Οδηγούμε Indian FTR 1200: Ήρθε με τις πάντες

Ένα αμερικάνικο Flat Track για τους ελληνικούς δρόμους
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

29/10/2019

Η Indian δεν θα έπρεπε να χρειάζεται συστάσεις, καθώς είναι από τις σημαντικότερες και πιο εμβληματικές αμερικάνικες εταιρείες μοτοσυκλετών, ενώ έως τα μέσα των 50ies ήταν ο απόλυτος αντίπαλος της Harley Davidson στην τεράστια αγορά των ΗΠΑ. Όμως από τότε έως πριν λίγα χρόνια, οι διοικητικές αστοχίες την οδήγησαν σε μια μακροχρόνια απουσία της από την αγορά. Το όνομά της έμεινε ζωντανό χάρη στη μοναδική ομορφιά της Chief με τα χαρακτηριστικής σχεδίασης art-deco φτερά-φούστες, που εμφανιζόταν τακτικότατα στα εξώφυλλα βιβλίων. Κάποια στιγμή στις αρχές του 2000, μια ομάδα επενδυτών ανέστησε το όνομα της Indian, όμως λόγω της χρήσης κινητήρων της S&S οι μοτοσυκλέτες έμοιαζαν σαν Harley Davidson που τους έχεις βάλει φτερά-φούστες και ό,τι αξεσουάρ χρωμίου βρήκες στους καταλόγους των after market κατασκευαστών. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά να κλείσει για άλλη μια φορά η εταιρεία και το όνομα της Indian να γίνει ξανά φάντασμα.

Όμως για καλή της τύχη, η Polaris αποφάσισε να μπει στο παιχνίδι των μοτοσυκλετών και χάρη στην τεχνογνωσία της στο σχεδιασμό κινητήρων υψηλής απόδοσης για τα οχήματα ελευθέρου χρόνου που κατασκευάζει (Snow mobile, 4X4 side by side και jet Ski κ.τ.λ.) έδωσε στην Indian την δική της σχεδιαστική οντότητα. Έτσι πέρα από τα αερόψυκτα τουριστικά θηρία, μπόρεσε να φτιάξει το σύγχρονο τεχνολογικά Scout και να διαφοροποιηθεί από την Harley Davisdon, προσφέροντας κάτι εντελώς διαφορετικό σε αισθητική και αίσθηση. Αυτός ο σύγχρονος υγρόψυκτος V2 κινητήρας της Indian είναι που της έδωσε τη δυνατότητα να ξεφύγει από την κλασική κατηγορία των cruiser και με το FTR 1200 να βρεθεί με αξιώσεις απέναντι σε κάθε μεγάλη γυμνή μοτοσυκλέτα που κατασκευάζεται από ευρωπαϊκό ή ιαπωνικό εργοστάσιο. Οι 120 ονομαστικοί ίπποι το τοποθετούν εύκολα δίπλα στα BMW R1250R, Ducati Monster 1200 σε επιδόσεις, ενώ η flat track αισθητική τραβάει κόσμο και από την neo-retro κατηγορία!

Βέβαια αυτή η μακροχρόνια απουσία της Indian από την ενεργό δράση και το γεγονός πως οι ευρωπαίοι δεν έχουν μεγάλη σχέση με τα snow mobile και τα υπόλοιπα power-toys για να γνωρίζουν το μέγεθος και τις δυνατότητες της Polaris, κάνουν την FTR 1200 να μοιάζει ως κάτι εντελώς καινούριο και άγνωστο στις αγορές της Ευρώπης.

Αυτό το διαπιστώσαμε από πρώτο χέρι κυκλοφορώντας με το FTR 1200 στους ελληνικούς δρόμους. Η μοτοσυκλέτα έχει πολύ εντυπωσιακή παρουσία και τραβάει τα βλέμματα, αλλά την ίδια στιγμή δεν είναι εύκολο για τον κόσμο να την ταυτοποιήσει και να την κατατάξει. Οπότε σε κάθε φανάρι πρέπει να απαντάς δύο φορές στην ίδια ερώτηση: Τι μάρκα είναι αυτό φίλε; - Είναι το καινούριο Indian FTR 1200 – Α, Indian, δηλαδή; ….. Ανάβει πράσινο το φανάρι και η κουβέντα μένει εκεί, μαζί με την απορία…

Όχι ότι εμείς ξέραμε από πριν τι είδους μοτοσυκλέτα είναι η FTR 1200. Ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά που καβαλάμε σύγχρονη Indian στη ζωή μας και είχαμε πολλές αναπάντητες ερωτήσεις στο μυαλό μας. Οι περισσότερες απαντήθηκαν στην πρώτη βόλτα!

