Honda GTR 150: H VIDEO - Δοκιμή, που μας δίχασε!

Γιατί το super-παπί της Honda δεν είναι μόνο για κόντρες
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

27/3/2019

Οδηγήσαμε το νέο Honda GTR150 σε πίστα, σε ταξίδι, στην πόλη, το ζυγίσαμε και το δυναμομετρήσαμε και με όλα αυτά κάθε φορά ακούγαμε και διαβάζαμε πολλές και διαμετρικά αντίθετες απόψεις για το καινούριο εξατάχυτο super-παπί της Honda. Για κάποιους είναι το υπέρτατο παπί. Το καλύτερο του κόσμου! Για κάποιους άλλους όμως, δεν είναι καν παπί!

Λογικό να συμβαίνει αυτό, διότι όλα αυτά τα χρόνια τα παπιά έχουν παίξει πολλούς ρόλους μέσα στον ελληνικό μοτοσυκλετισμό. Συνήθως η προσωπικότητα του ιδιοκτήτη ήταν αυτή που άλλαζε τον χαρακτήρα τους. Ανάλογα με την ηλικία και τις προσωπικές του ανάγκες, ο ιδιοκτήτης ενός παπιού χρησιμοποιούσε και “έφτιαχνε” το παπί στα μέτρα του. Όσο εύκολο είναι να δεις στο δρόμο ένα νορμάλ παπί, άλλο τόσο εύκολο είναι να δεις και ένα “πειραγμένο” με εξαρτήματα που κοστίζουν σχεδόν όσο μια μεγάλη μοτοσυκλέτα.

Αυτή ήταν μέχρι σήμερα η ελληνική πραγματικότητα γύρω από τα παπιά. Όμως σε ένα άλλο σημείο του πλανήτη και συγκεκριμένα στις χώρες της Ασίας, τα παπιά είναι συνώνυμα με τον μοτοσυκλετισμό και όχι απλώς ένα μέρος αυτού όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Εκεί δεν υπάρχει μόνο ένα είδος παπιού. Τα παπιά που σχεδιάζονται για τις χώρες της Ασίας έχουν ειδικό σκοπό. Υπάρχουν κατηγορίες παπιών, ακριβώς όπως έχουν οι μεγάλες μοτοσυκλέτες στον υπόλοιπο κόσμο. Έχουν παπιά touring, παπιά on-off και φυσικά έχουν πολλά supersport παπιά, που κάθε χρόνο βλέπουμε να τα οδηγούν ο Rossi και ο Marquez όταν πάνε εκεί για τις παρουσιάσεις των ομάδων τους.

Προφανώς ένα παπί που έχει υγρόψυκτο κινητήρα με 2 επικεφαλείς εκκεντροφόρους δεν πρόκειται να κάνει τα ίδια λεφτά με ένα αερόψυκτο διβάλβιδο. Έτσι στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης τα παπιά εξαφανίστηκαν από την έτσι κι αλλιώς μικρή αγορά τους, πλην της δικής μας, καθώς τα εργοστάσια σταμάτησαν να ασχολούνται με την προσαρμογή των κινητήρων τους στις προδιαγραφές ρύπων της Ε.Ε. για τα λίγα συνολικά νούμερα που θα πουλούσαν...

Στην Ελλάδα το παπί έχει μεγάλη ιστορία και άντεξε την επίθεση από τα μικρά scooter, όμως και πάλι οι προδιαγραφές Euro 4 εκτόξευσαν τις τιμές τους. Τα μοντέλα που μπορούσες να βρεις καινούρια στην ελληνική αγορά μειώθηκαν στο ελάχιστο, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, οι ελληνικές αντιπροσωπείες το πάλεψαν όσο μπορούσαν και μάλλον τα κατάφεραν. Και φυσικά καλό για εμάς, κακό για εκείνους, το κατάφεραν όλοι μαζί. Από φέτος όμως, στην ελληνική αγορά ήρθαν και ορισμένα τέτοια μοντέλα παπιών που έχουν σχεδιαστεί για να καλύψουν συγκεκριμένες ανάγκες και να ικανοποιήσουν συγκεκριμένα γούστα. Εξ ορισμού η έννοια της εξειδίκευσης μοιάζει παράταιρη με την φιλοσοφία του πρώτου παπιού που σχεδίασε η Honda και σκοπό είχε να καλύψει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος χρήσεων.  Έτσι δεν είναι παράξενο που κάποιοι βλέπουν το GTR 150 με καχυποψία και κάποιοι άλλοι ως το απόλυτο παπί που έχει φτιάξει η Honda έως σήμερα. 

