επενδύσουν σε κάτι που οι άλλοι υστερούσαν για να ξεχωρίσουν μέσα από την εξειδίκευση. Στην τρικύλινδρη διάταξη βρήκαν εκείνο το κομμάτι που θα τους επέτρεπε να διαφοροποιηθούν από τον ανταγωνισμό και επικεντρώνοντας ακόμα περισσότερο στα προτερήματα, που είναι η ευστροφία, η διάρκεια στροφών και ροπή στις χαμηλές, κατάφεραν γρήγορα να πετύχουν τον στόχο τους. Η Triumph ανέδειξε τελικά και τον τρικύλινδρο κινητήρα ως διάταξη και η επιτυχία αυτή θύμισε σ’ έναν άλλο κατασκευαστή, ότι έχει και εκείνος εμπειρία στους τρικύλινδρους… Οι μόνοι λοιπόν που θα μπορούσαν άμεσα να απαντήσουν στους Άγγλους, ήταν οι Ιάπωνες της Yamaha, κι αυτό γιατί για χρόνια παράγουν μερικούς από τους πιο πετυχημένους τρικύλινδρους κινητήρες, μονάχα που είναι λιγότερο γνωστοί καθώς πρόκειται για jet ski και snowmobile. Ψάχνοντας για την κίνηση που θα τους επανέφερε στο προσκήνιο της Ευρωπαϊκής αγοράς, πίσω στην εποχή που ακόμα σχεδίαζαν την σειρά των MT, θέτοντας στόχο στην οδηγική ευχαρίστηση με χαμηλό κόστος, η απόφαση για έναν δικύλινδρο και έναν τρικύλινδρο φάνηκε η πιο λογική. Το Tracer 900 μπήκε σε απευθείας ανταγωνισμό με όλη την αγορά και η εμπορική του επιτυχία είναι αναμφισβήτητη. Από την μεριά της Triumph, η πρώτη απάντηση ήταν να εξοπλίσουν καλύτερα ένα από τα πλέον πετυχημένα τους μοντέλα, το Tiger 1050 στην έκδοση Sport και να τραβήξουν την γραμμή ανάμεσα σε εκείνους και τον ανταγωνισμό.

Η Yamaha Tracer 900 βγήκε στην αγορά το 2015 και δεν άργησε να σημειώσει μεγάλο αριθμό πωλήσεων, αποκτώντας το δικό της χώρο στους δρόμους. Ένα χρόνο αργότερα που οι προδιαγραφές Euro 4 μπήκαν σε ισχύ η Triumph αποφάσισε να ανανεώσει ριζικά το Tiger 1050 αφενός μεν επειδή αποτελεί το πιο πετυχημένο μοντέλο της αλλά αφετέρου να το εξοπλίσει καλύτερα έναντι του ανταγωνισμού. Η σύγκριση μεταξύ των δύο μοντέλων για τα δεδομένα της χώρας μας -που οι κατηγορίες έχουν αποκτήσει πια ευρύτερες έννοιες- είναι αναπόφευκτη και μέσα από ‘δω γίνονται διακριτά τα στοιχεία που τις ξεχωρίζουν.

Ίδια χαρακτηριστικά, άλλη κατεύθυνση

Σε πρώτη όψη οι δύο μοτοσυκλέτες φαίνονται φτιαγμένες να κονταροχτυπηθούν, καθώς πρόκειται για street με όρθια θέση οδήγησης, παραπλήσια ιπποδύναμη και χαρακτηριστικό τρικύλινδρο κινητήρα. Ωστόσο στην πράξη ακολουθούν διαφορετικές σχολές και διαφοροποιούνται σε χρήση. Το Tiger 1050 αντιπροσωπεύει καλύτερα εκείνη την σχολή των αναβατών που μετρούν τις μοτοσυκλέτες με βάση το "σίδερο" και αναγάγουν την τιμή αγοράς στην ποσότητα που λαμβάνουν. Από αυτήν την οπτική το Tiger 1050 μοιάζει με χορταστική μπριζόλα που ξεχύνεται από το πιάτο σου, την στιγμή που το Tracer 900 σου σερβίρεται σε ποσότητα gourmet εστιατορίου. Δεν είναι μονάχα στο μάτι η διαφορά, καθώς μόλις αποφασίσεις να ταξιδέψεις θα αντιληφθείς αμέσως την ανωτερότητα της Tiger 1050 στον ανοικτό δρόμο. Ανώτερη προστασία από τον αέρα, κινητήρας που διατηρεί τα 150-160 χιλιόμετρα με χαμηλές στροφές χωρίς να κουράζεται ή να κουράζει εσένα με την συμπεριφορά του και απόλυτη σταθερότητα σε μία θέση οδήγησης που σε βοηθά να εξαντλήσεις την αυτονομία του. Φέρε την γη ανάποδα τώρα και οι ρόλοι αντιστρέφονται κατακόρυφα. Το Tracer 900 δεν έχει αντίπαλο σε κάθε απευθείας σύγκριση στην καθημερινή χρήση, από τις επιτόπου μανούβρες μέχρι το κυνηγητό ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Εξαιρετικά ελαφρύ, μαζεμένο σε διαστάσεις και επιθετική θέση οδήγησης, είναι από τις ευκολότερες μοτοσυκλέτες σε αυτά τα κυβικά για να συμβιώνεις μαζί της καθημερινά. Κι έπειτα είναι και το άλλο: Δοκίμασε να τις σπρώξεις. Με ένα χέρι το Tracer, με ζόρι το Tiger 1050. Τα κιλά που τους χωρίζουν απαντούν εν μέρει μόνο στο γιατί, αφού είναι ο τρόπος που έχουν τοποθετηθεί που κάνει την διαφορά. Τροχοί με βάρος, θηριώδες αλλά και πανέμορφο μονόμπρατσο ψαλίδι και κινητήρας που χωρίς να ξέρεις αντιλαμβάνεσαι ότι ζυγίζει μιάμιση φορά του Tracer. Κι επειδή ο διάολος στις λεπτομέρειες κρύβεται, αυτή η βαριά κατασκευή, ο πρόσθετος όγκος και ο τρόπος που μεταφέρει την ροπή του στον δρόμο, είναι λόγοι να το προτιμήσει κάποιος που αναζητά εκείνη την παλιά ταυτότητα που είχε η μοτοσυκλέτα, όταν το βάρος έπαιζε μικρότερη σημασία.

Τώρα έχουμε περάσει σε μία νέα εποχή, που το Tracer 900 την αντιπροσωπεύει στο έπακρο υιοθετώντας όλες τις νέες τάσεις και μοιραία αυτό δεν θα αρέσει σε όλους. Για παράδειγμα μπορεί να προτιμώ το Tracer για καθημερινή χρήση, όμως το 1050 δείχνει μπροστά του δύο φορές πιο μεγάλη μοτοσυκλέτα και στο ταξίδι είναι ακριβώς έτσι. Στους επαρχιακούς δρόμους θα ισοβαθμήσουν, μέχρι την στιγμή που θα αποφασιστεί να ανέβει ο ρυθμός και εκεί το πιο σύγχρονο Tracer θα περάσει μπροστά με διαφορά εξαιτίας της ευελιξίας του και ας έχει το 1050 ποιοτικότερες αναρτήσεις -ιδιαίτερα πίσω- αλλά και δυνατότερα φρένα. Το πρόσθετο βάρος σε αυτή την περίπτωση δεν είναι ο καλύτερος σύμμαχος, χώρια που το Tracer έχει την τάση να σουζάρει όποτε του το ζητήσεις, πράγμα επιθυμητό για τον ρυθμό που μιλάμε. Από την άλλη, αν ο δρόμος πάψει να είναι στενός και οι στροφές έχουν μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου, τότε ξανά το Tiger 1050 θα περάσει μπροστά καθώς προσφέρει μικρότερο βαθμό ακαμψίας και περισσότερο προοδευτικές αναρτήσεις οι οποίες ταυτόχρονα είναι πιο σπορ από του Tracer παρουσιάζοντας μικρότερο βαθμό ενδοτικότητας.

Θυμηθείτε πως το MOTO ήταν το μόνο που ανέδειξε αυτό το θέμα:

Yamaha MT-09 Tracer: Το κοσκίνισμα του τιμονιού και η απάντηση της εταιρίας

Ξεμπέρδεμα…

Όλα αυτά σημαίνουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που μπορεί να αντιλαμβάνεσαι με μία γρήγορη ανάγνωση. Ότι δηλαδή στην πράξη είναι τελικά πολύ πιο εύκολο να ξεχωρίσεις τις δύο μοτοσυκλέτες από την στιγμή που τα όριά τους είναι ευδιάκριτα. Μόλις αποφασίσεις σαν αναβάτης τις χρήσεις που θέλεις να συνδυάζει η μοτοσυκλέτα σου, οι δυο τρικύλινδρες ξεχωρίζουν κατευθείαν και δεν μπλέκουν η μία στα χωράφια της άλλης. Αν όμως η κουβέντα αλλάξει υπόσταση και αντί να συζητάμε για την χρήση, αρχίσουμε να κοιτάμε το σύνολο, τότε βασική παράμετρος είναι και η ποιότητα κατασκευής.

Το Tiger 1050 ξεχωρίζει από το Tracer σε αυτό το σημείο, όχι όμως και αντίστοιχα με την διαφορά σε τιμή, αλλά ακόμα περισσότερο. Κι αυτό γιατί εκτός από τα περιφερειακά του Tracer που υπολείπονται σε ποιότητα, όπως η αλυσίδα και τα γρανάζια τελικής μετάδοσης, μικρότερες διαφορές διακρίνονται και στην βαφή, στις αναρτήσεις ως σύνολο και στα πλαστικά τους. Το πιρούνι του Tracer είναι εξαιρετικό και μάλιστα όχι μόνο για το πλαίσιο της χαμηλής τιμής του, πάσχει όμως το πίσω αμορτισέρ την στιγμή που στο Tiger πιρούνι και πίσω ανάρτηση ως σύνολο (αμορτισέρ και ψαλιδιού) είναι ποιοτικότερα με προοδευτική συμπεριφορά, χωρίς την γρήγορη επαναφορά και συμπίεση που παρουσιάζει το Tracer στις υψηλές ταχύτητες ή στις λακκούβες.

Ποιότητα σέλας, φρεναρίσματος, απόδοσης φώτων, βαφή και συναρμογή πλαστικών βρίσκονται επίσης λίγο υψηλότερα στο Tiger την στιγμή που ο παιχνιδιάρικος χαρακτήρας του Tracer και η όρεξή του για σούζες και κυνήγι σε επαρχιακούς, σε προκαλούν να τα θεωρήσεις όλα αυτά λεπτομέρειες… Οι δυο τους μαζί, είναι οι μοτοσυκλέτες με όρθια θέση οδήγησης που μπορούν να κυνηγήσουν κάθε άλλη street σε ορεινό στροφιλίκι, ξεμπροστιάζοντας τους τετρακύλινδρους σε θέματα ευστροφίας και τους δικύλινδρους σε διάρκεια και γραμμικότητα, όσο απομακρύνονται "σφυρίζοντας"…

 

Ακολουθεί γκάλερι με πλούσιο φωτογραφικό υλικό

 
 
Tracer 900
Tiger 1050 Sport
0-400m (sec)
11,20
12
0-100km (sec)
3,4
3,6
Ρεπρίζ 5ης 80-120km (m/sec)
3,2/90
3,7 / 101
Βάρος (Kg γεμάτο)
208
238,5
Ιπποδύναμη (hp/rpm)
104,7/10.600
106/9.400
Ροπή (kg.m/rpm)
8,1/8.500
9,7/6.700
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ         Triumph Tiger 1050 Sport
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.150
Ύψος (mm):
1.330
Μεταξόνιο (mm):
1.540
Απόσταση από το έδαφος (mm):
-
Ύψος σέλας (mm):
830
Ίχνος (mm):
89.7
Γωνία κάστερ (ο):
22.8
Απόσταση σέλας – τιμόνι (mm):
770
Απόσταση σέλας – μαρσπιέ (mm):
540
Απόσταση μαρσπιέ – τιμόνι (mm):
905
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
550
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
238,5kg
(χωρίς καύσιμο:223,5 kg)
Πίσω
48.5%
Εμπρός
51.5%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
+ 2%
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο πλαίσιο δύο δοκών
Πλάτος (mm):
850
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
218 / -
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, τρικύλινδρος εν σειρά υγρόψυκτος, 2 ΕΕΚ, 4 Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
79x71,4
Χωρητικότητα (cc):
1.050
Σχέση συμπίεσης:
12,01:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
126/9.475
Ροπή (kg.m/rpm):
9.7/7.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
125
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
3 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός, πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / 1,751
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / 2.500
Σχέσεις
2.733(41/15)
1.947(37/19)
1.545(34/22)
1.292(31/24)
1.154(30/26)
1.037(28/27)
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
2,2
-
Πραγματικά
2,5
2,6
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ Showa
Διαδρομή (mm):
155
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
 
Ζάντα:
5,5 x 17’’
Ελαστικό:
180/55-17
Πίεση (psi):
 40
ΦΡΕΝΟ
 
Δίσκος 255mm της Nissin με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Αναλογικό στροφόμετρο, Ψηφιακό ταχύμετρο, οθόνη LCD με ολικό και δύο μερικούς χιλιομετρητές (ο καθένας με ξεχωριστό trip computer), στιγμιαία και μέση κατανάλωση, χρονόμετρο ταξιδιού, το ένα με αυτόματο μηδενισμό, ένδειξη θερμοκρασίας, ρολόι, λυχνίες για φώτα, φλας, υψηλή θερμοκρασία ψυκτικού / ABS, traction control, παροχή usb, παροχή ρεύματος, χειρολαβές
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό Showa
Διαδρομή / Διάμετρος (mm):
140 / 43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς, συμπίεσης
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 x 17’’
Ελαστικό:
120/60-ZR17
Πίεση (psi):
36
ΦΡΕΝΟ
Δύο πλευστοί δίσκοι 320mm, με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων της Nissin και ABS

 

 

Ακολουθούν τα άρθα με την πορεία εξέλιξης του μοντέλου

Εξημερωμένο αιλουροειδές

Μπορεί ο ανταγωνισμός να απέκτησε περισσότερα κυβικά, άλογα και μπόλικα ηλεκτρονικά συστήματα όμως ο νέος Τίγρης δεν έπεσε στην παγίδα της υπερβολής. Κράτησε τον δικό του χαρακτήρα και με τα δόντια ακόμα πιο λουστραρισμένα και ακονισμένα, μπαίνει δυναμικά στη ζούγκλα των "όρθιων" street

Τελικά εμείς οι μοτοσυκλετιστές πέφτουμε στην παγίδα. Τα εργοστάσια κατασκευής στήνουν μια αρένα ανταγωνισμού και οι παίχτες του παιχνιδιού είμαστε εμείς. Αν έλεγες σε κάποιον πριν 15 χρόνια ότι οι σημερινές on-off θα έχουν 130 ίππους και ένα ολόκληρο κέντρο επιχειρήσεων με ηλεκτρονικά... θα σε κοιτούσε σα χάνος. Όμως, η μάχη των κατασκευαστών για κάτι μεγαλύτερο και πιο σύγχρονο αντικατέστησε τις πραγματικές μας ανάγκες με εικονικές. Ή μάλλον οι ανάγκες μας προσαρμόστηκαν με τα μοντέλα που παράγουν τα εργοστάσια, τα οποία αν κάπου υστερούν σε σχέση με τον ανταγωνισμό το θεωρούμε μειονέκτημα, γιατί απλά έτσι μας έχουν μάθει (καλά όχι ότι δεν μας αρέσει οι μοτοσυκλέτες μας να έχουν τα πάντα..). Τα κυβικά ανέβηκαν, τα άλογα έγιναν θηρία και πλέον μεγάλη μοτοσυκλέτα είναι αυτή που έχει 1200 κυβικά και πάνω, ενώ τα 650-700 κυβικά θεωρούνται μικρά... Η Triumph έπαιξε εν μέρει σ' αυτό παιχνίδι. Από τη μια "ψήθηκε" και έφτιαξε το μεγάλο Tiger Explorer με 1200 κυβικά και θεόρατες διαστάσεις για να είναι αξιόμαχο δίπλα σε GS και ΚΤΜ, όμως από την άλλη, όταν ήρθε η ώρα να ανανεώσει τον Τίγρη που κάποτε ήταν στην κορυφή της γκάμας μιας απροσδιόριστης κατηγορίας, δεν έπεσε στην παγίδα...

