Test: Kawasaki Z900RS - Ο Βασιλιάς ζει

Χορταστικός 4κύλινδρος, ποιότητα από πλανήτη Ιαπωνία και σύγχρονη συμπεριφορά
Test Moto Magazine Greece - Kawasaki Z900RS
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

8/4/2026

To Z1 είχε αποκτήσει το παρατσούκλι “Βασιλιάς” από τον ειδικό τύπο εκείνης της εποχής με την ιαπωνική ρετρό να κουβαλά και αυτή γονίδια από τον θρυλικό πρόγονό της συνδυάζοντας στιλ με ουσία σε ένα πακέτο που ακροβατεί επιτυχώς μεταξύ του χθες και του σήμερα.

Φωτογραφίες: Γιώργος Νιαουνάκης

Όλοι εκείνοι που μεγάλωσαν διαβάζοντας για το Kawasaki Z1, τις επιδόσεις και τα κατορθώματά του ή έζησαν την εποχή που μεσουρανούσε ως η ταχύτερη μοτοσυκλέτα παραγωγής στον κόσμο, είναι αδύνατο να σταθούν μπροστά στο σύγχρονο Z900RS και να μη νιώσουν ότι αντικρύζουν κάτι πολύ ιδιαίτερο, μαζί με μια μικρή ανατριχίλα. Οι modern classics έχουν αποκτήσει φανατικό κοινό, όχι μόνο γιατί είναι καλαίσθητες και ξυπνάνε μνήμες από το παρελθόν αλλά γιατί η σχεδίασή τους κοροϊδεύει κυριολεκτικά τον χρόνο που περνά ενώ αυτές καταφέρουν να δείχνουν πάντα νέες. Σε τέτοιο βαθμό που κάνουν τις σύγχρονης αισθητικής naked και τους σχεδιαστές τους να νιώθουν κομματάκι αμήχανα. Η σχεδιαστική επιτυχία είναι ακόμη μεγαλύτερη όταν στο design των modern classics έχουν ενσωματωθεί στοιχεία από εμβληματικά μοντέλα και αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση με την Z900RS που φέρνει με τη σχεδίαση ένα μέρος της γοητείας της Z1 στον 21ο αιώνα. Η μοτοσυκλέτα φόρος τιμής στον Βασιλιά, η μοναδική 4κύλινδρη στην κατηγορία μέχρι και την έλευση της Honda CB1000F παραγωγής, έτυχε παράλληλα και ιδιαίτερης προσοχής από το Akashi που θέλησε να τιμήσει δεόντως τη Z1, τη μοτοσυκλέτα που άλλαξε την εικόνα της σε όλον τον κόσμο και τη βοήθησε να πετάξει από πάνω της τη “ρετσινιά” του κατασκευαστή δίχρονων μοτοσυκλετών επιδόσεων.

Διακριτικά εξωστρεφής
Η Z1, που μαζί με την Honda CB750 καθιέρωσαν τις UJM (Universal Japanese Motorcycles) μοτοσυκλέτες, είναι ένας δίτροχος θρύλος με σχεδίαση που δεν θα παλιώσει ποτέ και αυτό είναι εμφανές και στην εγγονή Z900RS. Με ρεζερβουάρ σε σχήμα δάκρυ, αν και πιο τροφαντό από της αυθεντικής και duck tail ουρά, αυτή η Kawasaki κάνει κάτι που δεν περιμένεις από μια μοτοσυκλέτα με τόσο “κλασική” εμφάνιση. Αν και κυκλοφορεί στην αγορά εδώ και οχτώ χρόνια, εξακολουθεί να τραβά πάνω της τα βλέμματα, ειδικά στα χρώματα που είναι διαθέσιμη το 2025. Το περίεργο δεν είναι ότι τραβά βλέμματα και δίνει στους παρατηρητές της βήμα για σχόλια και κουβέντα. Είναι κάτι που το περίμενα από αναβάτες που έχουν πατήσει τα σαράντα και δεν χρησιμοποιούν τη μοτοσυκλέτα τους απλά για να μετακινούνται. Το περίεργο με την Z900RS είναι ότι ασκεί τη γοητεία της και σε πολύ μικρότερους σε ηλικία ακόμη και σε άτομα που φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση με τη μοτοσυκλέτα. Όπως εκείνη η 15χρονη που πέρασε από μπροστά της γύρισε, την κοίταξε καλά-καλά και είπε στον φίλο της που δεν είχε πάρει χαμπάρι γιατί περπατούσε και έπαιζε με το κινητό του: “Ωραία μοτοσυκλέτα!”. Άλλος πιτσιρικάς -πιο μεγάλος αυτός, σερβιτόρος- μου έδωσε συγχαρητήρια για την… αναπαλαίωση και το customizing και όταν του είπα ότι είναι καινούργιο και βγαίνει έτσι από το εργοστάσιο, είδα στα γουρλωμένα μάτια του να μπαίνει ένας στόχος ζωής. Εύγε νέε μου παρά το λαθάκι που έκανες!