Από το ένα άκρο στο άλλο δηλαδή, οπότε είπαμε να  μπούμε στο… πετσί του ρόλου και να φτιάξουμε ένα video που να δίνει απαντήσεις σε αυτή την αντιπαράθεση. Με τη βοήθεια των επαγγελματικών οργάνων μετρήσεων του περιοδικού ΜΟΤΟ, έχουμε στα χέρια μας τους αριθμούς για να βάλουμε σε μια τάξη… τα νούμερα. Άραγε είναι μόνο για κόντρες όπως υποστηρίζουν κάποιοι; Κι αν όντως είναι μόνο για κόντρες, πόσο καλό είναι. Για όλα αυτά μία γεύση ακολουθεί πιο κάτω, ενώ αναλυτικά και τεκμηριωμένα την άποψή μας, θα την βρείτε στο επόμενο τεύχος του MOTO, το 1ης Απριλίου! Έτσι λοιπόν όπως το οδηγήσαμε πολύ και σε κάθε είδους δρόμο, προσπαθώντας να “αποκρυπτογραφήσουμε” τη συνολική προσωπικότητα του Honda GTR 150. Κυρίως την πρακτική πλευρά του δηλαδή και πώς οι επιδόσεις του κινητήρα και η ύπαρξη συμβατικού συμπλέκτη επηρεάζει την πρακτικότητα για την οποία συνήθως αγοράσει κάποιος ένα παπί. 

Δείτε το VIDEO:

 

Ετικέτες

Δοκιμή μακράς διάρκειας: Με το CFMOTO NK 250 στην πίστα των Σερρών

Σοβαρή διασκέδαση!
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

29/12/2020

Μετά την πλήρως αποτυχημένη προσπάθειά μας να διαλύσουμε στους χωματόδρομους της Ρουμανίας το CFMOTO 650 MT, ήρθε η σειρά του “μικρού” ΝΚ 250 να κάνει στα χέρια μας πράγματα που κανείς από τους σχεδιαστές του δεν είχε φανταστεί, αλλά και να αποδείξει πως η CFMΟΤΟ διαφέρει από τις υπόλοιπες κινέζικες εταιρείες. Το πρώτο από αυτά ήταν να το βάλουμε στην πίστα των Σερρών και να το… χρονομετρήσουμε! Λέμε το πρώτο, διότι το NK 250 θα μείνει για αρκετό καιρό μαζί μας και το περιμένουν αρκετές "κακουχίες" ακόμα.

Όσοι δεν έχουν τρέξει σε αγώνες με μικρού κυβισμού μοτοσυκλέτες θα δυσκολευτούν να καταλάβουν πόση πλάκα έχει να οδηγείς σε μεγάλες πίστες. Όταν δεν έχεις τη βοήθεια των μεγάλων ιπποδυνάμεων να διορθώνουν τα οδηγικά σου λάθη, ακόμα και οι ευθείες έχουν τεράστιο ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα αυτές, αφού πρέπει να “συμμαζέψεις” όσο καλύτερα γίνεται το σώμα σου, μειώνοντας στο ελάχιστο την αεροδυναμική αντίσταση.

Ακόμα κι αν έχεις λίγο πιο ανοιχτούς τους αγκώνες των χεριών σου στο τιμόνι, θα χάσεις πολύτιμα χιλιομετράκια έως το τέλος της ευθείας. Σε αντίθεση με τις μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτες που απαιτούν σωματική δύναμη, αντοχή και ταχύτητα αντιδράσεων μέσα στην πίστα, στις μοτοσυκλέτες σαν το NK 250 τα πάντα εξαρτούνται από την ταχύτητα σκέψης. Αν νομίζεις πως οι μικρότερες ταχύτητες που πιάνει το NK 250 θα σου δώσουν άφθονο χρόνο να σκεφτείς, θα την πατήσεις. Κάθε εκατοστό της πίστας είναι σημαντικό με αυτές τις μοτοσυκλέτες και συνεχώς θα πρέπει να κάνεις τη σωστή επιλογή ανάμεσα στην απλωτή γραμμή με την υψηλότερη ταχύτητα ή την πιο κλειστή γραμμή με τα λιγότερα μέτρα. Δέκα πόντους πιο δεξιά ή δέκα πόντους πιο αριστερά στην είσοδο της στροφής σου κοστίζουν ολόκληρα δευτερόλεπτα.