Η σέλα μοιάζει υπερβολικά ψηλή όταν βρεθείς δίπλα στην FTR 1200, όμως τελικά είναι οφθαλμαπάτη! Τα πόδια σου ακουμπάνε πολύ εύκολα στο έδαφος στα φανάρια και την ίδια ώρα η άνεση είναι πάρα πολύ καλή.  

Αυτός ο κινητήρας δεν έχει καμία σχέση με οτιδήποτε αμερικάνικο έρχεται στο μυαλό σας. Ο τρόπος λειτουργίας του και κυρίως η ποιότητα λειτουργίας του θα σε ξαφνιάσουν ευχάριστα. Η εξωτερική του εμφάνιση μοιάζει πάρα πολύ με τον V2 που είχε η Aprilia στα πρώτα Mille και Tuono, όμως εδώ σταματάνε οι ομοιότητες. Η ποιότητα λειτουργίας συγκρίνεται περισσότερο με τους ιαπωνικούς V2 των Suzuki V-Strom 1000 και Honda Varadero, παρά με τους ιταλικούς V2. Αυτό συμβαίνει κυρίως λόγω της απόλυτης απουσίας μηχανικών θορύβων από τις κεφαλές ή τον συμπλέκτη, αλλά και την άριστη αίσθηση του λεβιέ ταχυτήτων με τις γλυκές και ήσυχες αλλαγές. Επίσης η γιγαντιαία διπλή εξάτμιση πνίγει όλους τους γνωστούς ήχους που θα μπορούσαν να κάνουν τα καυσαέρια, με αποτέλεσμα να χάνεις ακόμα και την αίσθηση για το πόσες στροφές έχει ο κινητήρας!

Η ροπή από το ρελαντί και η απόλυτα γραμμική αύξηση των στροφών, δίνουν σε αυτόν το κινητήρα μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που επιτρέπει στην Indian να φτιάξει πολλών ειδών μοντέλα γύρω του. Ένα mega-off ήταν το πρώτο πράγμα που ήρθε στο μυαλό μας…

Η μοτοσυκλέτα της δοκιμής ήταν η βασική έκδοση, οπότε δεν είχαμε τα έγχρωμα TFT όργανα, ούτε τις πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις. Αρχικά το θεωρήσαμε σφάλμα της αντιπροσωπείας να μην μας δώσει την full-extra έκδοση για να σας παρουσιάσουμε όλη την τεχνολογία της FTR 1200, όμως μετά το τεστ έχουμε αλλάξει γνώμη. Ένας λόγος είναι οι αναρτήσεις και το συνολικό στήσιμο της FTR 1200. Οι στάνταρ ρυθμίσεις δουλεύουν άψογα σε όλες τις συνθήκες και η μοτοσυκλέτα έχει ομοιογένεια. Δυστυχώς τα ελαστικά flat-track δεν αγαπούν καθόλου την ελληνική άσφαλτο και δεν επιτρέπουν στην FTR 1200 να δείξει όλο το ταλέντο της στις στροφές. Ήμαστε βέβαιοι πως με street ελαστικά η FTR 1200 θα είναι εντυπωσιακή, λόγω της σταθερότητας του πλαισίου, της εργονομίας της θέσης οδήγησης αλλά και της συμπεριφοράς των μη-ρυθμιζόμενων αναρτήσεών της. Ποτέ δεν φανταζόμασταν πως θα γράφαμε καλά λόγια για το πλαίσιο αμερικάνικης μοτοσυκλέτας, ειδικά για μια αμερικάνικη μοτοσυκλέτα που έχει φτιαχτεί από το μηδέν.

Σημασία έχει πως οι αμερικάνοι κατάφεραν να βρεθούν αμέσως στο επίπεδο των ευρωπαϊκών και ιαπωνικών εργοστασίων σε τομείς που ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά.

Ακόμα και στον τομέα της εργονομίας θα τους βάζαμε άριστα αν είχαν φροντίσει για την άνεση του συνεπιβάτη. Όχι πως με την FTR 1200 θα κάνεις μακρινά ταξίδια με δύο άτομα, όμως δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να βάλεις στη σωστή θέση τα μαρσπιέ του φιλοξενούμενου… Ακόμα κι έτσι όμως, η FTR 1200 βάζει την Indian με τις πάντες μέσα στις αγορές της Ευρώπης και μας δίνει υποσχέσεις για ακόμα πιο mainstream μοντέλα στο άμεσο μέλλον.