Test Moto Magazine Greece - Kawasaki Z900RS

Ποιότητα κατασκευής από πλανήτη Ιαπωνία
Η προσοχή που έδωσαν οι Ιάπωνες στη σχεδίασή Z900RS ξεκινά από το γεγονός ότι άλλαξαν σημαντικά το πλαίσιο του Z900 -από αυτό προέρχονται επίσης κινητήρας, ηλεκτρονικά και περιφερειακά- για να “κάτσει” σωστά πάνω του το ρεζερβουάρ. Μόνο όταν έμειναν ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα σύνδεσαν σχεδιαστικά τη σέλα και την ουρά με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, την οποία και στόλισαν με μπόλικα στοιχεία που κάνουν τα σάλια να τρέχουν και το βλέμμα να πλανάται.

Το εντυπωσιακό φινίρισμα των μεταλλικών μερών και την εξίσου εντυπωσιακή βαφή αρχίζεις να τα προσέχεις πριν ακόμη πλησιάσεις κοντά στην Z900RS. Το μεταλλικό “Ino Red” χρώμα που φέρνει περισσότερο σε μελιτζανί παρά σε κόκκινο, δείχνει αρχικά σαν ένα χρώμα που θα επέλεγε συνταξιούχος, αν κοιτάζεις τη μοτοσυκλέτα από μακριά και είναι στη σκιά. Μετά όμως έρχεται να χτυπήσει τις επιφάνειές της το σκληρό φως του ήλιου και ξεκινούν να στραφταλίζουν τα ευμεγέθη ρινίσματα που έριξε η Kawasaki στη βαφή και κάνουν το ρεζερβουάρ και τα πλαϊνά πλαστικά να μοιάζουν με μπορντώ νυχτερινό ουρανό. Η τεχνοτροπία είναι τέτοια που δίνει την ψευδαίσθηση του βάθους δημιουργώντας μια εικόνα σχεδόν τρισδιάστατη. Είπαμε η ποιότητα κατασκευής είναι κορυφαία και το συγκεκριμένο εφέ βρίσκεται πολύ κοντά σε βαφές που βλέπουμε σε αμερικάνικες custom με κόστος μια περιουσία, αν και οι Αμερικάνοι χρησιμοποιούν μεγαλύτερες "νιφάδες" γιατί δεν είναι το ίδιο διακριτικοί με τους Ιάπωνες. Στην Z900RS βλέπεις να ιριδίζουν επιφάνειες και εκεί που δεν το περιμένεις, όπως στο δακτυλίδι της τάπας του ρεζερβουάρ, ακόμη και σε κάποια ματ πλαστικά της μοτοσυκλέτας που την κάνουν έτσι να δείχνει πολύτιμη και έτσι ξέρεις και συ ότι τα χρήματα που καλείσαι να δώσεις έχουν πιάσει τόπο και δεν αγοράζεις απλά ψευτοκουλτούρα και ένα “εργαλείο” για να πουλάς μούρη.