Με νέα δοκιμασμένα συστατικά

Το 2006 που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η έκδοση του 1050, ήταν κάτι εντελώς νέο σε σχέση με τους προκατόχους του που είχαν πιο all around χαρακτήρα. Τότε, άφησε στην άκρη χώματα και περιπέτειες και ρίχτηκε στην μάχη της ασφάλτου με τροχούς 17 ιντσών και μικρότερες διαδρομές αναρτήσεων. Εμπορικά αυτή η κίνηση άρεσε και σε συνδυασμό με την δελεαστική εμφάνιση το νέο Tiger έγινε μια δημοφιλής μοτοσυκλέτα, όντας και ο κύριος ανταγωνιστής του Multistrada 1100. Μια νέα εποχή ψηλών street είχε ξεκινήσει, με πολλούς ανταγωνιστές να μπαίνουν στην μάχη αλλά και πολλούς στην συνέχεια να ανεβάζουν κυβικά και άλογα σε δυσθεώρητα ύψη.

Μετά από εφτά περίπου χρόνια, το Tiger έπρεπε να δεχθεί μια ανανέωση. Χωρίς να αλλοιωθεί καθόλου η πετυχημένη αρχική συνταγή, ο νέος Τίγρης ανανεώθηκε σε αρκετά σημεία ώστε να συνεχίσει την πετυχημένη καριέρα του. Ο κινητήρας του παρέμεινε με τρεις κυλίνδρους χωρίς να αλλάξει καθόλου η αρχική δομή του, όμως βελτιώθηκε η αναπνοή του με νέα διαχείριση καύσιμου και εξάτμιση, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η θεωρητική ισχύς του κατά δέκα ίππους και να μειωθεί η κατανάλωση. Επίσης, απέκτησε και πιο ήπια λειτουργία, ενώ βελτιώσεις δέχθηκε το κιβώτιο που τώρα είναι πιο θετικό στις αλλαγές των σχέσεων και η τρίτη με την πέμπτη απέκτησαν νέα κλιμάκωση. Όμως, και στην όψη άλλαξαν αρκετά πράγματα, έχοντας αυτό το όμορφο λευκό χρώμα και την νέα σχεδίαση των πλαστικών, τις νέες ζάντες αλλά και το μονόμπρατσο ψαλίδι που άλλαξε κατά πολύ την όψη του νέου πιο αγριεμένου Τίγρη. Επίσης, τοποθετήθηκαν νέες ελαφρύτερες ζάντες, όπως και ABS σύγχρονης γενιάς.

Ανεβαίνοντας πάνω στη σέλα, η αίσθηση που λαμβάνεις δεν έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου σε σχέση με το παρελθόν. Η θέση οδήγησης είναι πολύ βολική βάζοντάς σε "μέσα" στην μοτοσυκλέτα, με τα χέρια να πιάνουν σχετικά μακριά το μεγάλο και ποιοτικό τιμόνι. Η επιφάνεια του ρεζερβουάρ είναι αρκετά μεγάλη και στην πρώτη όψη νιώθεις λίγο να σε αποκόβει από το μπροστινό τροχό, όμως μόλις οι ρόδες αρχίσουν να κυλούν τα πράγματα αλλάζουν και η συνολική αίσθηση που λαμβάνεις από την μοτοσυκλέτα είναι καταπληκτική. Η ποιότητα κύλισης είναι το πρώτο πράγμα που σε εκπλήσσει, ενώ η ακρίβεια που προσφέρει εντυπωσιάζει. Ο κινητήρας λειτουργεί πολύ γραμμικά και ήπια, με τον ψεκασμό να είναι ακριβέστατος, ενώ η ελαστικότητα και η μέγιστη ροπή που παράγεται στις μόλις 4.400 στροφές του τρικύλινδρου είναι υποδειγματική, κάνοντας απόλαυση την καθημερινή μετακίνηση με το Tiger. Οι διαστάσεις του δεν πρόκειται να προβληματίσουν στις διηθήσεις ανάμεσα στα αυτοκίνητα λόγω του μεγάλου κοψίματος που έχει το τιμόνι και μόνο ο βαρύς σχετικά συμπλέκτης θα κουράσει λίγο τα δάχτυλα στην συνεχή χρήση. Με τον νέο Τίγρη μπορείς από την μια να βολτάρεις αργά και ήρεμα στα στενά της πόλης, χωρίς ίχνος σκορτσαρίσματος και "βηξίματος" από τον κινητήρα, και από την άλλη να λυσσάς σαν τρελός και να απολαμβάνεις τα γκάζια και την πλούσια ροπή του τρικύλινδρου κινητήρα.

Με ψυχολογία ανεβασμένη

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει μια μοτοσυκλέτα για να την ερωτευτείς, είναι να σου ανεβάσει την ψυχολογία και το Tiger την έχει αυτή τη μαγική ιδιότητα. Μόνο που πατάς την μίζα και ακούς το σφύριγμα του "φορμουλάδικου" ήχου από τον τρικύλινδρο κινητήρα, η διάθεση σου ανεβαίνει κατακόρυφα. Μπορεί να πρέπει να οδηγήσεις στη πιο βαρετή καθημερινή διαδρομή ρουτίνας στην πόλη, όμως ο Τίγρης με την συμπεριφορά του θα σου δώσει οδηγική ικανοποίηση ακόμα και εκεί. Όχι, δεν είναι ούτε απόλυτο, ούτε έχει τα τρελά γκάζια με άκρως επιθετική συμπεριφορά. Απλώς έχει αυτά τα πολύ απλά συστατικά που κάνουν την οδήγηση εύκολη και ανέμελη, χωρίς καμία προσπάθεια και χωρίς κανένα άγχος. Ακόμα και μέσα στην πόλη που οι δρόμοι γλιστρούν και οι λακκούβες πληθαίνουν επικίνδυνα, το βρετανικό τρικύλινδρο σου δίνει εμπιστοσύνη να βουτήξεις με φόρα σε κάθε στροφή, εμποδίζοντας κάθε ανωμαλία να εισχωρήσει μέσα στα ενδότερα της σπονδυλικής σου στήλης και να χάνεται κάπου εκεί μέσα στον λαβύρινθο από τις σπείρες των ελατηρίων.

Όσο οδηγείς το 1050 τόσο σου ανοίγει η όρεξη για χιλιόμετρα και είναι κρίμα να μείνεις μέσα στα στενά της πόλης. Η μεγάλη ζελατίνα μπορεί να έχει λίγο παλιομοδίτικο κόψιμο στην επάνω πλευρά της, όμως στέλνει τον αέρα ψηλά και μακριά, κάνοντας την οδήγηση πάνω από τα 150 χιλιόμετρα την ώρα εύκολη υπόθεση. Γενικά, ο νέος Τίγρης προσφέρει πολύ άνεση στο ταξίδι και είναι ένα από τα δυνατά σημεία του. Ο κινητήρας με μόλις 6.000 στροφές επιτρέπει στην μοτοσυκλέτα να ταξιδεύει με 150 χιλιόμετρα, έχοντας καβάτζα σχεδόν άλλες 4.000 στροφές για να ξεπεράσεις τα 200 ανα πάσα στιγμή. Έτσι, όταν κινείσαι σε αυτό το σχετικά χαμηλό φάσμα στροφών νιώθεις την μοτοσυκλέτα απλά να ρολάρει, ενώ η κατανάλωση δεν ξεπερνά τα 6,2 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα. Η σέλα, που πλέον είναι πιο χαμηλή, προσφέρει μεγάλη άνεση για δύο αναβάτες, με τις νέες χειρολαβές να προσφέρουν καλύτερη στήριξη. Μπορεί βέβαια η σέλα του αναβάτη να χαμήλωσε, όμως συνέβη το ίδιο και σε αυτή του συνεπιβάτη που εξακολουθεί να πρέπει να σκαρφαλώσει ψηλά για να βρεθεί στα "πίσω διαμερίσματα", αλλά είναι λίγο χαμηλότερα πλέον σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο.

Τέρμα γκάζια παντού

Βέβαια και το μάτι σου να γυρίσει και να θες "τελικιασμένος" να γυρίσεις όλη τη χώρα, το Tiger δεν θα πει όχι. Η απουσία ενοχλητικών κραδασμών σε συνδυασμό με την αυξημένη ισχύ των 105 ίππων, επιτρέπουν στην μοτοσυκλέτα να ξεπερνά εύκολα τα 200 πραγματικά χιλιόμετρα, χωρίς να νιώθεις ότι ο αέρας θα σου ξεριζώσει το κεφάλι. Η ψηλή σχετικά ζελατίνα που δεν ρυθμίζεται σε ύψος κάνει πολύ καλή δουλειά, όμως συνολικά από την κατασκευή της μοτοσυκλέτας δεν νιώθεις το σώμα σου εκτεθειμένο στον αέρα. Οι αναρτήσεις καταπίνουν με ευκολία τις ανωμαλίες και δεν δημιουργούν πλεύσεις στις υψηλές ταχύτητες, με την ποιότητα κύλισης να είναι παρούσα ακόμα και με το ταχύμετρο να αναγράφει νούμερα στην δεύτερη εκατοντάδα του. Το πλαίσιο είναι αρκετά άκαμπτο και δεν πρόκειται να σε απασχολήσει, ακόμα και αν στρίψεις με τέρμα γκάζι τις ανοιχτές καμπές της εθνικής, ενώ όταν έρθει η ώρα να ξεφορτωθείς την ταχύτητα που μάζεψες, τότε ανακαλύπτεις άλλο ένα δυνατό χαρτί του νέου Τίγρη. Μπορεί η βρετανική εταιρεία να δηλώνει ότι τα φρένα δεν άλλαξαν διαθέτοντας δύο δίσκους 320 χιλιοστών και δαγκάνες της Nissin με τέσσερα έμβολα, όμως σίγουρα κάτι νέο έχει συμβεί, καθώς ένα άγγιγμα της μανέτας πλέον κάνει τον τίγρη να "μαγκώνει" στο οδόστρωμα και να επιβραδύνει με μοναδική ακρίβεια.

Σίγουρα στην αλλαγή αυτή έχουν συμβάλλει οι νέες ελαφρύτερες ζάντες, όπως και το ψαλίδι, γιατί έχουν μειώσει σημαντικά το μη αναρτώμενο βάρος, ενώ οι νέες ρυθμίσεις σε αμορτισέρ και πιρούνι βοηθούν ώστε η δύναμη των φρένων να μετατρέπεται χωρίς απώλειες σε επιβραδυντική ικανότητα. Έκπληξη αποτελεί και το νέο πολύ "γρήγορο" και με δυνατότητα απενεργοποίησης ABS που είναι ακριβέστατο και στους δυο τροχούς και δεν αυξάνει σχεδόν καθόλου τις αποστάσεις φρεναρίσματος. Μάλιστα το πίσω λειτουργεί τόσο καλά που σε αφήνει ελαφρά να ντριφτάρεις όταν πατάς με δύναμη το πίσω φρένο πριν από κάθε στροφή.
Οδηγώντας σε πιο αργά και στραμπουλιχτά κομμάτια, ο Τίγρης με ευκολία θα αλλάξει κατεύθυνση και θα βουτήξει στην καρδιά της στροφής. Μπορεί τα παραπανίσια κιλά του να τα αισθάνεσαι αρκετά, όμως το ζύγισμα του είναι σωστό και καταφέρνει και τα κρύβει περίφημα. Η ακρίβεια που προσφέρει σου αυξάνει την εμπιστοσύνη όσο το οδηγείς και σε συνδυασμό με τις καλές αναρτήσεις και τα δυνατά φρένα μπορείς να κινηθείς πολύ γρήγορα, για τα δεδομένα της κατηγορία πάντα.

Είναι Sport;

Πριν παραδώσω αυτό το κομμάτι διάβασα την τελευταία μου πρόταση λίγο παραπάνω και προβληματίστηκα. Το νέο Tiger δεν ξέρω τελικά αν είναι τόσο sport όσο αναγράφουν τα πλαστικά του και σίγουρα δεν είναι μια μοτοσυκλέτα που θέλει να κοντράρει σε συμπεριφορά και γκάζια γυμνές και πιο σπορ κατασκευές. Ο τίγρης του 2013 βρίσκεται κάπου στη μέση σε σχέση με το βαρύ και περιπετειώδες Explorer και τα μεσαία Tiger 800. Σε σύγκριση με αυτά ναι, το 1050 είναι το πιο sport Tiger αυτής της παρέας και μια μοτοσυκλέτα πολυδιάστατη σε σχέση με τα ξαδέρφια της. Ούτε χωματερή, ούτε απόλυτα street, αλλά ούτε βαριά τουριστική. Εκεί είναι και το μυστικό της επιτυχίας της που έχει καταφέρει να εδραιωθεί στην αγορά και στην συνείδηση του κόσμου, χωρίς στην ουσία να καταφέρνει ένα πράγμα πολύ καλά, αλλά να μπορεί να συνδυάζει αρκετά πάνω από το μέτριο. Το νέο Sport είναι μια μοτοσυκλέτα που πρώτα από όλα χαίρεσαι να την βλέπεις και να την οδηγείς καθημερινά, τόσο λόγω εμφάνισης όσο και λόγω του συνδυασμού ποιότητας και ωραίας λειτουργίας. Δεν έχει κάτι να σε χαλάσει και είναι από τις μοτοσυκλέτες που χωρίς λόγο γουστάρεις να κάνεις βόλτες. Από την άλλη, μπορείς να κάνεις πράγματα μαζί της. Κάθονται σωστά και άνετα δύο άνθρωποι στην σέλα της και μπορούν να ταξιδέψουν οπουδήποτε χωρίς συμβιβασμούς και ταλαιπωρίες, δεν καταναλώνει ένα σκασμό βενζίνη, ενώ η διασκέδαση οδηγώντας την σε κάθε δρόμο είναι εξασφαλισμένη. Απέχει από τις νέας γενιάς βαριές χαμηλές on-off με ασφάλτινους προσανατολισμούς, δεν είναι ίδια με τις γρήγορες Adventure KTM και BMW GS, ενώ καμία σχέση δεν έχει σε συμπεριφορά και χρηστικότητα με τις γυμνές (ή και ημίγυμνες) street. Ο νέος Τίγρης ομόρφυνε ακόμα περισσότερο, είναι σχετικά ψηλός, διαθέτει ασφάλτινους τροχούς, σωστό φαίρνιγκ με καλή προστασία και άνετη σέλα για δύο, ενώ τις καθημερινές δεν θέλει να μένει κλειδωμένος στο γκαράζ αφού με άνεση κυκλοφορεί ακόμα και στη ζούγκλα της πόλης. Άσε που η τιμή του παρέμεινε στα ίδια επίπεδα με του προηγούμενου κάνοντας τον ακόμα πιο δελεαστικό!