Αναλυτικά και με πλήρη ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ

Δοκιμή ελαστικών: Pirelli Supercorsa SP, Supercorsa BSB, Metzeler M9 RR

Μία οικογένεια, τρία ελαστικά
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/3/2021

Στα πλαίσια του συγκριτικού τεστ των  streetfighter που κάναμε στο δρόμο και στην πίστα των Σερρών, δοκιμάσαμε τρεις διαφορετικούς τύπους supersport ελαστικών του ομίλου Pirelli/Metzeler. Πρόκειται για τα Pirelli Supercorsa SP, Pirelli Supercorsa BSB και Metzeler M9 RR, όπου το πρώτο το βάλαμε στο Ducati Streetfighter V4, το δεύτερο στο Kawasaki Z-H2 και το τρίτο στο KTM 1290 Superduke R.

Τα Pirelli Supercorsa SP τα έχουν ήδη επιλέξει η Ducati, η Kawasaki και η Honda, ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στις κορυφαίες εκδόσεις των superbike μοτοσυκλετών τους, ενώ τα Metzeler M9RR τα έχει επιλέξει η BMW στο νέο S1000RR. Αυτό από μόνο του σημαίνει πως είναι ελαστικά υψηλών επιδόσεων με έγκριση τύπου για οδήγηση στο δρόμο, αλλά μπορούν να γράψουν και εξίσου καλούς χρόνους στην πίστα.

Φυσικά όπως συνηθίζουν τα εργοστάσια, ζητούν από τις εταιρείες ελαστικών να κάνουν κάποιες μικρές ή μεγάλες αλλαγές, ώστε τα ελαστικά να ταιριάζουν στις εξειδικευμένες απαιτήσεις των δικών τους μοντέλων. Για παράδειγμα η Honda απαίτησε από την Pirelli ισχυρότερο σκελετό για το πίσω ελαστικό του νέου CBR1000RR-R Fireblade, ενώ η Ducati ζήτησε το πίσω ελαστικό να έχει προφίλ 60% (200/60-17) ώστε η γεωμετρία του να είναι όμοια με των αγωνιστικών slick ελαστικών.

Τέτοιες διαφορές δημιουργούν κάποιες φορές πονοκέφαλο στους ιδιοκτήτες, διότι δεν βρίσκεις πάντα διαθέσιμους αυτούς τους εξειδικευμένους τύπους ελαστικών. Ευτυχώς τα σύγχρονα ηλεκτρονικά και η τεχνολογία αυτού του επιπέδου ελαστικών, σου αφήνουν το περιθώριο να επιλέξεις και τους παραπλήσιους τύπους, χωρίς να μεταβληθούν δραματικά τα χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας σου.

Άλλωστε και τα ίδια τα εργοστάσια σου δίνουν περισσότερες από δύο επιλογές, όχι μόνο στον τύπο του ελαστικού, αλλά ακόμα και στη μάρκα. Για παράδειγμα η Yamaha έβαζε στην απλή έκδοση της R1 πίσω ελαστικό 195/50-17 ενώ στην έκδοση Μ έβαζε 200/55-17, χωρίς αλλαγές στο λογισμικό των ηλεκτρονικών, καθώς πλέον δεν παίρνουν δεδομένα από τους αισθητήρες του ABS αλλά από την IMU και τους αισθητήρες των πέντε ή έξι κατευθύνσεων που διαθέτουν.

Το ίδιο κάνει η Aprilia με τις απλές και Factory εκδόσεις των Tuono 1100 και RSV4 1000/1100, όπως επίσης η BMW και τα ιαπωνικά εργοστάσια βάζουν διαφορετικής μάρκας ελαστικά, ανάλογα την αγορά ή το εξάμηνο παραγωγής! Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν αποτελεί έκπληξη που κάποιες επιλογές των εργοστασίων βασίζονται – δυστυχώς – μόνο σε οικονομικά κριτήρια και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει κορυφαίας απόδοσης μοτοσυκλέτες να έχουν χαμηλότερων προδιαγραφών ελαστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες ικανότητές τους.

Όλα αυτά τα λέμε για να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής, πως τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης της μοτοσυκλέτας μας δεν αποτελούν δέσμευση για την επιλογή των νέων που θα βάλουμε όταν χρειαστεί να τα αντικαταστήσουμε.