Διακριτικές λεπτομέρειες που κάνουν τη Z900RS να ξεχωρίζει έχουν και αλλού παρουσία. Το ανάγλυφο "KHI" στον κινητήρα είναι μία από αυτές, έτσι για να μην ξεχνάμε ότι πίσω από τη σχετικά μικρή με τα σημερινά στάνταρ εταιρεία υπάρχει και ο πολισχιδής όμιλος Kawasaki Heavy Industries. Τα αναλογικά όργανα είναι μαύρα αλλά το καντράν τους δεν είναι λείο. Λίγο σκληρό φως είναι και εδώ αρκετό για να αποκαλύψει ομόκεντρους κύκλους που αμέσως φέρνουν στο μυαλό δίσκους βινυλίου και αφού το παρατηρήσεις ίσως σου έρθει να σφυρίξεις και αγαπημένη σου ροκιά. Και τα καλύμματα των οργάνων έχουν κάτι να πουν. Έχουν σχήμα σφαίρας προσθέτοντας μια ακόμη μικρή πινελιά με υπονοούμενα που χτυπά κατευθείαν στο υποσυνείδητο. Οι στρογγυλοί καθρέπτες σχεδιάστηκαν στα πρότυπα εκείνων των Z1 και Ζ2, ενώ η φαρδιά και άνετη σέλα έχει “κλασική” επένδυση με ραβδώσεις, φτιαγμένη από διαφορετικά υλικά για το πάνω και τα πλαϊνά της τμήματα. Το πίσω φως είναι και αυτό LED, όπως και ο προβολέας, αλλά δεν του φαίνεται γιατί το οβάλ σχήμα του “γυαλιού” που το καλύπτει και θυμίζει εκείνο του Z1 σχεδιάστηκε έτσι ώστε να φαίνεται σαν να υπάρχει λάμπα πυρακτώσεως από πίσω όταν ανάβει και όχι δίοδοι που θα το έκαναν να μοιάζει με χριστουγεννιάτικο δέντρο. Να μην ξεχάσω και την ελαστική τάπα της κλειδαριάς της σέλας που βρίσκεται κάτω από την ουρά και την προστατεύει από τα νερά και τις λάσπες, κάτι που δεν είναι αυτονόητο σήμερα ακόμη και σε ακριβότερες μοτοσυκλέτες.

Test Moto Magazine Greece - Kawasaki Z900RS

Και από κάτω σύγχρονο
Η Ζ900 που κρύβεται κάτω από το κοστούμι της RS εγγυάται ότι εδώ δεν έχουμε μια μοντέρνα κλασική που θα σηκώσει τα χέρια ψηλά όταν βρει μπροστά της στροφές και αναβάτη με όρεξη να εξερευνήσει τα όρια της. Από την άλλη η εντελώς διαφορετική θέση οδήγησης σε σχέση με την μοτοσυκλέτα βάσης (στο τεύχος #671 η δοκιμή της Ζ900), είναι και αυτή που αλλάζει εντελώς τον χαρακτήρα της μαζί με την απόδοση του 4κύλινδρου που έχει προσαρμοστεί στο διαχρονικό look. Καμία σχέση με την αίσθηση που έχεις στη Z900 ότι πιάνεις τον ταύρο από τα κέρατα, εκείνη είναι μια εντελώς διαφορετική μοτοσυκλέτα. Εδώ κάθεσαι σε μια σαφώς πιο αφράτη, επίπεδη σέλα, με τον κορμό όρθιο και ένα τιμόνι που είναι 30 χλστ. φαρδύτερο και τοποθετημένο 65 χλστ. ψηλότερα και άλλα 35 χλστ. πιο κοντά στον κορμό, ενώ τα μαρπσιέ είναι 20 χλστ πιο χαμηλά και άλλα τόσα πιο μπροστά. Η θέση οδήγησης κοιτάζει ξεκάθαρα στην καθημερινή χρήση -θυμίζει ελαφρώς  on-off- χωρίς να ενοχλεί στον σβέλτο ρυθμό οδήγησης. Πρόβλημα δεν δημιουργείται ούτε στον αυτοκινητόδρομο όπου μπορείς να κινείσαι όλη μέρα στο όριο ταχύτητας αλλά και λίγο πιο πάνω από αυτό, ενώ η Kawasaki άλλαξε και την πάνω πλάκα του πιρουνιού της Z900 με εκείνη της RS να έχει τοποθετηθεί 40 χλστ. ψηλότερα για της δίνει πιο ελαφρύ τιμόνι, ενώ δίνει και διαφορετικό offset (34 χλστ. από 28) που μειώνει και το ίχνος.