Το τρίτο χτύπημα

Έρχεται από Αγγλία, λέγεται Tiger και ακολουθεί πιστά τον επιτυχημένο δρόμο που χαράζουν τα αδέλφια Speed Triple και Daytona 675, των οποίων η παρουσίασή τους σηματοδότησε τη νέα εποχή Triumph. Μια εντελώς νέα, έξυπνη και ιδιαίτερη μοτοσυκλέτα που δύσκολα κατατάσσεται σε κάποια κατηγορία, καταφέρνοντας με τον τρόπο της να μπει στο μάτι του σύγχρονου ανταγωνισμού

Ο Τίγρης μεγάλωσε, ωρίμασε, και στη νέα του έκδοση προσελκύει εντονότερα από ποτέ, με τους Εγγλέζους να μπαίνουν ακόμα πιο δυναμικά στο παιχνίδι προτάσσοντας τη δική τους πρόταση στη νέα γενιά ψηλών street ή χαμηλών on-off, τέλος πάντων όπως θέλετε πείτε τα. Έτσι κι αλλιώς, όλο και χαμηλώνουν οι εκπρόσωποι αυτής της κατηγορίας, ενώ ταυτόχρονα αποκτούν ρόδες δρόμου και γενικά αρχίζουν να απομακρύνονται από την παλιά on-off νοοτροπία που ήθελε τις μοτοσυκλέτες να τα καταφέρνουν καλά σε κάθε δρόμο. Η νέα γενιά, αντίθετα, όλο και πιο “ασφαλτερή” γίνεται.
Το δρόμο αυτόν τον χάραξε πρώτο το 1992 το Yamaha TDM 850 με την πιο street συμπεριφορά του, και ακολούθησαν στη συνέχεια –πολλά χρόνια μετά– η Cagiva με το Navigator, η Ducati με το Multistrada, η Aprilia με το Pegaso Strada, η Kawasaki με το νέο Versys και τώρα και η Triumph με το νέο Tiger, που οπτικά τουλάχιστον άφησε τα χωματερά γονίδια του προηγούμενου μοντέλου στο ράφι και, εντελώς ανανεωμένο, ρίχνεται στη μάχη. Μη βιαστείτε όμως να συμπεράνετε ότι εδώ έχουμε άλλο ένα “καρμπόν” κατασκεύασμα, αντιγραφή του ανταγωνισμού της νέας μόδας. Ο καινούργιος Τίγρης έχει “διαβάσει” καλά τους αντιπάλους του πριν βγει στη ζούγκλα και η street εμφάνισή του δεν προκαθορίζει τίποτα, όπως διαπιστώνεις όταν το οδηγήσεις.

Και Japan και UK

Όντως τα πάντα στην όψη του 1050 υποδεικνύουν ότι πρόκειται για μοτοσυκλέτα δρόμου, χωρίς τίποτα να θυμίζει τα παχουλά κάλλη του μοντέλου που αντικατέστησε. Ουρά “τάλε κουάλε” με του Speed Triple, με Φαναράκι που μοιάζει με LED – αλλά δεν είναι – , ανεστραμμένο πιρούνι πλήρως ρυθμιζόμενο, ακτινικές δαγκάνες, θηριώδη ψαλιδάρα όμοια εμφανισιακά με του 675, αλλά και χυτό ανοιχτό πλαίσιο δύο δοκών με ρόδες 17 ιντσών και λάστιχα δρόμου είναι τα στοιχεία που κατατάσσουν τον Τίγρη στα street. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του νομίσματος, που έχει να κάνει με την πρακτικότητα της μοτοσυκλέτας: μεγάλο φέρινγκ με ψηλή ζελατίνα, σελάρα που χωράει και... τρεις.


Συνολικά πάντως βέβαια το Triumph είναι μακριά από τα on-off δεδομένα από πλευράς εμφάνισης, φέρνοντας περισσότερο σε street, με μια σχεδιαστική συνταγή που κρίνεται απολύτως επιτυχημένη. Προσεγμένο στη λεπτομέρεια και στην ποιότητα συναρμολόγησής του, δεν θέλει να μοιάσει οπτικά στα γιαπωνέζικα μηχανάκια “της σειράς”, έχοντας έντονες μονοχρωμίες αλλά και πολύ καλή ποιότητα βαφής και φινίρισμα, στοιχεία φυσικά που ανέκαθεν χαρακτήριζαν τα Triumph. Σε αίσθηση όμως το 1050 δεν διαφέρει καθόλου από τους αντιπάλους του από τη μακρινή Ιαπωνία, κι αυτό κάθε άλλο παρά κακό είναι.
Ανεβαίνεις επάνω και τα πάντα είναι ακριβώς στη θέση τους, με όργανα και χειριστήρια που τα πιάνεις με κλειστά τα μάτια, ενώ τα πόδια σου φτάνουν να πατήσουν εύκολα στη γη ακόμα κι αν δεν διαθέτεις ύψος μπασκετμπολίστα. Γυρνάς διακόπτη, το όμοιο με του 675 αλλά φτωχό οπτικά όργανο φωτίζεται, πατάς μίζα και το τρικύλινδρο κουαρτέτο μόλις ξεκίνησε. Ο ήχος γνώριμος, ίδιος με του Speed Triple, αφού τα δυο τους μοιράζονται τον ίδιο κινητήρα, με ελάχιστες διαφορές τόσο στην απόδοση όσο και στην ακουστική απόλαυση, που ακόμα και στο ρελαντί τον κάνει να ξεχωρίζει από οποιονδήποτε άλλο. Ανεβάζει στροφές αστραπιαία, κάνοντάς σε να ορκίζεσαι ότι είναι τετρακύλινδρος εν σειρά, αλλά η απουσία κραδασμών που τον χαρακτηρίζει σε κάνει να το σκεφτείς καλύτερα. Τελικά, τα τρικύλινδρα έχουν βρει τη χρυσή τομή: εύστροφα, δυνατά, χωρίς κραδασμούς και με ήχο που πωρώνει.

Τρικύλινδρη άνεση

Η λιακάδα μέσα στην καρδιά του Γενάρη με κάνει να πεταχτώ απ’ το κρεβάτι και να πάρω γρήγορα τους δρόμους με κατεύθυνση οποιοδήποτε πεδίο όπου το νέο Triumph θα ξεδιπλώσει τις αρετές του. Φουλάρω το 20λιτρο ρεζερβουάρ, που κομψά κρύβει τον όγκο του, και το όργανο δείχνει ότι μπορώ να διανύσω καμιά τρακοσαριά χιλιόμετρα χωρίς να επισκεφτώ ξανά βενζινάδικο – το αν λέει αλήθεια θα το διαπιστώσουμε λίγες ώρες αργότερα.
Λογικά η ιδέα για εκδρομή ημέρα Πέμπτη είναι καλή, αλλά η κίνηση μέχρι να βγεις έξω από την πόλη σού ταράζει λίγο το νευρικό σύστημα. Ευτυχώς ο νέος Τίγρης παρέμεινε ψηλός, με το τιμόνι του να περνά άνετα πάνω από τους καθρέφτες των αυτοκινήτων, ενώ η ευελιξία του σε συνδυασμό με το μεγάλο κόψιμο του τιμονιού από άκρη σε άκρη κάνουν την καθημερινή μετακίνηση διασκεδαστικό παιχνίδι. Είναι κι ο κινητήρας ελαστικός, με καλή κλιμάκωση στο “βουτυρένιο” κιβώτιο, όποτε ούτε χέρι στο συμπλέκτη θέλει συνέχεια αλλά ούτε και πόδι στον λεβιέ μόλις πέσουν λίγο οι στροφές. Απλά ανοίγεις το γκάζι με τη μοτοσυκλέτα ίσα που να τσουλάει, κι επιταχύνεις απροβλημάτιστα ακόμα και με τρίτη σχέση. Να είναι καλά ο τρικύλινδρος που ξεκολλάει και επιταχύνει σφαίρα το Triumph από φανάρι σε φανάρι, και πολλές φορές με τον εμπρός τροχό να κοιτά τους ψηλούς ορόφους των πολυκατοικιών. Γιατί 103 άλογα είν’ αυτά κι αν δεν μπορείς να τα χαρείς είναι τουλάχιστον κρίμα, αλλά ευτυχώς όμως αυτό το μοτέρ στα δίνει όλα απλόχερα και ανά πάσα στιγμή. Τα 0-400 σε μόλις 11,56 δευτερόλεπτα είναι πολύ αξιόλογος χρόνος για τέτοιου είδος μοτοσυκλέτα.


Στα πρώτα κιόλας διόδια η εικόνα θυμίζει έρημο τοπίο, μόνο εγώ και οι νταλικιέρηδες βρισκόμαστε στην κατεύθυνση για Λαμία αυτό το ζεστό πρωινό. Γκάζι τέρμα και ο Τίγρης μπαίνει άνετα στην περιοχή των 180 χιλιομέτρων την ώρα, έχοντας μπόλικο απόθεμα για να “πεταχτεί” μέχρι τα 220 που κατάφερα να δω στην ευθεία στον “Σείριο”. Εντάξει, δεν είναι φτιαγμένος για να ταξιδεύει με διακοσάρες όλη μέρα, αλλά τα 160-170 είναι μια ταχύτητα απόλυτα προσαρμοσμένη στις δυνατότητές του, τόσο από θέμα κινητήρα όσο και από θέμα κάλυψης από τον αέρα και άνεσης από τις αναρτήσεις. Η ζελατίνα, μεγάλη και ψηλή αλλά όχι τεράστια ώστε να μειώνει το οπτικό σου πεδίο, με ιδανική απόσταση από τον αναβάτη, κάνει σωστή δουλειά. Δηλαδή ο αέρας βρίσκει το κράνος στο ύψος της ζελατίνας χωρίς όμως στροβιλισμούς και υποπίεση, οπότε μπορείς για ώρες να ταξιδεύεις με σταθερά πάνω από 160 στο κοντέρ. Τα πόδια φωλιάζουν ιδανικά εκατέρωθεν του ρεζερβουάρ, οδηγείς με το σώμα σε τελείως όρθια στάση, χωρίς σκυψίματα και καμπουριάσματα, η σέλα είναι άνετη, απέχοντας όσο ακριβώς πρέπει από τα μαρσπιέ, και γενικά τα πάντα συνηγορούν για ένα άνετο ταξίδι.

Μαλακά γλιστρήματα

Μετά από 70 χιλιόμετρα εθνική, αποφασίζω να την εγκαταλείψω με κατεύθυνση προς Εύβοια και σε πιο παιχνιδιάρικα τερέν, αφού στην ευθεία όλα καλά είναι, και η διαστροφή για γρήγορη βόλτα σε δημόσιο δρόμο με οδηγεί προς την κεντρική μεριά του νησιού και τη Δίρφη. Άσφαλτος μέτριας ποιότητας, αλλά και συνεχείς στροφές χωρίς την δυνατότητα διαφυγής σε περίπτωση λάθους. Η γρήγορη γεωμετρία του Tiger, με 23,2 μοίρες γωνία κάστερ και 87,7 χιλιοστά ίχνος, το κάνει να βουτάει με μεγάλη προθυμία στη στροφή κρύβοντας επιμελώς τα 233 πραγματικά κιλά του, αλλά τα ελαστικά του δεν συμφωνούν με όλα αυτά. Τα Michelin Pilot Road S δεν συμπαθούν καθόλου βίαιες αλλαγές κατεύθυνσης και μεγάλες κλίσεις με λίγα χιλιόμετρα, ενώ απεχθάνονται τελείως τα γλιστερά και γυαλισμένα κομμάτια ασφάλτου, γλιστρώντας απότομα και απρόβλεπτα σε πολλές περιπτώσεις. Έτσι, ειδικά στην έξοδο της στροφής το γκάζι θέλει ευλάβεια στο άνοιγμά του, αλλιώς η υπερστροφή ισχύος είναι εξασφαλισμένη. Και εντάξει στα γλιστερά, το μηχανάκι φεύγει ομαλά και ολισθαίνει απολαυστικά κι ελεγχόμενα για πολλά μέτρα, αλλά όπου έχει καλή πρόσφυση και γλιστρήσει, η αντίδρασή του είναι απότομη και φέρνει σε δύσκολη θέση το αμορτισέρ, που δεν καταφέρνει να σώσει την κατάσταση. Θα ήταν ένα καλό δώρο ένα ζευγάρι πιο μαλακά ελαστικά, γιατί προφανώς οι Άγγλοι δεν έχουν ιδέα τί πάει να πει ελληνική άσφαλτος…


Κατά τα άλλα, οι αναρτήσεις του 1050 είναι μαλακές και απορροφούν αποτελεσματικά τις ανωμαλίες του δρόμου, προσφέροντας άνεση αλλά και την αίσθηση ότι οδηγάς κάτι στιβαρό που δεν αναπηδάει σε κάθε στούμπο κι ανωμαλία. Γενικά ο Τίγρης συμπεριφέρεται όπως ακριβώς περιμένεις από μια τέτοια μοτοσυκλέτα που θα κινηθεί σε δημόσιο δρόμο, θυμίζοντας έντονα on-off. Και μην πει κανείς ότι τα on-off δεν είναι ιδανικά για το άθλιο και γλιστερό ελληνικό οδόστρωμα, γιατί η αλήθεια είναι πως η μαλακή τους λειτουργία σώζει ζωές. Το Tiger λοιπόν έχει καταφέρει να ξεχωρίσει ως προς αυτό, διαθέτοντας street στήσιμο και γεωμετρία αλλά και αναρτήσεις που το κάνουν βολικό και προβλέψιμο σε κάθε δρόμο.
Ακόμα και στο χωματόδρομο θα περάσει παλικαρίσια, αφού οι μαλακές στην αρχική τους διαδρομή αναρτήσεις καταπίνουν τις ανωμαλίες χωρίς πρόβλημα και εύκολα θα φτάσεις οπουδήποτε. Αρκεί βέβαια να μην το παρακάνεις με όρθια οδήγηση και απότομα ανοίγματα του γκαζιού, γιατί τα 150 χιλιοστά της διαδρομής εύκολα θα εξαντληθούν, το πιρούνι και το αμορτισέρ θα τερματίσουν άμεσα και το Triumph θα βρεθεί εκτός ελέγχου.
Περνώντας τη Γλυφάδα, πίσω από τη Δίρφη ξεκινά ένα κατηφορικό κομμάτι εξαιρετικής ποιότητας και το Tiger βρίσκεται στο στοιχείο του. Πολλά φρένα πριν την είσοδο της στροφής, με το πίσω να ντριφτάρει γλυκά τον πίσω τροχό αλλά το εμπρός με τους δύο δίσκους των 320 χιλιοστών και τις τετραέμβολες ακτινικά τοποθετημένες δαγκάνες να σταματάει ακαριαία τη μοτοσυκλέτα όταν αυτό χρειαστεί. Έχουν βέβαια νεκρή απόδοση στην αρχική διαδρομή της μανέτας και σπογγώδη αίσθηση που τους στερεί το αρχικό δάγκωμα, κάτι που δεν θα ήταν ό,τι καλύτερο στα χέρια ενός μέσου αναβάτη σε all around συνθήκες.