Στόχος να σπάσουμε το φράγμα του 1:50

Όσο οδηγείς το NK 250 χωρίς να κοιτάς τον χρόνο, τα πράγματα είναι όντως πολύ βαρετά μέσα στην πίστα των Σερρών. Η ευθεία μοιάζει ατελείωτη και στις εξόδους των στροφών δεν υπάρχει η ροπή και η ιπποδύναμη για να ενθουσιαστείς με κάτι. Όμως αν μπεις στο τριπάκι του χρονόμετρου, τότε τα πράγματα αλλάζουν πάρα πολύ. Με το εντελώς normal Yamaha R3 και ποιοτικά ελαστικά δρόμου της Michelin, είχαμε γυρολόγιο μεταξύ 1:42 και 1:43 (τα R3 με το αγωνιστικό κιτ σε κινητήρα και αναρτήσεις και semi-slick λάστιχα κάνουν απίστευτους χρόνους, πολύ κάτω από το 1:30), οπότε για το μονοκύλινδρο NK 250 θεωρήσαμε ως δίκαιο στόχο να σπάσουμε το φράγμα του 1:50.

Από εκείνη τη στιγμή, η οδήγηση μιας μικρής μοτοσυκλέτας σαν το NK 250 στην πίστα των Σερρών αρχίζει και γίνεται σοβαρή διασκέδαση. Ο χαρακτηρισμός “σοβαρή” δεν αφορά μόνο τις οδηγικές γνώσεις που πρέπει να επιστρατεύσεις για να μην του κόψεις τη φόρα, αλλά και το θάρρος που απαιτείται στις εισόδους των στροφών. Έτσι, από εκεί που κάνοντας απλώς μια γρήγορη βόλτα κατέβαζες σε 5η ή ακόμα και 4η στις πιο κλειστές στροφές για να βγεις με αξιοπρέπεια στις εξόδους, όταν κυνηγάς τον χρόνο δεν έχεις την πολυτέλεια να διαλέξεις ποια σχέση βολεύει εσένα, αλλά αντιθέτως πρέπει να στρίψεις με όση φόρα βολεύει τον κινητήρα για να βγει γρήγορα από τη στροφή με 6η... Με άλλα λόγια, αν δεις πως η 6η ρίχνει υπερβολικά χαμηλά τις στροφές του κινητήρα σε κάποια στροφή, τότε στον επόμενο γύρο ΔΕΝ κατεβάζεις σε 5η αλλά μπαίνεις με ακόμα περισσότερη φόρα ώστε να μην πέσουν τόσο χαμηλά οι στροφές του κινητήρα.

Σε αυτές τις μοτοσυκλέτες δεν υπάρχει η φράση “δεν μπορεί να στρίψει με 6η”, υπάρχει μόνο η φράση “εγώ δεν μπορώ να το στρίψω με 6η”. Γι΄αυτό και σε ορισμένες στροφές, όπως η K5 και το τριπλό εσάκι που ακολουθεί, χρειάζεται πιο πολύ θάρρος και εμπειρία για να περάσεις γρήγορα με το ελαφρύ και ευέλικτο NK 250, παρά με τις μεγάλες supersport μοτοσυκλέτες που τα άλογα περισσεύουν για να μην χάσεις την φόρα σου. Κι όταν βγεις στην ευθεία, πρέπει να κάνεις ό,τι περνάει από το χέρι σου για να δείξει πάνω από 140km/h το κοντέρ.

Τα φρένα φυσικά δεν κουράζονται, αφού βασικός στόχος είναι… να μην τα πατάς! Τουλάχιστον όχι πριν φτάσεις λίγα μέτρα από το σημείο εισόδου της στροφής. Γι΄αυτό και δεν ενοχλεί σε αυτή την πίστα η σπογγώδης αίσθηση της μανέτας του εμπρός φρένου. Εκείνο που ενοχλεί είναι η ευκολία με την οποία βρίσκουν κάτω τα μαρσπιέ. Ευτυχώς όμως δεν υπάρχει κάποιο σταθερό εξάρτημα που να εξέχει, οπότε δεν υπάρχει και ο κίνδυνος να ακουμπήσει στην άσφαλτο και να σηκώσει τη μοτοσυκλέτα στο κέντρο της στροφής απροειδοποίητα.

Τα ελαστικά της CST δεν είχαν πρόβλημα με την δροσερή άσφαλτο της πίστας, οπότε μετά από 10 συνεχόμενους γύρους, το χρονόμετρο στο κινητό τηλέφωνο του – One and Only – Κυριάκου, έδειξε 1:48. Θα κατέβαινε κι άλλο ο χρόνος (ήθελε να ψαχτούμε περισσότερο με τις γραμμές στα ανοιχτά κομμάτια της πίστας) αλλά ο ήλιος έφευγε και η πίστα έπρεπε να κλείσει κάποια στιγμή. Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα βάλουμε στόχο το 1:45…