Και μετά έχουμε τον 4κύλινδρο όπου η απόδοση του άλλαξε και επικεντρώθηκε στο χαμηλό και μεσαίο φάσμα λειτουργίας. Για αυτόν τον λόγο άλλαξαν οι εκκεντροφόροι εισαγωγής και εξαγωγής με ηπιότερους, βάρυνε το βολάν του στροφάλου (+12%) και έπεσε η συμπίεση (10,8 από 11.8:1). Η πρώτη σχέση του κιβωτίου έγινε πιο κοντή, για ευκολότερες εκκινήσεις, ενώ η 6η μάκρυνε και μακρύτερη έγινε και η τελική μετάδοση για εξοικονόμηση καυσίμου στον αυτοκινητόδρομο. Με αυτές τις αλλαγές οι μηχανικοί του Akashi πέτυχαν γεμάτη, μπαμπάτσικη απόδοση στο χαμηλό και μεσαίο φάσμα λειτουργίας χωρίς ο κινητήρας να κρεμά ψηλά, με χαρακτηριστική ευτροφία και άρπαγμα στο άνοιγμα του γκαζιού που ταιριάζει με την εικόνα. Πιο πολύ όμως ταιριάζει ο ήχος που φτάνει στα αυτιά σου, το κερασάκι σε αυτή την απολαυστική 4κύλινδρη τούρτα.

Το μοτέρ ακούγεται σα να ζητάς από βαρύτονο να σου τραγουδήσει το πρωί γνωρίζοντας όμως ότι το προηγούμενο βράδυ το έριξε έξω πίνοντας ένα μπουκάλι ουίσκι μόνος του με συνοδεία δυο πακέτα τσιγάρα. Τη νότα δεν θα τη χάσει, επαγγελματίας είναι ο άνθρωπος, αλλά μαζί με το μπάσο στη φωνή θα βγει και η σωστή ποσότητα “γρέζι”.  Έτσι και με το Z900RS και αυτό που απελευθερώνει η εξάτμιση είναι ακριβώς αυτό που θέλεις να ακούς είτε ο κινητήρας δουλεύει στο ρελαντί, είτε στριφογυρνάς κοφτά το γκάζι για να ακούσεις τα “γαβγίσματα” με τον κινητήρα να ανεβοκατεβάζει γρήγορα στροφές πάρα τις προσπάθειες της Kawasaki να τον κάνει πιο αργόστροφο. Τον ήχο θα τον χαρείς και όταν κινείσαι με σταθερά χαμηλή ταχύτητα μέσα στα στενά της πόλης με τα αυτιά σου να γεμίζουν 4κύλινδρη μελωδία από την αντήχηση στα κτήρια αλλά και όταν ανοίγεις το γκάζι τέρμα βγαίνοντας από μία κλειστή και έχοντας μπροστά σου μπόλικη ευθεία. Η Kawasaki φημίζεται για τον ήχο των κινητήρων της και κάποιοι παλιότεροι μπορούσαν να αναγνωρίσουν μια 4κύλινδρη από το Akashi να έρχεται από μακριά. Με το Z900RS ωστόσο οι Ιάπωνες πήγαν ένα βήμα παραπέρα και για πρώτη φορά στην ιστορία τους εξέλιξαν την εξάτμιση περνώντας την από αυστηρό ακουστικό έλεγχο πριν δοθεί το τελικό ΟΚ και τοποθετηθεί στη μοτοσυκλέτα παραγωγής. Η εξάτμιση ακούγεται “τόσο όσο” και αν δεν θέλετε να ξυπνάτε όλη τη γειτονιά γυρίζοντας το βράδυ στο σπίτι ή να χάσετε μέρος της ακοής σας τότε δεν έχετε λόγο να την αλλάξετε. Αφήστε που η Kawasaki την έχει περάσει με τρεις στρώσεις χρωμίου για να μην χάσει ποτέ τη λάμψη της και να μην αλλοιωθεί το χρώμιο από τις υψηλές θερμοκρασίες, ενώ για αυτόν τον λόγο οι λαιμοί έχουν διπλά τοιχώματα, με τους εσωτερικούς να έχουν μικρότερη διάμετρο από εκείνους του Z900, πάλι προς ενίσχυση της απόδοσης στο χαμηλό και μεσαίο φάσμα. Άλλη μια από τις αυτές τις μικρές -και σχετικά ακριβές στη συγκεκριμένη περίπτωση- λεπτομέρειες που λέγαμε, η οποία προσθέτει στη γοητεία της Z900RS.