Με δύο και πράγματα

Μία βόλτα ίσον καμία, οπότε δικάβαλος με τον φωτογράφο και τα πράγματά του αυτή τη φορά, πήραμε τους δρόμους της Πελοποννήσου. Χώρος και για τους δύο μπόλικος, καθώς επίσης και χώρος για να μπει και να δεθεί η μεγάλη τσάντα με τα φωτογραφικά στο ρεζερβουάρ χωρίς να ενοχλεί. Αλλά και να ενοχλούσε δεν γινόταν αλλιώς, αφού χάριν της κομψής εμφάνισης δεν υπάρχει –κακώς– χώρος πίσω από τον συνεπιβάτη για αποσκευές.
Στην εθνική ελάχιστα επηρεάζονται οι επιδόσεις από το βάρος του δεύτερου ατόμου και των αποσκευών, αλλά δεν ισχύει το ίδιο και με το αμορτισέρ, που δείχνει την αδυναμία του και μερικές φορές τερματίζει όταν συναντήσει κοφτή και απότομη ανωμαλία. Στάση για σφίξιμο – αλλά έκπληκτος διαπιστώνω ότι οι ρυθμίσεις είναι ένα κλικ πριν από το τέρμα στην εργοστασιακή τους ρύθμιση, κάτι που επιβεβαιώνεται διαβάζοντάς και το manual. Πάντως, παρότι είναι μαλακό, γενικά το αμορτισέρ δεν θα δημιουργήσει πρόβλημα, προσφέροντας άνεση στις περισσότερες των περιπτώσεων και στους περισσότερους δρόμους που θα κινηθεί. Εντάξει, με 150 χιλιόμετρα και πάνω ίσως να τερματίσει σε κάποια σημεία, αλλά καλύτερα έτσι παρά να ήταν σκληρό και να κοπάναγε παντού.
Οπωσδήποτε το 1050 μπορεί άνετα να ταξιδεύει με σταθερό ρυθμό δικάβαλο, ενώ στις γρήγορες στροφές που έχει η εθνική Αθηνών-Πατρών στρίβει με πολλά χιλιόμετρα χωρίς κουνήματα και παρατράγουδα. Τα φρένα του επαρκούν για τις ταχύτητες που αναπτύσσει –αρκεί βέβαια να συνηθίσεις τη νεκρή διαδρομή της μανέτας και την απουσία αρχικού δαγκώματος–, έχοντας την απαιτούμενη δύναμη ώστε να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Άλλωστε, τα 55 μέτρα που χρειάστηκαν για να επιβραδύνουν το Triumph από τα 140 χ.α.ώ. στα 40 είναι νούμερο πολύ αξιόλογο, δείχνοντας ότι τους λείπει μόνο το αρχικό δάγκωμα και τίποτε άλλο.


Έχει σχεδόν βραδιάσει και έχουμε πάρει το δρόμο της επιστροφής μετά από 250 χιλιόμετρα, έχοντας περίπου άλλα 110, όσα δηλαδή απέχει η Νεμέα από την Αθήνα. Στάση για ανεφοδιασμό ανθρώπων και μοτοσυκλέτας, με τον Τίγρη να καταναλώνει 6,9 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα – τα οποία βέβαια δεν έγιναν σε σταθερό τέμπο, αφού περιελάμβαναν ταξίδι με σχεδόν τέρμα γκάζι στην εθνική, μπόλικο επαρχιακό αλλά και πολλή ώρα με πρώτη για τις ανάγκες της φωτογράφισης. Και 6,9 λίτρα για τρικύλινδρο κινητήρα 103 ίππων είναι πραγματικά λίγα για το ρυθμό που οδηγήθηκε η μοτοσυκλέτα, που η μεγαλύτερη και υψηλότερη κατανάλωση που έκανε ήταν 7,6 λίτρα ανα 100 χιλιόμετρα, έχοντας στις περισσότερες περιπτώσεις αυτονομία που ξεπερνά τα 300.
Όμως υπάρχει και η “αυτονομία” του αναβάτη, που στην περίπτωση του 1050 μπορεί άνετα να ξεπεράσει τα 200 χιλιόμετρα χωρίς στάση. Και παρότι η θέση του συνεπιβάτη είναι λίγο ψηλή και κατηφορική, ο φωτογράφος μας δεν έβγαλε άχνα μετά από 300 χιλιόμετρα στην πίσω σέλα του Τίγρη. Γκρίνιαζε μόνο για το ύψος της σέλας, αφού ναι μεν του παρείχε άριστο οπτικό πεδίο αλλά για να ανεβοκατέβει ήταν ένα βάσανο – και προφανώς τα πράγματα θα είναι ακόμα χειρότερα αν ο συνεπιβάτης είναι και κοντός: “Πήγαινε δίπλα στο πεζουλάκι να πατήσω για ν’ ανέβω”, θα ακούσετε να σας λέει… Κατά τα άλλα η σέλα του είναι ευρύχωρη κι άνετη, με βολικές χειρολαβές, και τα μαρσπιέ σε ιδανικό ύψος τοποθετημένα ώστε τα πόδια να μη σχηματίζουν μεγάλες γωνίες για να τα πατήσουν.

Ένα από όλα

Μετά από 1.000 σχεδόν χιλιόμετρα, λοιπόν, κατάλαβα τί ακριβώς ήθελαν να φτιάξουν οι Άγγλοι και πώς θέλησαν να μπουν στη μάχη του ανταγωνισμού, “παίζοντας” ταυτόχρονα σε δύο κατηγορίες: αφενός αυτήν των σύγχρονων on-off με ασφαλτερό χαρακτήρα και συμπεριφορά και με κομψή και μαζεμένη εμφάνιση που δεν θα θυμίζει Ντακαροειδές με φουσκωμένα ρεζερβουάρ και τεράστιες ζελατίνες, αφετέρου αυτήν των all round μοτοσυκλετών που ταξιδεύουν απροβλημάτιστα, έχουν γκάζια και κράτημα, δεν καίνε ένα σκασμό βενζίνες και μπορούν να περάσουν χωρίς καρδιακές προσβολές κι από ένα χωματόδρομο.
Και τελικά η Triumph πέτυχε απόλυτα το στόχο της, αφού ο νέος Τίγρης δεν λέει όχι σε τίποτα και παράλληλα δεν υστερεί πουθενά έναντι του ανταγωνισμού. Κάθε άλλο μάλιστα, είναι το μηχανάκι που έχει τον πιο δυνατό και εύστροφο κινητήρα, εντυπωσιακό και στιβαρό ψαλίδι, στιβαρό ανεστραμμένο πιρούνι και την πιο φρέσκια εμφάνιση. 

Δοκιμή: KAWASAKI H2R 2015

Εκτόξευση μαχητικού
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

16/8/2018

Για να μετρήσουμε τις επιδόσεις της Kawasaki H2R -τον Ιούλιο του '15- σπάσαμε κάθε όριο, ζητώντας την άδεια να χρησιμοποιήσουμε το ιστορικό αεροδρόμιο του Τατοίου ενώ για την δυναμομέτρηση της (που ήταν η δεύτερη που έγινε στον κόσμο…) χρειαστήκαμε δύο δυναμόμετρα, τέσσερεις ολόκληρες ημέρες και δοκιμάσαμε όλα τα είδη βενζίνης που πωλούνται νόμιμα στο εμπόριο.

Στο άρθρο που ακολουθεί και είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 548 του 2015, αναλύουμε με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα μάθαμε και ζήσαμε πάνω στη σέλα του υπερτροφοδοτούμενου Τέρατος της Kawasaki. Φυσικά αυτή ήταν μόνο η αρχή, αφού λίγους μήνες αργότερα οδηγήσαμε την έκδοση δρόμου (H2) στο μυθικό Nurburgring της Γερμανίας και αναστατώσαμε με την ελεύθερη εξάτμιση του H2R την πίστα των Σερρών, μαζί με τα Yamaha R1M και BMW S1000RR στο συγκριτικό Superbike Dreams, το video του οποίου ξεπέρασε σε χρόνο ρεκόρ τις 230.000 προβολές!   

 

Ας θυμηθούμε λοιπόν την πρώτη μας εμπειρία με το H2R και μία από τις πρώτες ανεξάρτητες δοκιμές και μετρήσεις του στον κόσμο:

Ταχύτητα διαφυγής!

του Θάνου Αμβροσιάδη-Φελούκα

Όταν το H2R επιταχύνει, νομίζεις ότι τα έχει βάλει με την βαρύτητα την ίδια και προσπαθεί να διαφύγει. Ένας πύραυλος κανονικός στην ευθεία, που στο τέλος της φρενάρει και μεταμορφώνεται ξανά σε μοτοσυκλέτα, να την οδηγείς φυσιολογικά και να απορείς, που βρίσκονται τα όρια της φυσικής και της μηχανικής! 

Στα χίλια εκατό μέτρα περίπου έχουμε τοποθετήσει τις κορύνες, ενώ λίγο πιο κάτω στα αριστερά και πιο μέσα βρίσκεται μια μικρή, κόκκινη εξέδρα με φώτα, που βοηθά το μάτι να οριοθετήσει την πίστα του διαδρόμου. Έχουμε υπολογίσει ότι αν περάσω και τις κορύνες και δεν έχω ξεκινήσει να φρενάρω στο ύψος της εξέδρας, τότε στα επόμενα δέκατα έχω περάσει τον διάδρομο, τον περιφερειακό δρόμο της κάτω πύλης, και έχω ανοίξει τρύπα στην εξωτερική περίφραξη φεύγοντας από το Τατόι…

Έχουμε μόλις ολοκληρώσει την φωτογράφηση, αλλά ο Θανάσης, ο φωτογράφος μας, βρίσκεται ακόμα μέσα στον διάδρομο, στο κέντρο της πίστας, και περιμένει να περάσω από δίπλα του για τις ανάγκες του video πριν αρχίσουμε τις πιο γρήγορες διελεύσεις. Άντεξε στις δύο πρώτες, και μετά άφησε την κάμερα στον τρίποδα και έφυγε μακριά. Δεν περνούσα με τέρμα γκάζι, μπας και κρατηθεί στη ζωή το πίσω λάστιχο μέχρι να τοποθετήσουμε και το GPS, όμως το H2R είναι τρεις φορές πιο εντυπωσιακό "απ’ έξω", απ’ ότι όταν το οδηγείς. Κι αν περνά στο ένα μέτρο μακριά σου με το κοντέρ πάνω από τα τριακόσια, τότε ξεφεύγει από την απλή εντύπωση και καταλήγει στον τρόμο. Αν το καλοσκεφτείς, ο φωτογράφος ήταν ο πιο γενναίος απ’ όλους μας. Ευτυχώς που το κάναμε έτσι όμως, γιατί οι δοκιμές αυτές αποτύπωσαν καλύτερα τα σημεία για τα φρένα, καθώς στα 330 του κοντέρ, ίσα που αντιλαμβάνεσαι τις κορύνες και το τέλος του διαδρόμου πλησιάζει με ταχύτητα που ο εγκέφαλός σου δεν έχει συνηθίσει. Ή έχεις αποφασίσει από πριν, ή είναι πολύ αργά για οποιαδήποτε απόφαση!

Δείτε το video από την πρώτη μας δοκιμή στο Τατόι:

 

Διαπιστευμένοι για απογείωση!

Το H2R είναι ήδη το πιο γρήγορο όχημα, ιπτάμενο και μη, που έχει περάσει από αυτό τον ιστορικό διάδρομο, και έχει ακόμα πολύ παραπάνω γκάζι να μας δώσει! Είναι η στιγμή που περίμενα πολλές μέρες, και για να έρθει έγινε ένας μακρύς σχεδιασμός και "σλάλομ" σε αποφάσεις και ανθρώπους, μέχρι να μας δοθεί το τελικό ΟΚ να την οδηγήσουμε. Φέραμε τον κόσμο πάνω-κάτω, και τελικώς τα καταφέραμε με την βοήθεια πολλών, της TEOMOTO καταρχήν, αλλά και της αεροπορίας στο τέλος, που συνέπτυξε την γραφειοκρατία ενός μήνα σε διάστημα λίγων ημερών, ώστε να βρεθούμε στον διάδρομο που λειτουργεί από το 1918, μ’ ένα από τα ελάχιστα H2R που υπάρχουν διαθέσιμα! Τελειώνοντας με την χαρτούρα των συμβολαίων με την μονάδα, τσεκάρουμε και τις λάμπες του αεροδιαδρόμου, συστήνοντας επιτροπή (καθόλου αστεία πράματα) που θα υπογράψει ότι στο τέλος είναι όλα ΟΚ. Μία να σπάσουμε το έχουμε χάσει το μηνιάτικο, ακριβές τις έχουν. Κατεβάζοντας το H2R από το van της Kawasaki, μαζεύεται και κόσμος από την μονάδα, να θαυμάσει την μοτοσυκλέτα που μάλλον θα γίνει το πιο γρήγορο όχημα που πέρασε ποτέ από εκεί. Υπάρχει και κάποιος που ήταν αδειούχος, αλλά επέστρεψε για το θέαμα, οπότε το εγχείρημά μας θα έχει και θεατές. Γεμίζουμε το ρεζερβουάρ και βγάζουμε τις ζυγαριές του περιοδικού, στο πιο παράδοξο σημείο που έχουμε ζυγίσει ποτέ μοτοσυκλέτα. Πίσω από τα φώτα διαδρόμου! Η διατροφή πλούσια σε carbon που έχει ακολουθήσει το H2R έχει βοηθήσει πολύ το συνολικό βάρος, που γεμάτο ανέρχεται στα 213 κιλά. Είναι ένα πολύ καλό νούμερο.   