 

Φυσικά, όταν αλλάζεις μάρκα ή μοντέλο και πολύ περισσότερο διάσταση ελαστικών, θα υπάρξουν διαφορές στη συμπεριφορά της. Κάποιες θα είναι προς το καλύτερο και κάποιες προς το χειρότερο, αναλόγως ποιες είναι οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες σου.

Το Ducati Streetfighter V4 παραδίδεται στους ιδιοκτήτες του με τα Pirelli Rosso Corsa. Πρόκειται για ένα premium μοντέλο της Pirelli με τρεις γόμμες για τις πέντε ζώνες που είναι χωρισμένο το πίσω ελαστικό. Το συγκεκριμένο ελαστικό το είχαμε δοκιμάσει εκτενώς όταν παρουσιάστηκε το 2018 πάνω στο Aprilia RSV4 Factory και η φιλοσοφία του είναι η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, διατηρώντας σε αρκετά μεγάλο βαθμό μέσα στην πίστα τα δυναμικά χαρακτηριστικά των Supercorsa. Ως εκ τούτου, αυτή η επιλογή της Ducati βασίζεται περισσότερο για χρήση στο δρόμο, όπου η μεγάλη διάρκεια ζωής είναι σημαντικός παράγοντας.

Σε αυτό το συγκριτικό, στο Streetfighter V4 βάλαμε τα Supercorsa SP. Πρόκειται για μια κλασική και δοκιμασμένη επιλογή των ιδιοκτητών superbike, η οποία στοχεύει σε όσους κάνουν track day, αλλά παράλληλα απολαμβάνουν την γρήγορη οδήγηση και στο δρόμο. Και αυτό το ελαστικό έχει τεχνολογία διαφορετικής σύνθεσης γόμας, όμως εδώ είναι δύο για το πίσω ελαστικό και όχι τρεις όπως στο Rosso Corsa. Η γόμμα στο κέντρο του ελαστικού έχει σχεδιαστεί για μειωμένη φθορά, ενώ η γόμα που βρίσκεται στο πλάι έχει σύνθεση που προσφέρει σταθερό και υψηλού επιπέδου κράτημα στην πίστα, χωρίς να παρουσιάζει συμπτώματα υπερθέρμανσής και απότομη πτώση της απόδοσής του.

Επίσης έχει διαφορετική γεωμετρία κορόνας και είναι ένα από τα ελαφρύτερα ελαστικά στην κατηγορία του. Όμως τί σημαίνουν όλα αυτά; Όσο η μοτοσυκλέτα είναι εντελώς όρθια δεν πρόκειται να αντιληφθείς κάποια διαφορά σε σχέση με τα Rosso Corsa, οδηγώντας την Streetfighter V4 στο δρόμο. Η γεωμετρία του πλαισίου, η κατανομή βάρους και η μελετημένη αεροδυναμική της ιταλικής μοτοσυκλέτας, την κρατούν “βιδωμένη” πάνω στην άσφαλτο, οπότε η πιο “τριγωνική” κορώνα του εμπρός Supercorsa SP δεν έχει επιπτώσεις στη σταθερότητα.

 

Προφανώς το πίσω δεν θα έχει την ίδια διάρκεια ζωής αν κάνεις πολλά χιλιόμετρα στην εθνική με υψηλές ταχύτητες, όμως θα αντέχουν πολύ περισσότερο από τα προηγούμενης γενιάς semi-slick ελαστικά με την ενιαία γόμα. Ειδικά σε αυτή τη μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά τα 207 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ, η φθορά στο κέντρο ήταν ανεπαίσθητη, παρά τους 180 πραγματικούς ίππους που το μαστιγώνουν. Οι διαφορές αρχίζουν όταν πλαγιάσεις τη μοτοσυκλέτα, όπου γίνονται αρκετά πιο αισθητές οι σχεδιαστικές επιλογές της Pirelli. Το Supercorsa SP αφήνει τη μοτοσυκλέτα να πλαγιάσει πιο γρήγορα και το τιμόνι έχει πιο ελαφριά αίσθηση, λόγω της πιο γρήγορης γεωμετρίας της κορώνας και του μειωμένου γυροσκοπικού φαινομένου, καθώς είναι πολύ ελαφρύ ελαστικό. Από την άλλη μεριά όμως θέλει περισσότερη ώρα για να έρθει σε ιδανική θερμοκρασία λειτουργίας και δεν απορροφά τις ανωμαλίες τους δρόμου με την ίδια ηρεμία που το κάνει το Rosso Corsa στην χαμηλές ταχύτητες της πόλη και των σφικτών επαρχιακών δρόμων. Φυσικά στην πίστα, όπου η ποιότητα της ασφάλτου είναι πολύ καλύτερη και κυρίως πιο ομαλή, το Supercorsa SP έχει μόνο πλεονεκτήματα.