Test Moto Magazine Greece - Kawasaki Z900RS

Με συμπαραστάτες τον βρυχηθμό του 4κύλινδρου και το βάθος του που δεν το μπερδεύεις με κανέναν άλλο, αλλά και την υπέροχη, “καθημερινή” θέση οδήγησης, αυτή η Kawasaki σε βάζει στο τριπάκι για βόλτες σόλο ή διπλές, αργές ή γρήγορες χωρίς να υπάρχει πραγματικός λόγος. Με λίγα λόγια σε κάνει να θέλεις να βγεις στον δρόμο και όχι απλά να κάτσεις σε μια άκρη και να τη χαζεύεις -ακριβώς αυτό που πρέπει να κάνει μια μοτοσυκλέτα που σέβεται τον εαυτό της και δεν έχει φτιαχτεί μόνο για μόστρα και commuting.  Και όταν τα αίματα ανάψουν το στιβαρό πλαίσιο, σε συνδυασμό με την πολύ καλή λειτουργία των αναρτήσεων, θα σε αφήσουν να πιέσεις τη μοτοσυκλέτα διαμετρικά αντίθετα από την κλασική της όψη αφού έχει και τα φρένα που χρειάζεται για να κινηθείς με πολύ γρήγορο ρυθμό και να κυνηγήσεις τους φίλους σου με τα σύγχρονα naked αφήνοντας πολλούς από αυτούς με ανοιχτό το στόμα.

Μία για… (τα) πάντα
Η Kawasaki Z900RS είναι μια φανταστική μοτοσυκλέτα που σε γεμίζει και σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, είτε πετάγεσαι μέχρι το περίπτερο που βρίσκεται στα 100 μέτρα από το σπίτι είτε πας για βόλτα με την παρέα. Την βλέπεις “κλασική” και λες “δεν μπορεί κάτι θα της λείπει” κι όμως τα έχει όλα: και εμφάνιση και απόδοση πάνω από αυτό που περιμένεις και ποιότητα κατασκευής από τον πλανήτη Ιαπωνία και ιστορία και ξεχωριστή παρουσία στον δρόμο παρόλο που δεν έχει πάνω της κάτι κραυγαλέο. Ίσως αυτό να είναι η μεγάλη της επιτυχία σχεδιαστικά. Θέλεις να βρίσκεσαι στη σέλα της με οποιαδήποτε αφορμή και σε οποιαδήποτε διαδρομή και αυτό δεν είναι κάτι που μπορείς να το πεις με σιγουριά για την πλειοψηφία των μοτοσυκλετών που μπορείς να αγοράσεις σήμερα. Μπορείς όμως να το πεις για την Z900RS. Και να την αγοράσεις!

Εξοπλισμός αναβάτη
Κράνος: Shoei
Μπουφάν: Nordcode
Γάντια: Nordcode
Παντελόνι: Held
Μπότες: Eleveit

Test Moto Magazine Greece - Kawasaki Z900RS

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Αντιπρόσωπος:

KSR

Τιμή:

14.795 ευρώ

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

2.100

Ύψος (mm):

1.150

Μεταξόνιο (mm):

1.470

Απόσταση από το έδαφος (mm):

130

Ύψος σέλας (mm):

835

Ίχνος (mm):

98

Γωνία κάστερ (˚):

25

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

700

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

470

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

870

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

450

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

215,5 kg

(χωρίς καύσιμο: - kg )

Πίσω

48%

Εμπρός

52%

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

+0,23%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο σωληνωτό, αλουμινένιο ψαλίδι

Πλάτος (mm):

865

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

198 / 215

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

τετράχρονος, 4κύλινδρος, υγρόψυκτος 4β/Κ, 2ΕΕΚ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

83 x 53,3

Χωρητικότητα (cc):

948

Σχέση συμπίεσης:

10,8:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

110 / 8.500

Ροπή (kg.m/rpm):

10 / 6.500

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

116

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός, 4 σώματα 36 χλστ.