Όλες αυτές τις μέρες έχω δει πώς συμπεριφέρεται στο δυναμόμετρο (στην περιπέτεια που διαβάζετε πιο κάτω) και πόσο εύκολο είναι να το μανουβράρεις και να το οδηγήσεις με χαμηλές ταχύτητες. Σαν μια κανονική μοτοσυκλέτα, σαν να έχει εκατόν πενήντα άλογα λιγότερα, και ατμοσφαιρικά μάλιστα. Έχω δει στο κλείσιμο του γκαζιού από τις υψηλές στροφές το ρεζερβουάρ να τραντάζεται, και στις χαμηλές να γίνεται αισθητή η περιστροφή του κομπρέσορα από τους κραδασμούς, ενώ περιμένοντας να τελειώσει η φωτογράφιση, το ακούω να ξεφυσά στο κλείσιμο του γκαζιού και να ουρλιάζει στο άνοιγμα. Οπότε μόλις βρέθηκα στη σέλα του, περίμενα να ανοίξω το γκάζι και να ζήσω μια τρέλα, μια παράνοια φτιαγμένη για τους "ευθειάκηδες", κι ας έχουμε πει ένα εκατομμύριο φορές ότι αυτή η μοτοσυκλέτα δεν είναι dragster, αλλά σχεδιασμένη για να την χαίρεσαι σε πίστα, φυσικά όμως εκτός αγώνων. Τίποτα από όλα τα παραπάνω αυτά δεν εμφανίζονται όταν την οδηγείς! Αυτή η μοτοσυκλέτα μεταμορφώνεται όταν κυλούν οι ρόδες της! Δεμένη σε δυναμόμετρο είναι ένα φυλακισμένο αγρίμι, που λυσσά και ξερνά φλόγες, απειλώντας να σε κατασπαράξει μόλις την αφήσεις ελεύθερη. Στην στατική παρουσίασή της, όταν καλέσαμε τον κόσμο, άνοιξαν μύτες και έσπασαν τύμπανα μόλις ανέβασε στροφές. Ξεκινώντας όμως δεν συμβαίνει τίποτα το τρομακτικό, ακόμα και όταν την γκαζώσεις! Μόλις βέβαια κουμπώσει η τρίτη και αποσύρεται από την ενεργό δράση το launch control, το θηρίο σου δείχνει τι κρύβει μέσα του! Ένα κύμα δύναμης, όχι, ένα τσουνάμι ροπής, σε χτυπά με την μορφή του πίσω τροχού, και εκτοξεύεσαι εμπρός με τα ηλεκτρονικά να συγκρατούν με κόπο τον εμπρός τροχό στο έδαφος. Τετάρτη σε πέμπτη αλλάζεις σχεδόν ταυτόχρονα, η καταιγιστική δύναμη φέρνει αυτές τις δύο πολύ κοντά μεταξύ τους, κι όταν γεμίσεις την πέμπτη έχεις ήδη τριακόσια πραγματικά χιλιόμετρα αλλά οι κορύνες που είναι το πρώτο σημάδι έχουν αρχίσει ήδη να φαίνονται. Καθώς κουμπώνεις την έκτη, νιώθεις το σώμα σου να κολλά στο ρεζερβουάρ, με τον αέρα να σε πιέζει δυνατά προς τα κάτω, έτσι και κάνεις το λάθος να σηκώσεις κεφάλι, θα γίνεις η επόμενη συνέχεια στην ταινία του ακέφαλου καβαλάρη…

Τέζα στο Τατόι!

Μία – δύο δοκιμαστικές εκκινήσεις, και ήδη έχουμε πιάσει την μεγαλύτερη τελική που έχουμε δει στο περιοδικό, αλλά σε πολύ μικρότερη απόσταση. Δεν είναι εύκολο να βρεις το ιδανικό του, και το Τατόι δεν είναι η πιο επίπεδη ευθεία που υπάρχει. Οι ανωμαλίες της πίστας είναι πρακτικά μηδενικές για τα εκπαιδευτικά διπλάνα (ναι υπάρχουν ακόμα), τα Pezetel και τα αεροσκάφη των αερολεσχών, όμως όλα αυτά προσγειώνονται και απογειώνονται με ταχύτητα μικρότερη από εκείνη που έχει το H2R με πρώτη! Στα τριακόσια οι ανωμαλίες αποκτούν άλλη βαρύτητα. Επίσης στην τρίτη ή την τέταρτη εκκίνηση, το launch control μπερδεύτηκε, άφησε τις στροφές να ανέβουν στις 6.000, τις έκοψε όπως έπρεπε να κάνει και πάνω που έπιασα τη μανέτα του συμπλέκτη να αλλάξω σε δευτέρα, πριν ακόμα κόψω το γκάζι, σ’ εκείνο το μικρό-δευτερόλεπτο, τις άφησε να ανέβουν στις 8.000 μπορεί και παραπάνω. Δεν θυμάμαι. Το μόνο που δεν θα ξεχάσω ήταν η αμεσότερη σούζα που έχω κάνει ποτέ! Εκεί που έβλεπα την ευθεία να "διαλύεται" στο βάθος, από την παραμόρφωση της μακρινής εστίασης των ματιών, ξαφνικά ήμουν όρθιος, κάθετα, αντικρίζοντας τον αττικό ουρανό! Ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου ακόμα και θα είχα γεμίσει τον διάδρομο με βίδες και κάρβουνα, αξίας 55.000 ευρώ, έκοψα - πάτησα πίσω φρένο – προσευχήθηκα, όλα ταυτόχρονα, και το H2R προσγειώθηκε. Επέστρεψα πίσω στην αρχή της ευθείας και έσβησα, πρώτα για να επιστρέψει η ψυχή μου στο σώμα, και μετά για να τσεκάρω και το πίσω ελαστικό, με την ευκαιρία. Έχει αρχίσει να δείχνει σημάδια κόπωσης, και πρέπει να το βλέπω συνέχεια, γιατί έτσι και χάσει αέρα όταν θα έχω έκτη, την απογείωση δεν την γλιτώνουμε, όπως και τον κρατήρα αμέσως μετά.

TRACK DAY DREAMS: Στις Σέρρες με BMW S1000RR - Yamaha R1M - Kawasaki H2R: Το VIDEO!

 Ήταν όμως το πρώτο και τελευταίο παρατράγουδο. Ξεκινάω τριακόσια – τετρακόσια μέτρα από την φυσική αρχή του διαδρόμου, γιατί εκεί είναι σχεδόν χωματόδρομος, απάτητο σημείο για χρόνια, και στήνομαι στα πρώτα σημάδια που αφήνουν τα ελαστικά των αεροπλάνων όταν προσγειώνονται. Πρώτη, δευτέρα και τρίτη, σαν να έχει τα μισά άλογα, γιατί το launch control δεν αφήνει άλλα περιθώρια, ευτυχώς! Αλλαγή σε τετάρτη και έρχεται η σούζα, έχω πάνω από 250, και δεν προσέχω άλλο τα όργανα. Προσπαθεί ο νους ν’ αντιληφθεί την επιτάχυνση, αλλά δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης και ας έχω μπει πιτσιρικάς σε μαχητικό αεροσκάφος, με το εφηβικό μυαλό που όλα τα φουσκώνει. Πέμπτη σχέση και επιταχύνω πιο γρήγορα από κάθε άλλη φορά, ο εμπρός τροχός πατά γερά και το H2R είναι απόλυτα στιβαρό και ασφαλές! Τι έχουν φτιάξει οι άνθρωποι; Έκτη και περνάω το σημείο των φρένων πριν καταλάβω τι γίνεται. Τα τελευταία μέτρα του διαδρόμου είναι μη εκμεταλλεύσιμα, καθώς έχουν την ίδια ποσότητα πέτρας με την αρχή, κι αρχίζω να νιώθω εγκλωβισμένος εκεί μέσα με το " γιαπωνέζικο μαχητικό "! Θέλουμε έναν πιο μακρύ διάδρομο, ή έστω τον ίδιο αλλά καθαρό από άκρη σε άκρη και πλήρως εκμεταλλεύσιμο. Ωστώσο δεν χωρούν γκρίνιες ζούμε κάτι πέρα από το όνειρο, με την δυνατότερη μοτοσυκλέτα παραγωγής!

Απίστευτα σταθερό – απίστευτα γρήγορο!

Αναστροφή και είναι σαν να πέφτει χαλάζι, καθώς ο πίσω τροχός σηκώνει ότι βρει κάτω, τα πετά ψηλά στον αέρα, και ο καιρός ραντίζει πετραδάκια, που βρίσκουμε αργότερα μέσα στην "εγκιβωτισμένη" σέλα. Σλάλομ στις διαχωριστικές για παιχνίδι και σταματάω δίπλα στους υπόλοιπους, ν’ αφήσουμε το ελαστικό να πάρει λίγο αέρα. Ο Βασίλης μετρά θερμοκρασία με θερμόμετρο υπερύθρων: Ενενήντα βαθμοί Κελσίου και έχει περάσει και λίγη ώρα, μέχρι να βγάλω κράνος. Είναι πολύ μακριά από το όριό του, όμως το πιέζουμε πολύ, και είναι ελαστικό σλικ για να στρίβεις και όχι για ευθείες. Έχει αρχίσει ήδη το πέλμα να παρουσιάζει χαραγματιές, ενώ κι ο χρόνος μας τελειώνει. Από πάνω μας κάνει κύκλους ένα αεροπλάνο της αερολέσχης που έχει ζητήσει να προσγειωθεί, και ο πύργος ελέγχου μας προειδοποιεί ότι μπορεί να το κρατήσει άλλη μισή ώρα μόνο, μετά τελειώνουν τα καύσιμα και πρέπει να παραχωρήσουμε τον διάδρομο ή να προσγειωθεί στο κεφάλι μας. Άλλωστε εμάς περιμένουν κι άλλοι για να απογειωθούν, ωστόσο μισή ώρα είναι υπεραρκετή, καθώς το ελαστικό δεν πρόκειται να αντέξει τόσο πολύ.

Ξανά στην εκκίνηση, πρώτη, δευτέρα – τρίτη, σαν πύραυλος στο Χιούστον που σηκώνεται αργά, αλλά νιώθεις από την εικόνα την τεράστια έκλυση ενέργειας, και ξαφνικά τα πάντα πηγαίνουν πιο γρήγορα. Το H2R εκτοξεύεται εμπρός, ελαφρώς ανηφορικά καθώς ο εμπρός δεν πατά καθόλου, πίεση στη μανέτα που θέλει λίγο παραπάνω δύναμη και αλλαγή σε τετάρτη με τον βαρύ λεβιέ που είναι τοποθετημένος λίγο πιο μέσα και αναγκάζει το πόδι να στρίβει, αλλά δεν υπάρχει χρόνος για τέτοιου είδους ρυθμίσεις. Όλα αυτά στιγμιαία: Επιστροφή στο γκάζι και πλέον το H2R γίνεται Star Trek και εγώ ο κυβερνήτης του που δίνω την εντολή για warp speed! Η κατασκευή της σέλας με κρατά εγκλωβισμένο χωρίς να χρειάζεται να σφίγγομαι. Με την σταθερότητα που έχει το H2R, παρόλο που ο εμπρός τροχός φλερτάρει με τις σούζες, βλέπω τα πάντα να φεύγουν προς τα πίσω πολύ πιο γρήγορα από το συνηθισμένο, αλλά με αίσθηση αντίστοιχη λιγότερων χιλιομέτρων. Η ροπή είναι σαν να έχεις στο κιβώτιο μικρότερη σχέση, δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Η επιτάχυνση με τετάρτη είναι πιο άμεση σε απευθείας αντιστοιχία με δευτέρα, σε άλλες μοτοσυκλέτες που προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου, και μόνο το μάτι μπορεί να αντιληφθεί την πραγματική ταχύτητα. Βάζοντας πέμπτη καταλαβαίνεις αμέσως ότι το H2R δεν είναι απλά μια μοτοσυκλέτα επίδειξης και ανάδειξης κύρους για την Kawasaki, βέβαια αυτό τον σκοπό επιτελεί - κακά τα ψέματα, όμως είναι φτιαγμένο για να το οδηγείς, κι ανάθεμά με έχουν κάνει άψογη δουλειά οι άτιμοι οι Γιαπωνέζοι! Αλλαγή σε έκτη, το κοντέρ δείχνει νούμερα εξωπραγματικά σε μια γρήγορη ματιά, και το βλέμμα σηκώνεται και πάλι να δει τα σημάδια, ίσα που έχω περάσει την εξέδρα, το τελικό σύνορο. Φρένα και το θηρίο εκτονώνεται και βρυχάται, όσο κρατάς το γκάζι κλειστό. Καταιγιστική είναι και η επιβράδυνση, από τα 320 πραγματικά στα 260 μέσα σε 150 μέτρα (πάνω σε πετραδάκια και ανωμαλίες του διαδρόμου) αλλά τα φρένα έχουν ήδη επιβαρυνθεί και από εκεί και πέρα ο ρυθμός δεν συνεχίζει το ίδιο παρόλο που ο διάδρομος είναι συγκεκριμένος και τελειώνει. Στο αποτύπωμα του GPS στο χάρτη, φαίνονται ξεκάθαρα οι αναστροφές, εκτός από μία που βγαίνει μακριά, σχεδόν εκατό μέτρα από τις άλλες, βαθιά στο ακάθαρτο τελείωμα. Κίνδυνος δεν υπήρξε, αλλά όταν έχεις συνηθίσει να φρενάρεις σ’ ένα σημείο και το περάσεις, χωρίς να σε υπακούν τα φρένα, η καρδιά σου βαράει συναγερμό και θέλει να ανοίξει τρύπα στο στήθος και να δραπετεύσει… Ορισμένες ακόμα επιταχύνσεις και το H2R έχει διαλύσει το πίσω λάστιχο, ενώ το επόμενο πρωί θα πρέπει να ταξιδέψει, μάλλον για Ισπανία. Τα καύσιμα του αεροπλάνου τελειώνουν και όλα συνηγορούν να έρθει το τέλος της πρώτης αυτής δοκιμής. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή ένα πράγμα μας λείπει, μια πινακίδα και μια άδεια! Να ήταν νόμιμο να το βγάλεις στο δρόμο και δεν χρειάζεται τίποτα άλλο, αυτή η μοτοσυκλέτα είναι ικανή να κάνει τα πάντα! Αλλά η επιστροφή γίνεται με Crosstourer και είναι τόσο απότομη η προσγείωση που σχεδόν απογοητεύομαι. Μου πήρε πολλή ώρα να συνηθίσω την επιτάχυνση του V4 με την άφθονη ροπή… Τα πάντα κυλούσαν πολύ πιο αργά, βασανιστικά αργά. Το H2R άλλαξε για πάντα τα δεδομένα μας.