 

Πέρα από την ταχύτερη αλλαγή πορείας, η βασική διαφορά του Supercorsa SP στην πίστα είναι στο σταθερό επίπεδο του κρατήματος μετά των πέμπτο-έκτο γύρο. Σε αυτό το σημείο, τα ελαστικά δρόμου αρχίζουν και δείχνουν σημάδια υπερθέρμανσης, κάτι απόλυτα λογικό αφού έχουν σχεδιαστεί με προτεραιότητα την άμεση επίτευξη θερμοκρασίας λειτουργίας.

Αντιθέτως το Supercorsa SP δείχνει την αγωνιστική καταγωγή του και συμπεριφέρεται ως γνήσιο semi-slick ελαστικό, προφέροντας μεγάλη επιφάνεια επαφής με την άσφαλτο και σταθερά υψηλό κράτημα για πολλούς συνεχόμενους γύρους. Σε σχέση με το Rosso Corsa που είχαμε δοκιμάσει στο Aprilia RSV4 στην πίστα των Σερρών, το Supercorsa SP είχε αναμενόμενα περισσότερη φθορά στο τέλος της ημέρας και είναι το δίκαιο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις όταν επιλέγεις ελαστικά της κατηγορίας των semi-slick.

Στα πλεονεκτήματα του Supercorsa SP θα πρέπει να βάλουμε και το γεγονός της μεγάλης γκάμας διαστάσεων που τα προσφέρει η Pirelli.

Το εμπρός ξεκινά από την διάσταση 110/70-17 και το πίσω από την 140/70-17 και φτάνει έως την 200/60-17, καλύπτοντας όλους τους κυβισμούς σπορ μοτοσυκλετών από τα 125 κυβικά με τους 15 ίππους έως και τα θηρία των 1100 κυβικών και τους 200+ ίππους στον πίσω τροχό. Γι' αυτό άλλωστε και το χρησιμοποιούν σε πολλών ειδών αγώνες ενιαίου τύπου στα εθνικά πρωταθλήματα της Ευρώπης, από τις κατηγορίες SS300 έως και Superstock 600/1000.

Ταυτόχρονα με το Supercorsa SP, στη διάθεσή μας είχαμε και το Supercorsa BSB… Μπερδευτήκατε με τα ονόματα; Και εμείς μπερδευτήκαμε δυο-τρεις φορές όταν αλλάζαμε τα ελαστικά στις μοτοσυκλέτες, διότι σε εμφάνιση δεν διαφέρουν από τα SP.

Ούτε όμως θα καταλάβεις διαφορά ανάμεσα στο SP και το BSB αν δεν πιέσεις οριακά μέσα στην πίστα τη μοτοσυκλέτα. Το όνομά του το πήρε από το εθνικό πρωτάθλημα superbike της Βρετανίας και η Pirelli το παρουσίασε το 2009 ως την έκδοση δρόμου του καθαρόαιμου αγωνιστικού slick. Σήμερα βρίσκεται τιμολογιακά κάτω από το Supercorsa SP και αποτελεί την πιο συμφέρουσα οικονομικά επιλογή για όποιον θέλει κράτημα και συμπεριφορά semi-slick ελαστικού, χωρίς να βάλει πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Το συγκεκριμένο ελαστικό το βάλαμε στο Kawasaki Z-H2, που φοράει από το εργοστάσιο τα Pirelli Rosso III. Σε αυτή τη μοτοσυκλέτα η διαφορά μεταξύ του sport-touring Rosso III και του semi-slick Supercorsa BSB ήταν εμφανέστατη από την πρώτη στιγμή, όχι μόνο μέσα στην πίστα, αλλά και στο δρόμο. Η γυμνή μοτοσυκλέτα της Kawasaki έχει αρκετά μεγαλύτερο βάρος στα 240 κιλά και επίσης έχει πολύ γκάζι και ροπή. Ως αποτέλεσμα, στο δρόμο ζέσταινε πολύ πιο γρήγορα τα Supercorsa BSB, απ’ ότι το ελαφρύτερο Ducati Streetfighter τα Supercorsa SP και δεν υπήρχε ευδιάκριτος συμβιβασμός σε αυτόν τον τομέα σε σχέση με τα sport-touring ελαστικά. Από την άλλη μεριά, η τριγωνική κορόνα των BSB επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά του Ζ-Η2 σε όλες τις ταχύτητες κάνοντας το τιμόνι πιο άμεσο στις αντιδράσεις του, αλλά ταυτόχρονα και πιο ευαίσθητο στις ανωμαλίες του δρόμου. Έτσι δεν λείπουν τα κουνήματα στο τιμόνι αν περάσεις με τέρμα ανοιχτό το γκάζι πάνω από ανωμαλίες.