Τέζα στο Τατόι

του Βασίλη Καραχάλιου

Μπροστά μου ο διάδρομος του Τατοΐου. Ξεκινάω, πρώτη, δευτέρα, τρίτη και τίποτα δραματικό δεν έχει συμβεί ακόμα, αν δεν υπολογίσεις βέβαια πως το πράμα αυτό επιταχύνει κολασμένα. Κι εκεί που γεμίζει η τρίτη, και τα χιλιόμετρα είναι πάνω από 200, σουζάρει και κρατάει τον τροχό του ψηλά ως τον κόφτη στα 230 χιλιόμετρα, αλλάζω σε τετάρτη, και δεν μπορεί, μα δεν καταλαβαίνει πως με τετάρτη θα έπρεπε να μειωθεί ο ρυθμός της επιτάχυνσης; Σφεντονίζεται προς τον ορίζοντα, και μόλις περνάει τα 250...  ξανασουζάρει, ευτυχώς τα ηλεκτρονικά κρατάνε μακριά το καπάκι, 270+ πια, ο κόφτης κατεβάζει τον τροχό, πέμπτη και πάνω από 300, έκτη και προλαβαίνω να δω μόνο τα δύο πρώτα ψηφία του κοντέρ, 33..., ο διάδρομος τελειώνει, φρένααα!!! Δεν μπορεί, είναι βλαμένο αυτό το μηχανάκι, βάζεις έκτη και νομίζει πως έχει τρίτη...

Μακριά από το Τατόι, στο Ολυμπιακό χωριό, ένας φίλος, χωρίς να ξέρει τι γίνεται, απορούσε. "Άκουγα ένα θρήνο, ένα ουρλιαχτό, και δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τι είναι, ούτε που είναι". Μέσα στο Τατόι, ο διοικητής με τον υποδιοικητή και άλλα στελέχη (όλοι μοτοσυκλετιστές φυσικά!), βρίσκονται στο συνδετικό διάδρομο, λίγο πριν τα σημάδια για τα φρένα που έχουμε βάλει, αφού πρώτα τους διαβεβαιώσαμε πως δεν θα χρειαστεί να τοποθετήσουν δίχτυα απ’ αυτά που πιάνουν τα αεροπλάνα στο τέλος του διαδρόμου, όπως αστειευόμενοι (;) μας ρώτησαν. Με το αίμα μου πλημμυρισμένο νορεπινεφρίνη, βγαίνω και παραδίδω το H2R στον Φελούκα, για να παρακολουθήσω απ’ έξω πια, τι έκανα τόση ώρα. Φυσάει ένας ελαφρύς νοτιάς, κόντρα, κι όταν ξεκινάει από το πάνω μέρος του διαδρόμου ίσα που τον διακρίνουμε, κι ακούγεται ν’ αλλάζει ταχύτητες πολύ νωρίς, αλλά όσο πλησιάζει τόσο ο ήχος αλλάζει, λες και με κάθε αλλαγή ο κόφτης ανεβαίνει ψηλότερα... Περίεργο.

Μόνο όταν φτάνει στο ύψος μας και περνάει, με πολλά πάνω από 300, καταλαβαίνουμε πόσο γρήγορα πάει, ειδικά όταν μας χτυπάει πια κατάστηθα το ωστικό κύμα από την ελεύθερη εξάτμιση με τα 130 ντεσιμπέλ.

 Τότε είναι που μένεις με το στόμα ανοιχτό και ψελλίζεις κάποιο σχόλιο που αδυνατεί φυσικά να περιγράψει το δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά σου. Το ίδιο φαινόμενο, που σε κάνει να νομίζεις πως όσο η μοτοσυκλέτα είναι πολύ μακριά οι πρώτες αλλαγές ταχυτήτων γίνονται σε χαμηλές στροφές, αποτυπώθηκε και στα video που γυρίσαμε, κι έχει εξηγηθεί από τον Christian Doppler το 1842, όταν δεν υπήρχε καν η σκέψη για όχημα που μπορεί να κινηθεί με τέτοιες ταχύτητες. Η μοτοσυκλέτα επιταχύνει τόσο γρήγορα, ξεκινώντας από 1.300 μέτρα μακριά, ώστε η συχνότητα του ήχου αυξάνεται όσο πλησιάζει στους παρατηρητές (ή στην κάμερα), κάνοντάς τους να νομίζουν πως οι πρώτες αλλαγές που έγιναν μακριά έγιναν και χαλαρά, μπουου, μπουου, μπουου... Καλά, εντάξει, καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Το Launch Control Mode, το σύστημα υποβοήθησης εκκίνησης, κρατάει τις στροφές έως τις 6.500 για να ξεκινήσεις από στάση, κι από κει και πέρα αφήνει τον κινητήρα να αποδώσει μόνο τόση ροπή όση μπορεί να αντέξει η διαθέσιμη πρόσφυση, χωρίς να έρθεις καπάκι, τι καπάκι, οχτακόσιες κολοτούμπες θα κάνεις χωρίς αυτό. Το σύστημα συνεχίζει να δουλεύει μέχρι να αλλάξεις σε τρίτη ή να ξεπεράσεις τα 150 km/h, γι΄αυτό και μετά αρχίζουν τα πανηγύρια και οι σούζες στα 250...

Αλλά βιαζόμαστε. Μέχρι να φτάσουμε να οδηγούμε την πιο δυνατή μοτοσυκλέτα παραγωγής που έχει βγει ποτέ, προηγήθηκε η πρωτοβουλία της TEOMOTO, αντιπροσωπείας της Kawasaki στην Ελλάδα, να φέρει το H2R αποκλειστικά για να την δυναμομετρήσει το ΜΟΤΟ. Το πως φτάσαμε να την οδηγούμε στο ιστορικό για την ελληνική μοτοσυκλέτα Τατόι, το έχετε ήδη διαβάσει... δείτε τώρα πώς εξελίχθηκε η ιστορία στο δυναμόμετρο: 

 

Ninja H2R στο δυναμόμετρο

Θρίλερ με δράκους

 

Πόσα άλογα βγάζει το Η2R; Mέχρι να έρθει στην Ελλάδα και να το βάλουμε στο δυναμόμετρο, δεν ξέραμε. Το μεγαλύτερο περιοδικό της Αμερικής, το Cycle World, είχε δημοσιεύσει βιντεάκι από δυναμομέτρηση, χωρίς να δημοσιεύσει ούτε διάγραμμα ούτε στροφές ούτε τίποτα, και δήλωνε "297 ΗP στον τροχό". Η ίδια η Kawasaki δηλώνει 310ΗΡ/14.000 σε στάση και 326ΗΡ/14.000 με το Ram Air (όταν η μοτοσυκλέτα κινείται κοντά στην τελική της και το αποτέλεσμα της υπερπλήρωσης λόγω Ram Air είναι μέγιστο). Για το "απλό" Η2 ανακοινώνει 200 και 210 ίππους αντίστοιχα, στις 11.000 στροφές, και η έρευνα που κάναμε ανάμεσα στους Αμερικανούς βελτιωτές που ήδη έχουν περιποιηθεί το Η2 έδωσε αποτελέσματα ανάμεσα στα 198 και 204 ίππους στον τροχό (για τις νορμάλ μοτοσυκλέτες), οπότε το Η2 βγάζει όσα υπόσχεται. Από τις 11.000 της μέγιστης ισχύος του Η2 ως τις 14.000 του Η2R, μεσολαβούν τρεις χιλιάδες πολύ χρήσιμες στροφές, και με την υπερπλήρωση του κομπρέσορα που στις στροφές της μέγιστης ισχύος γυρίζει σχεδόν με 140.000 στροφές, οι προσδοκίες ήταν υψηλές.

Η πρώτη απόπειρα, στο δυναμόμετρο του Άκη Γεωργόπουλου όπου δυναμομετρούμε όλες μας τις μοτοσυκλέτες, αποδείχτηκε άκαρπη για τα υψηλότερα νούμερα που θα θέλαμε. Για αυτό και επιστρατεύσαμε την DNA Filters και την κατάσταση ήρθε να σώσει ο Ντίνος Νικολαΐδης, που ήταν και ο πρώτος που έφερε δυναμόμετρο στην Ελλάδα και όπου δυναμομετρούσαμε για πολλά χρόνια. Φυσικά, για την εξέλιξη των φίλτρων που κατασκευάζει στην Ελλάδα και πουλάει σε όλο τον κόσμο, συνεχίζει να έχει την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στα δυναμόμετρα Dynojet. . 

Τον θάλαμο του δυναμόμετρου τον βλέπετε στις φωτογραφίες: Στ’ αριστερά, η παροχή αέρα για την ψύξη της μοτοσυκλέτας, από πάνω της υπολογιστές και οθόνες. Στο πάτωμα, εγκιβωτισμένο, το τύμπανο και η βάση του δυναμόμετρου. Εκεί δένεται η μοτοσυκλέτα (και στην περίπτωση του Η2R, ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ) έτσι ώστε και να μην εκτοξευτεί τρυπώντας τοίχους αλλά και να μην σπινάρει το λάστιχο στο τύμπανο, κάτι που φαίνεται βέβαια αμέσως στο διάγραμμα. Δεξιά, οι σωλήνες απαγωγής των καυσαερίων.

Η διαδικασία είναι σχετικά απλή: Η μοτοσυκλέτα ζεσταίνεται, γίνονται μια-δυό δοκιμαστικές για να εξασφαλιστεί πως οι στροφές του κινητήρα καταγράφονται σωστά και πως δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα για την μέτρηση, και μετά ανοίγεται τέρμα το γκάζι (με τετάρτη αρχικά, κι έπειτα με πέμπτη ή και έκτη) από όσο πιο χαμηλές στροφές μπορεί να σηκώσει ο κινητήρας, και μένει εκεί μέχρι τον κόφτη. Το H2R σηκώνει τέρμα γκάζι από εκπληκτικά χαμηλές στροφές, μόλις πάνω από χίλιες! Το τι γίνεται από κει και πέρα όμως, είναι άλλο θέμα, και στην περίπτωσή μας περιγράφεται επακριβώς ως ο κακός χαμός. Μέσα στην καμπίνα, ακόμα και με ειδικά προστατευτικά για τα αφτιά, δέχεσαι μια τρομακτική ηχητική επίθεση, που σε κάνει να μορφάζεις και να πιέζεις ακόμα περισσότερο τα προστατευτικά στα αφτιά σου, καθώς σου φαίνεται απίστευτο να υπάρχει τόση ενέργεια, ακριβώς δίπλα σου. Τότε συνειδητοποιείς πως μέσα στον κινητήρα γίνεται πραγματική κόλαση, οι στροφές ανεβαίνουν, ανεβαίνουν, ανεβαίνουν, με την ελεύθερη εξάτμιση να βγάζει όλο και πιο οξύ ήχο μέχρι το κακάρισμα του κόφτη στις 14.100... Με το κλείσιμο του γκαζιού βγαίνει μια απίστευτη γαλάζια φλόγα από το τελικό, ενώ στις ταινίες έχουμε συνηθίσει οι δράκοι να βγάζουν κιτρινοκόκκινες φλόγες... Δεν υπάρχει εδώ η συνηθισμένη μυρωδιά καυσαερίων που έχουμε συνηθίσει σε άλλες μοτοσυκλέτες. Το "πράμα" είναι φτωχό από μίγμα, κάτι που η καυσανάλυση επιβεβαιώνει.

Πρώτη δυναμομέτρηση και ο σπιράλ σωλήνας απαγωγής καυσαερίων που είχε αντέξει εκατοντάδες άλλες δυναμομετρήσεις, απλά εξαϋλώνεται! Έμεινε μόνο το σύρμα...

 

Αλλαγή σωλήνα και πάμε πάλι. Όποιος στέκεται έξω από τον θάλαμο πρέπει να σπρώχνει τις διπλές πόρτες για να μην ανοίξουν, τέτοια είναι η πίεση εκεί μέσα, το Η2R τις τραντάζει δυνατά, λες και είναι ο δράκος Smaug που την πέφτει στις πύλες του Erebor, του βασιλείου των νάνων...

Το αποτέλεσμα; 255,5 ίπποι στις 11.800 στροφές, και 15,5 kgm ροπής. Είναι ό,τι πιο δυνατό  (παραγωγής) έχουμε ποτέ δυναμομετρήσει! Είναι όμως και μακριά από την ιπποδύναμη που δηλώνει η Kawasaki, σε αρκετά χαμηλότερες στροφές. Από κει και πάνω, κρεμάει, κι ενώ αν επιμείνεις στο γκάζι συνεχίζει να ανεβάζει στροφές μέχρι τον κόφτη στις 14.100, δεν παράγει περισσότερη ισχύ. Η Kawasaki, σε ένα απλό διάγραμμα που έχει δώσει στην δημοσιότητα, δείχνει μια "καμπύλη" απόδοσης που είναι σχεδόν ευθεία ως την μέγιστη ισχύ στις 14.000. To δικό μας H2R κρεμάει μετά τις 12.000. Τι γίνεται εδώ; Γιατί συμβαίνει αυτό; Κάτι δεν πάει καλά ή τόσους ίππους βγάζουν τα H2R στατικά, στο δυναμόμετρο; Όπως φαίνεται, ήμασταν οι πρώτοι στον κόσμο που θα το μαθαίναμε. Αρχίζω τα τηλέφωνα, και με την βοήθεια της ΤΕΟΜΟΤΟ φτάνω στον Daniel Jackson, τεχνικό guru της Kawasaki Europe, με έδρα την Αγγλία. Του περιγράφω τα αποτελέσματα, του λέω πως κρεμάει μετά τις δώδεκα και κάτι και δεν συνεχίζει απτόητο ως τον κόφτη όπως δείχνει το διάγραμμα της ίδιας της Kawasaki, του μεταφέρω την υποψία μου πως αυτή η μοτοσυκλέτα μπορεί και να είναι ρυθμισμένη διαφορετικά αφού μέχρι τώρα έχει πρωταγωνιστήσει σε διάφορες εκθέσεις ανά την Ευρώπη όπου την γκάζωναν στατικά για να συγκλονίζεται το κοινό από τον τρομερό ήχο και τις γαλάζιες φλόγες (και για αυτή τη χρήση δεν είχε καμία σημασία η μέγιστη ισχύς, και μπορεί να την είχαν περιορίσει με άλλη χαρτογράφηση). Πάνω στην κουβέντα, κι αφού μου εξηγεί πως κανείς δεν έχει παρέμβει στην χαρτογράφηση, πετάει την βόμβα: "Φυσικά, χρησιμοποιείτε αγωνιστικό καύσιμο, υποθέτω". Κόκαλο εγώ. "Μα αφού στο manual αναφέρει χρήση βενζίνης τουλάχιστον 95 οκτανίων, κι εμείς βάλαμε μια καλή κατοστάρα". "No, no, you need race fuel for dyno testing..." Άντε τώρα να του εξηγήσεις πως είναι Παρασκευή απόγευμα, βρίσκεσαι σε ένα υπόγειο στην βιομηχανική περιοχή της Ελευσίνας, και πως στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεις ένα βαρελάκι αγωνιστικό καύσιμο στα μαγαζιά, ειδικά μάλιστα όταν αυτά έχουν κλείσει. Στην Ελλάδα όμως όλα γίνονται, με λίγη βοήθεια από τους φίλους. Κι ένας φίλος του Μάριου Νικολαΐδη έτυχε να έχει αυτό που χρειαζόμασταν, κι ήταν διατεθειμένος να μας το δώσει!

 Σε λιγότερο από μισή ώρα, είχαμε στα χέρια μας ένα βαρελάκι VP Racing Fuel MS109, που σε άπταιστα αμερικάνικα έγραφε απέξω "makinpower!". Αυτό θέλουμε κι εμείς.

 

Φυσικά, απ’ έξω έγραφε και πως αυτό που έχει μέσα δεν πρέπει να το δεις, να το αναπνεύσεις, να το αγγίξεις και γενικώς πως θα σε στείλει αδιάβαστο αν έχεις πολλές παρτίδες μαζί του, άσε που πρέπει να το αδειάσεις μετά από το κύκλωμα τροφοδοσίας για να μη στο λιώσει! Για να ανεφοδιάσουμε το H2R με το νέο μας αθώο καύσιμο, χρειαζόταν να βγάλουμε το ρεζερβουάρ για να το αδειάσουμε από το παλιό. Έτσι, γίναμε οι πρώτοι άνθρωποι, μηχανικοί (δημοσιογράφοι, σίγουρα!), πείτε το όπως θέλετε, εκτός των μηχανικών της Kawasaki Japan, USA και Europe που θα λύναμε H2R. Για να βγει το ρεζερβουάρ χρειάζεται μια αρκετά μεγάλη διαδικασία, αλλά ευτυχώς υπήρχαν ήδη τα owner’s manual του H2R αλλά και το service manual του Η2. Ευλαβικά, ξεβιδώναμε βίδα βίδα τα ανθρακονημάτινα φυσικά χειροποίητα κομμάτια του φαίρινγκ (έλειπαν και δύο βίδες), αποκαλύπτοντας ό,τι υπήρχε από κάτω τους, και που άνθρωπος εκτός Kawasaki δεν είχε δει. Το H2R με αριθμό πλαισίου Α000023, το εικοστό τρίτο που φτιάχτηκε, ήταν σαφώς μοντέλο προπαραγωγής, από αυτά που έφτιαξε δηλαδή η Kawasaki για τις δικές της ανάγκες και χρήση, που χρησιμεύουν εκτός των άλλων και για την τελειοποίηση της διαδικασίας παραγωγής, πριν φτιαχτούν τα μηχανάκια που θα πωληθούν. Εδώ δεν μιλάμε για γραμμή παραγωγής, αλλά για ελάχιστους εξειδικευμένους ανθρώπους που συναρμολογούν ξεχωριστά την κάθε μοτοσυκλέτα. Και φαίνεται πως όταν φτιάχτηκε "η δική μας", η διαδικασία παραγωγής του carbon αεραγωγού από την εισαγωγή και το φίλτρο προς τον κομπρέσορα, δεν είχε τελειοποιηθεί ακόμα, τουλάχιστον όσο θα ήθελαν οι τελειομανείς Ιάπωνες

Υπήρχαν μικρές χαρτοταινίες με ιδεογράμματα, που όταν τις διάβασε ένας ακόμα φίλος, μάθαμε πως έλεγαν "μαύρο σημείο", εννοώντας πως σε κείνο το σημείο το φύλλο του ανθρακονήματος είχε κάνει μια μικρή λακουβίτσα που την γέμισε μετά η ρητίνη και δεν φαινόταν η πλέξη του!

 

Πως λένε ότι η ψυχή του ανθρώπου καθρεφτίζεται στα μάτια του; Αυτό δηλαδή σημαίνει πως όταν φτάσεις να βλέπεις μπροστά σου την φτερωτή του κομπρέσορα του Kawasaki, κοιτάς την ψυχή του ή την καρδιά του; Άστο καλύτερα, θα μπλέξουμε. Πίσω στα γκάζια. Τοποθέτηση ρεζερβουάρ (χρειάζεται να προσέξετε να λυγίσει το σωληνάκι της βενζίνης προς τα μπρος, που έχει χώρο, κι όχι προς τα πίσω, γιατί τσακίζει, το λέω για να μην την πατήσετε), αγωνιστικό καύσιμο μέσα, ξανά δέσιμο στο δυναμόμετρο, πάμε πάλι, να τα γκάζια, να το γνώριμο πια ουρλιαχτό, να οι γαλάζιες φλόγες, και... ναι! Με το νέο καύσιμο τα άλογα έγιναν δεκατρία περισσότερα, 268 έδειξε το Dynojet, ένα ακόμα νέο ρεκόρ δυναμομέτρησης ΜΟΤΟ, κυρίες κύριοι κι αγαπητά μας παιδιά, ιδού η πιο δυνατή μοτοσυκλέτα παραγωγής που έχει ποτέ υπάρξει, ζωντανή και κολασμένη μπροστά σας. Όποιος πει πως είναι λίγα, θα πέσει φωτιά να τον κάψει. Είναι όμως και 50 λιγότερα από αυτά που ανακοινώνει η Kawasaki, κι έπρεπε να σιγουρευτούμε, για να λέμε πως κάνουμε σωστά την δουλειά μας, πως το αποτέλεσμα της δυναμομέτρησής μας είναι μέσα στις προδιαγραφές της ίδιας της Kawasaki, και πως δεν έτρεχε τίποτα στραβό με το συγκεκριμένο H2R.

Ξεκινάει έτσι ένας νέος κύκλος επαφών μεταξύ ΜΟΤΟ – Kawasaki Europe και Kawasaki Japan, πάντα σύμφωνα με την ιεραρχία που τόσο σέβονται οι Ιάπωνες. Κι ενώ ήδη είχαμε οδηγήσει το H2R στο Τατόι, μετά από δύο σχεδόν βδομάδες, περιμένοντας ακόμη την απάντηση από το Akashi, βγαίνει η MCN στην Αγγλία (η εφημερίδα Motorcycle News), με δυναμομέτρηση H2R και δοκιμή του σε διάδρομο αεροδρομίου!

Τι είχε βγάλει στο δυναμόμετρο το δικό τους Η2R; (Και λέω το δικό τους, γιατί το τσέκαρα με τον αριθμό πλαισίου και σιγουρεύτηκα πως είχαν άλλη μοτοσυκλέτα κι όχι την ίδια με μας, την 023, οπότε θα σιγουρευόμασταν πως η δική μας ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα!). Απέδιδε λοιπόν 249,76 ίππους λίγο πάνω από τις 12.000, πολύ κοντά στη δική μας χωρίς το αγωνιστικό καύσιμο. Και αυτό το H2R κρέμαγε λίγο μετά τις δώδεκα, και δεν ανέβαζε μέχρι τις 14.000 ευθεία. Συγκρίνοντας τις καμπύλες απόδοσης των δύο σίγουρων δυναμομετρήσεων που ξέρουμε να υπάρχουν αυτή την στιγμή στον κόσμο, της δικής μας και της MCN, με το διάγραμμα που έχει δώσει η ίδια η Kawasaki, βλέπουμε πως αν προεκτείνουμε την σχεδόν ευθεία "καμπύλη" από τις δώδεκα ως τις 14.000, τότε θα είχαμε τους 310 ίππους που ανακοινώνει η Kawasaki, ή και παραπάνω! Επιπλέον, το κοντέρ του κρατάει στην μνήμη του την μέγιστη ταχύτητα που έχει πιάσει η μοτοσυκλέτα, κι έγραφε 356, ταχύτητα που μόνο μοτοσυκλέτες MotoGP πιάνουν, ακόμα κι αν υπολογίσουμε την απώλεια του κοντέρ, που εμείς γνωρίζουμε πόση είναι. Μέχρι τώρα λοιπόν τα δεδομένα μας και οι μετρήσεις μας λένε πως στο δυναμόμετρο η απόδοση του H2R είναι όντως αυτή που μετρήσαμε, και πως στο δρόμο, όχι, στο Τατόι, είναι επίσης – αλλοίμονο! – η πιο γρήγορη μοτοσυκλέτα που έχουμε μετρήσει ποτέ, μακάρι να ήταν διπλάσιος ο διάδρομος για να δούμε και την τελική της! Γιατί εκεί, με τη μια ταχύτητα να γεμίζει μετά την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό, και τις στροφές να ανεβαίνουν άνετα ως τον κόφτη στις 14.100, και με την κάμερα πάνω στο ρεζερβουάρ να καταγράφει το κοντέρ να ανεβαίνει άνετα στα 338 (χωρίς ο αναβάτης να μπορεί να κρυφτεί τελείως πίσω από το φαίρινγκ, τίποτα δεν έδειχνε πτώση ιπποδύναμης μετά τις 12.300, το αντίθετο μάλιστα... Για να ολοκληρωθεί το θέμα της δυναμομέτρησης, και να είμαστε 100% σίγουροι πως τα αποτελέσματα είναι σωστά, έπρεπε να περιμένουμε και την απάντηση της Kawasaki Japan, που ήρθε μέσω Kawasaki Europe και ΤΕΟΜΟΤΟ. Και ήρθε:

"Το Ninja H2R έχει εξελιχθεί σε δυναμόμετρο πάγκου, που μετρά την απόδοση ισχύος στον στρόφαλο, με τον κινητήρα ως αυτόνομη μονάδα, τοποθετημένο σε ειδική βάση. Τυπικά, ο κινητήρας ενός Ninja H2R γνωρίζουμε πως παράγει περίπου 310 ίππους στον στρόφαλο, σε ελεγχόμενες συνθήκες, χρησιμοποιώντας τον συγκεκριμένο τύπο δυναμόμετρου, χωρίς επίδραση από το Ram Air. Υπολογίζοντας την αποδεκτή απώλεια ισχύος από το σύστημα μετάδοσης, ένα τυπικό δυναμόμετρο τυμπάνου θα μπορεί να δώσει ένα αποτέλεσμα μεταξύ 250 και 260 ίππων στον τροχό, στις κανονικές συνθήκες του θαλάμου του, με ελάχιστο ή καθόλου Ram Air. Η Kawasaki δεν μπορεί να αξιολογήσει αποτελέσματα συγκεκριμένων δυναμομετρήσεων, καθώς οι τοπικές συνθήκες και τα διαφορετικά δυναμόμετρα μπορεί να δώσουν σημαντικές αποκλίσεις."

 

Έτσι, ακόμα κι αν – απολύτως λογικά – η Kawasaki Japan δεν μπορεί να αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μία δυναμομέτρηση που θα γίνει στον κόσμο, επιβεβαιώνει πως τα αποτελέσματα της δυναμομέτρησης του ΜΟΤΟ είναι μέσα στις προδιαγραφές της, δηλαδή σωστά. Και καθώς η ίδια ανακοινώνει πως με το Ram Air σε πλήρη λειτουργία, όπως γίνεται όταν ταμπουρωμένος πίσω από το φαίρινγκ διακτινίζεσαι προς την τελική της, έχεις 16 παραπάνω άλογα, δηλαδή πάνω από 280 εντελώς άγρια καθαρόαιμα άλογα στον τροχό, επί ελληνικού εδάφους, στην ιστορική ευθεία του Τατοΐου, σούζα με πάνω από 270... Καθόλου άσχημα.

 

Η ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

 

Με αγωνιστικό καύσιμο 109 οκτανίων

Ισχύς: 268 HP / 12.300

Ροπή: 15,9 kgm / 12.200

 

Με 100στάρα βενζίνη πρατηρίου

Ισχύς: 255,5 HP / 11.800

Ροπή: 15,5 kgm / 11.900

 

Η καλύτερη απόδειξη για την άψογη απόδοση του κομπρέσορα είναι πως αυτός ο κινητήρας σηκώνει φορτίο ήδη λίγο πάνω από τις χίλιες στροφές, με πολύ καλή απόκριση στο γκάζι παντού. Ανεβάζει γραμμικά ως τις 6.000, και φουσκώνει μετά τις 6.300... Για άλλες 6.000 στροφές, έχεις να απολαύσεις την απόλυτη ισχύ, που ως γνωστόν διαφθείρει και απόλυτα... Ήδη, στις 10.000 έχει 200 ίππους στον τροχό, για να φτάσει τους 250 στις 12.000, κι έχει κι άλλο! Φυσικά, η ροπή δεν πάει πίσω, και ήδη από τις 6.000 έχει πάνω από 10 χιλιογραμμόμετρα, για να φτάσει τα 15 στις 12.000. Οι πραγματικές δυνατότητες αυτού του κινητήρα φαίνονται αν προεκτείνει κανείς την ευθεία της απόλυτα γραμμικής απόδοσης από τις 8.000 και πάνω: Στις 14.000 θα έχει τους 310 ίππους στον τροχό που υπόσχεται η Kawasaki. Απ’ ότι φαίνεται όμως, όταν η μοτοσυκλέτα δοκιμάζεται στατικά στο δυναμόμετρο, οι αναρίθμητοι αισθητήρες που έχει καταλαβαίνουν πως η μοτοσυκλέτα δεν τρέχει ελεύθερη στον ανοιχτό διάδρομο του αεροδρομίου, και την περιορίζουν, κλείνοντας τις πεταλούδες του ride by wire ψεκασμού και αλλάζοντας αβάνς και τροφοδοσία. Και στην δυναμομέτρηση του H2R από την MCN στην Αγγλία τα αποτελέσματα ήταν ίδια, κάτι που επιβεβαιώνει πως μιλάμε για την πρώτη μοτοσυκλέτα που καταλαβαίνει πως είναι ακίνητη και μειώνει την απόλυτη ισχύ της.

 

Σημειωμένη πάνω στην καμπύλη ισχύος, η απόδοση μοτοσυκλετών – σταθμών για την ιστορία της Kawasaki, από το 1966 ως σήμερα. Εκατό ίπποι στον τροχό παραπάνω από τα ΖΧ-12R και ΖΖR1400, 237 παραπάνω από το πολύ γρήγορο για την εποχή του Samurai, 170 παραπάνω από το φοβερό και τρομερό GPz1100 που πέρναγε και μέναμε με το στόμα ανοιχτό...

Τεχνική ανάλυση:

Ninja H2R compressor-ολογίες

 

Compressor power

 

Kawasaki city, Akashi, Japan: Η αχανής βιομηχανική περιοχή της Kawasaki Heavy Industries. Κινητήρες jet, μαχητικά αεροσκάφη, τάνκερ, υποβρύχια, βιομηχανικά ρομπότ, τρένα, γέφυρες... και μοτοσυκλέτες. Σε ένα εργαστήριο, μακριά από τις γραμμές παραγωγής, δύο μόνο συγκεκριμένοι άνθρωποι μοντάρουν τους κομπρέσορες για τα Η2 και H2R, που σύντομα θα γυρίζουν στις 140.000 στροφές

Παραδοσιακά, το όνομα της Kawasaki συνδέεται με γκάζια και τελικές. Από το μοναδικό  Samurai, το δικύλινδρο 250 Α1 του 1966 με τα 31 ζωηρά άλογα έως τα αφηνιασμένα του H2R, τα χρονόμετρα και τα κοντέρ ήταν λίγο-πολύ μονοπώλιο της Kawasaki. H ίδια λέει πως ονόμασε Η2 τα δύο κομπρεσοράτα της μοντέλα προς τιμήν του τρικύλινδρου Η2 750 του 1971 με τους 74 ίππους, το οποίο είχε και αγωνιστικές εκδόσεις, αλλά πολύ πιο πρόσφατα, το 1994, η Kawasaki συμμετείχε καθοριστικά στο Ιαπωνικό διαστημικό πρόγραμμα που είχε ως αποτέλεσμα την εκτόξευση του πυραύλου... Η-2. Έτσι κι αλλιώς, οι αναβάτες της εποχής θυμούνται πως το 750 ήταν πιο γλυκό μηχανάκι, ενώ το τρικύλινδρο 500 ήταν απότομο, κερδίζοντας το βραβείο παροχής πελατών στο ΚΑΤ και τα θυμαράκια.