Στην πίστα το Ζ-Η2 έχει μικρά περιθώρια κλίσης λόγω των μαλακών αναρτήσεων και της χαμηλά τοποθετημένης εξάτμισης και των μαρσπιέ. Οπότε το πλεονέκτημα του υψηλότερου κρατήματος υπό κλίση των BSB δεν σου χρησιμεύει σε κάτι.

Με άλλα λόγια, η επιλογή του Rosso III από την Kawasaki ως ελαστικό πρώτης τοποθέτησης στο Ζ-Η2 θα ικανοποιήσει ένα ευρύτερο κοινό και η τοποθέτηση ενός semi-slick όπως το Supercorsa BSB είναι για εκείνους που θέλουν να βελτιώσουν την ευελιξία της μοτοσυκλέτας, θυσιάζοντας την διάρκεια ζωής σε βάθος χρόνου.

Το τρίτο ζευγάρι ελαστικών της παρέας μας ήταν τα Μetzeler M9RR και είχαν εξίσου δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την κτηνώδη ροπή του αυστριακού V2 του KTM 1290 Superduke.

Πρόκειται για μία από τις πιο πρόσφατες αφίξεις στην κατηγορία των hypersport ελαστικών, με το BMW S1000RR να είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που το φόρεσε ως πρώτη τοποθέτηση από το εργοστάσιο. Μετά από αυτή δόκιμή των streetfighter μπορούμε να πούμε πως συμφωνούμε απόλυτα με την επιλογή της BMW, καθώς τα M9 RR σκοράρουν πολύ υψηλή βαθμολογία σε όλους τους τομείς χρήσης των μοντέρνων υπερ-μοτοσυκλετών, τόσο στο δρόμο όσο και στην πίστα. Η συνεργασία του με τα σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα ήταν άψογη και παρά την τεράστια διαφορά στον τρόπο απόδοσης του V2 κινητήρα της KTM σε σχέση με τον τετρακύλινδρο της superbike της BMW, δεν προκαλούσε πρόωρη επέμβαση του traction control ή του cornering ABS.

 Ερχόταν αρκετά γρήγορα σε θερμοκρασία λειτουργίας στους ελληνικούς δρόμους και διατηρούσε σταθερή την απόδοσή του για μεγάλα χρονικά διαστήματα μέσα στην πίστα.

Η γεωμετρία της κορόνας του είναι μεν σπορ και κοντά στα semi-slick ελαστικά, αλλά δεν φτάνει στα άκρα. Οπότε ακόμα και στο 1290 Superduke R, που είναι από τις ελαφρύτερες και πιο ευέλικτες γυμνές μοτοσυκλέτες της αγοράς, διατήρησε το επίπεδο σταθερότητας και δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα ζευγάρι ελαστικών που σου επιτρέπει να εκμεταλλευτείς τις δυνατότητες μιας σύγχρονης, παντοδύναμης και γεμάτης ηλεκτρονικά streetfighter ή superbike, χωρίς να απαιτεί τους συμβιβασμούς ενός semi-slick ελαστικού στο δρόμο ή ενός sport-touring ελαστικού στην πίστα.

 Για την πλειοψηφία των ιδιοκτητών sport και supersport μοτοσυκλετών, τα M9 RR της Metzeler είναι μια άριστη επιλογή για να απολαύσουν τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας τους σε κάθε είδους άσφαλτο 365 μέρες το χρόνο. Οι διαθέσιμες διαστάσεις καλύπτουν όλο το φάσμα κυβισμών, από τα 125cc έως και τα 1300cc, οπότε αποτελούν πολύ καλή αναβάθμιση για τις μικρο-μεσαίες supersport που έχουν κατά κανόνα φτηνιάρικα ελαστικά από το εργοστάσιο και πολλές φορές σε λάθος διάσταση για το πλάτων της ζάντας!