Η μοτοσυκλέτα όμως που την έβαλε στο χάρτη ως κατασκευαστή επιδόσεων, ήταν το Ζ900 του ’72, που είχε 72 ίππους στον τροχό. Σήμερα, φαντάζουν απελπιστικά λίγοι. Τότε, όπως μου είπε αναβάτης που το είχε καινούργιο, η εμπειρία της οδήγησής του περιγραφόταν πολύ καλά με την φράση "μας είχε φύγει το σκατό". Όλα σχετικά είναι. Για τα πλαίσια, τα λάστιχα, τις αναρτήσεις και τα φρένα της εποχής, τα 72 άλογα ήταν πολλά. Σήμερα, καβαλάς το H2R και το στήσιμο της μοτοσυκλέτας με την βοήθεια των ηλεκτρονικών της κάνουν κουμάντο μια χαρά 272 άλογα, όχι 72.

Η προηγούμενη εμπλοκή της Kawasaki με υπερτροφοδότη ήταν το 1983, όταν είχε παρουσιάσει το GPz750 turbo. Απότομο κι αυτό, με περιορισμένο εύρος ισχύος, και άρα δυσκολοδήγητο, δεν είχε συνέχεια, δεν άφησε απογόνους.

 Πολύ αργότερα, όταν η Kawasaki είχε την ιδέα να φτιάξει ένα χιλιάρι με κομπρέσορα, απευθύνθηκε στους μεγαλύτερους κατασκευαστές υπερτροφοδοτών του κόσμου, δίνοντας τις προδιαγραφές της: "Αυτές οι διαστάσεις, για αυτά τα κυβικά, χωρίς intercooler, και να γυρίζει επί δέκα για να βγάζει και τόσα άλογα". Όλοι της απάντησαν πως δεν μπορούν να το κάνουν. Εντάξει, είπαν κι εκείνοι, έτσι ρωτήσαμε για να βεβαιωθούμε, όλα μόνοι μας πρέπει να τα κάνουμε... Το "μόνοι" μας σήμαινε πως με την συνεργασία του τμήματος αεροδιαστημικής, του τμήματος κινητήρων jet και του τμήματος Εταιρικής Τεχνολογίας, σχεδίασαν έναν φυγοκεντρικό κομπρέσορα που παρά τις ελάχιστες διαστάσεις του μπορεί να παρέχει πάνω από 200 λίτρα αέρα το δευτερόλεπτο, με μέγιστη ταχύτητα αέρα εισαγωγής 100 μέτρα το δευτερόλεπτο: Ο αέρας από τον κομπρέσορα προς το φιλτροκούτι έχει μέγιστη ταχύτητα 360 χιλιόμετρα την ώρα! Καταλαβαίνουμε πως όταν το H2R κινείται με πάνω από 300 km/h, η δουλειά του κομπρέσορα γίνεται αρκετά πιο εύκολη, με τον αέρα να μπαίνει με πίεση από τις διπλές μπούκες προς το φιλτροκούτι. Έτσι κι αλλιώς, το στάνταρ φίλτρο είναι πολύ ελεύθερο γιατί κάνει μόνο ένα χοντρικό φιλτράρισμα (ζουζούνια, πετραδάκια, σπουργίτια).

Με την μέγιστη αύξηση της πίεσης σε σχέση με την ατμοσφαιρική να είναι 2,4 (εμείς καταγράψαμε 24,5 psi ή 1,66 bar), καταλαβαίνετε γιατί το φιλτροκούτι είναι αλουμινένιο και γιατί οι μεταβολές της πίεσης εκεί τραντάζουν ολόκληρο το ρεζερβουάρ όταν γκαζώνεις το Η2R!

Στόχος της Kawasaki δεν ήταν μόνο η απόλυτη ισχύς, αλλά και η κορυφαία επιτάχυνση και απόκριση στο γκάζι. Γι’ αυτό και επιλέχθηκε ο φυγοκεντρικός κομπρέσορας, που μπορεί να υπερτροφοδοτεί τον κινητήρα αποτελεσματικά από τις πολύ χαμηλές στροφές. Η Kawasaki λέει πως ο κομπρέσορας δεν ζεσταίνει πολύ τον εισερχόμενο αέρα (εμείς μετρήσαμε όμως θερμοκρασία εισαγωγής 72 βαθμών Κελσίου) οπότε δεν χρειάζεται και intercooler. Ο κυριότερος λόγος όμως πρέπει να είναι πως το intercooler χρειάζεται χώρο, που δεν υπάρχει σε μια μοτοσυκλέτα. Ο ψεκασμός νερού όμως μπορεί να βολευτεί πιο εύκολα...   

Η κατασκευή του όλου συστήματος του κομπρέσορα είναι ό,τι πιο προηγμένο υπάρχει. Ένιωσα δέος όταν βγάζοντας τον αεραγωγό του Ram Air, αντίκρισα την μικροσκοπική φτερωτή, που έχει διάμετρο μόλις 69 mm, ακρίβεις μικρών στην κατεργασία της κι έξι πτερύγια στο άκρο της, δώδεκα στη βάση. Για να φτιαχτεί, το τρισδιάστατο CNC κοπτικό τρώει υπομονετικά ένα μασίφ κομμάτι σφυρήλατου αλουμινίου, για να φτιάξει τελικά αυτό το ιμπελεράκι - κόσμημα. Ο άξονάς του εδράζεται σε κεραμικά ρουλεμάν, ενώ όλη η διάταξη μαζί "πλέει" σε ένα φιλμ λαδιού που φροντίζει για την απόσβεση των κραδασμών και την ευθυγράμμισή του. Το τμήμα αεροδιαστημικής της Kawasaki αποφάσισε πως η σχέση μετάδοσης από τον στρόφαλο στον άξονα της φτερωτής θα πρέπει να είναι 9,81:1, δηλαδή για κάθε μία περιστροφή του στροφάλου η φτερωτή θα γυρίζει 9,81 φορές. Για να γίνει αυτό, ένας ενδιάμεσος άξονας παίρνει κίνηση από το έκτο μάγουλο του στροφάλου (που έχει γίνει γρανάζι), κι από κει με αλυσίδα η κίνηση φτάνει στο επίπεδο του κομπρέσορα. Για να υπάρξει όμως ο αναγκαίος υποπολαπλασιασμός, μεσολαβεί ένα πλανητικό κιβώτιο τεσσάρων γραναζιών. Η αλυσίδα μετάδοσης λιπαίνεται με μπεκ λαδιού, κι όλο το σύστημα με το ίδιο το λάδι του κινητήρα. Αντίστοιχη προσοχή στην λίπανση αλλά και την ψύξη έχει δοθεί και στα πιστόνια: Ένα μπεκ λαδιού ψεκάζει το κάτω μέρος του πιστονιού, ενώ ένα δεύτερο συνέχεια ψεκάζει λάδι στην μεριά του πιστονιού προς την βαλβίδα εξαγωγής, για να το κρυώνει.

Από τον κομπρέσορα, μέσω ενός κολλάρου σιλικόνης, ο συμπιεσμένος αέρας φτάνει στο άκαμπτο αλουμινένιο φιλτροκούτι, όπου τον περιμένουν με ανοιχτό το στόμα οι τέσσερις εισαγωγές, καλυμμένες με λεπτό ατσάλινο πλέγμα, που πάνω του ψεκάζουν καύσιμο τα μπεκ. Καλά όλα αυτά, όσο ο αναβάτης έχει ανοιχτό το γκάζι κι επιταχύνει. Τι γίνεται όμως όταν κλείσει το γκάζι; Ευτυχώς, υπάρχει βαλβίδα ανακούφισης, που εκτονώνει την πίεση από το φιλτροκούτι, αλλιώς θα εμφανίζονταν κραδασμοί στον άξονα της φτερωτής, η οποία θα καταστρεφόταν.

Τα ηλεκτρονικά του H2R είναι κι αυτά τόσο προηγμένα, που όχι μόνο προστατεύουν ως μαγικά χέρια τον αναβάτη, και κάνουν την μοτοσυκλέτα οδηγήσιμη, αλλά προστατεύουν και τον κινητήρα, ακόμα κι από κακή ποιότητα καυσίμου: Με τον αισθητήρα προανάφλεξης που έχει, αφήνει τον κινητήρα να αποδώσει μόνο μέχρι το σημείο που αρχίζει η προανάφλεξη, και μετά τον κόβει για να τον προστατεύσει. Όπως είδαμε, το ίδιο κάνει και όταν η μοτοσυκλέτα είναι στατική, στο δυναμόμετρο, αφού δεν υπάρχει στις επιλογές της κεντρικής μονάδας "dyno mode".

Η Kawasaki είναι τόσο σίγουρη για την αξιοπιστία του κομπρέσορα αλλά και συνολικά του κινητήρα, που μεταξύ σοβαρού και αστείου έχει δηλώσει στους αντιπροσώπους της πως αποκλείεται να υπάρξει θέμα βλάβης, και πως αν τεθεί θέμα εγγύησης για επισκευή, θα φταίει άλλος, όχι η ίδια! Απ’ την άλλη, η σοβαρή συντήρηση που απαιτεί το H2R γίνεται ακριβώς για να εξασφαλίσει την αξιοπιστία και την απόδοσή του. Βέβαια, όταν ακούς πως κάθε 30 ώρες λειτουργίας πάνω από τις 8.000 στροφές θέλει λύσιμο ο κινητήρας (διαβάστε παρακάτω τι αλλάζεται) και κάθε 60 πάλι λύσιμο για μπιέλες, δεν σκέφτεσαι πως 60 ώρες ΠΑΝΩ από τις 8.000 στροφές είναι πολύς καιρός, σκέφτεσαι τα έξοδα και το λύσε-δέσε. Αλλά όταν πληρώνεις 55.000 ευρώ για μια μοτοσυκλέτα ειδικής χρήσης, δεν μπορεί να μην έχεις χρήματα για την συντήρηση...

Κάτω από την σέλα, έκπληκτος είδα πως υπάρχει τσαντάκι με εργαλεία, συν το ειδικό εργαλείο για την ρύθμιση της αλυσίδας. Κι όμως, ενώ στο owner’s manual του H2R εξηγείται αναλυτικά το πως ο ιδιοκτήτης θα ρυθμίσει την αλυσίδα, η Kawasaki έχει εκδώσει οδηγία προς τους αντιπροσώπους της, τονίζοντας πως μόνο οι dealer επιτρέπεται να ρυθμίσουν την αλυσίδα! 

Πέρα από την όποια αγωνία της μαμάς Kawasaki για το νέο της παιδί, το γεγονός είναι πως με την συνέργεια των διάφορων τμημάτων της Kawasaki Heavy Industries, n H2R αποτελεί μια δήλωση τεχνολογικής υπεροχής, κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχε κάνει η Honda με την ΝR. Mόνο που εδώ μιλάμε όχι μόνο για την πιο προηγμένη τεχνολογικά, αλλά και την πιο ισχυρή, την πιο γρήγορη μοτοσυκλέτα παραγωγής του κόσμου. Εξίσου σημαντικό είναι πως η Kawasaki τόλμησε να το κάνει, βγάζοντας παράλληλα και την Η2, την έκδοση δρόμου, που έχει "μαμά" 200 ίππους στον τροχό. Επιπλέον, όπως ήδη έχουν ανακαλύψει οι αμερικανοί βελτιωτές, όπως η Guhl Motors που φτιάχνει το Η2 του κορυφαίου ντραγκστερά Rickey Gadson, η H2 των 25.000 ευρώ με ανοιχτή εξάτμιση, άλλη χαρτογράφηση (παρόμοια με του H2R) και συγκεκριμένα, ελληνικό φίλτρο αέρα DNA, βγάζει 242 ίππους στον τροχό! Και από τον κινητήρα H2R που φοράει η μοτοσυκλέτα του Rickey Gadson (αλλά με την περιοριστική, μικρή εισαγωγή του H2), κατάφεραν να βγάλουν 301 ίππους στον τροχό, ανεβάζοντας το όριο στροφών στις 15.000! Όρεξη και γνώσεις να έχεις δηλαδή, κι από άλογα άλλο καλό, βρίσκονται! Δεν υπάρχει ακόμα πουθενά στον κόσμο H2R "βελτιωμένο", για να μάθουμε πόσους ίππους θα μπορούσε να βγάλει αν ανέβαζε 15.500 στροφές. Η απλή προέκταση του διαγράμματος της δυναμομέτρησης προβλέπει 370 ίππους...

Ο δράκος θέλει και συντήρηση

Η κεντρική μονάδα του Η2 καταγράφει τις ώρες λειτουργίας του κινητήρα πάνω από τις  8.000 στροφές. Κι ανάλογα, προειδοποιεί για την συντήρηση...

service 1 κάθε 15 ώρες

αλλαγή λαδιών, έλεγχος φίλτρου αέρα, συμπλέκτη, αλυσίδας και γραναζιών κομπρέσορα, αξονικών ανοχών φτερωτής κομπρέσορα

 

service 2 κάθε 30 ώρες

αλλαγή λαδιών και (ετοιμαστείτε...), αλλαγή πιστονιών, ελατηρίων και πείρων, έλεγχος στροφάλου, αλλαγή κουζινέτων στροφάλου και μπιελών, αλλαγή αλυσίδας κίνησης, έλεγχος καδένας εκκεντροφόρων, διακένου βαλβίδων, έλεγχος των ίδιων των βαλβίδων εξαγωγής, των εδρών τους και των ελατηρίων τους.

 

και κάθε 60 ώρες...

Αλλαγή βαλβίδων εξαγωγής και μπιελών

 

 

Οι ισχυρότερες μοτοσυκλέτες της Kawasaki στην ιστορία της

 

1966 A1 Samurai (250) 31HP*

1968 H1 500 Mach III  60HP*

1971 Η2 750 Μach IV  74HP*

1972 Z1 900  72HP

1979 Z1300  120HP

1982 GPz1100  102HP

1984 GPz900R  94HP

1988 ZX-10  123HP

1990 ZZ-R 1100  133HP

2000 ZX-12R  164HP

2006 ZZR1400 167HP

2015 Ninja H2R  262HP

 

(*) Στοιχεία εργοστασίου. Οι υπόλοιπες ιπποδυνάμεις προέρχονται από δυναμομετρήσεις του περιοδικού Motosprint (ως το 1990), οι υπόλοιπες δικές μας