Σύστημα εξαγωγής:

4-1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος με υποβοήθηση

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια / 1.627

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα / 2.800

ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Ρύθμιση βαλβίδων (km):

24.000

Αλλαγή λαδιού (km):

Κάθε 12.000 ή κάθε 12 μήνες

Ποσότητα λαδιού με/χωρίς φίλτρο (l):

3,8/3,3

Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):

Κάθε 12.000

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Km/h

Sec

Μέτρα

0-50

1,89

13,12

0-100

3,84

59,68

0-150

7,26

175,67

0-200

16,97

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Μέτρα

Sec

km/h

0-400

12,03

186

0-1.000

22,84

207,2

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

80-140

2,35

51,07

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)

Km/h

4η

5η

6η

40-80

2,85/46,99

3,43/56,7

5,00/82,58

80-120

2,65/73,75

3,28/91,8

4,58/126,13

120-160

3,14/123,13

3,72/144,87

5,34/208,30

160-200

-

-

8,22/415,82

 

ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

120-40

-

-

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

Κενή

Γεμάτη

Θεωρητικά

-

1,95

Πραγματικά

-

2,20

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μόνο αμορτισέρ με μοχλικό KYB

Διαδρομή (mm):

140

Ρυθμίσεις:

Απόσβεση επαναφοράς, προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

Χυτή αλουμινίου 17’’

Ελαστικό:

180/55-17

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 250mm με δαγκάνα ενός εμβόλου

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

 

Φυσικό, αναλογικό ταχύμετρο και στροφόμετρο και LCD οθόνη με δείκτη θερμοκρασίας ψυκτικού, δείκτη βενζίνης, ένδειξη σχέσης κιβωτίου, ρύθμισης traction control, θερμοκρασίας περιβάλλοντος, μέσης και στιγμιαίας κατανάλωσης, αυτονομίας. Ολικός και δύο μερικοί χιλιομετρητές, ρολόι, ένδειξη οικονομίας καυσίμου, ρυθμιζόμενες μανέτες, traction control, ABS πλαϊνό σταντ.

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι KYB

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120/41

Ρυθμίσεις:

Απόσβεση συμπίεσης, απόσβεση επαναφοράς, προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

Χυτή αλουμινίου 17’’

Ελαστικό:

120/70-17

ΦΡΕΝΟ

Δίσκοι 300mm, δαγκάνες ακτινικής τοποθέτησης 4 εμβόλων και ABS

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

97,55 / 8.800

Ροπή (kg.m/rpm):

8,47/ 7.900

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

6,6

Ελάχιστη

5,4

Μέγιστη

8,9

Αυτονομία (km):

257

Αυτονομία ρεζέρβας (km):

-

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

17

Συγκριτικό Honda Africa Twin DCT vs BMW R1200GS vs KTM 1050 Adventure vs Suzuki V-Strom 1000 vs Triumph Tiger 800XRX [τ.557-2016]

Επιστροφή στην ουσία!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

26/10/2018

Έχουμε περάσει ένα σωρό σκαμπανεβάσματα: Τη μία στιγμή θέλουμε 150 άλογα στον τροχό, την επόμενη μας φαίνονται πολλά και ακριβά. Η εποχή δεν σηκώνει καπρίτσια και οι πολλές γνώμες μας έχουν καταστρέψει, είναι ώρα να δούμε την ουσία, κι αυτή είναι απλή και ξεκάθαρη: Ποια οδηγείται καλύτερα στο δρόμο και ποια προσφέρει τα περισσότερα!

Η Honda CRF1000L Africa Twin DCT σε ένα συγκριτικό (από το τεύχος 557 που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2016) απέναντι στον παγιωμένο ανταγωνισμό, καθώς ήταν η πιο καινούργια εισαγωγή στην κατηγορία εκείνη την εποχή, με τους αντιπάλους να την περιμένουν στη γωνία.

Πριν οι μεγάλες on-off αρχίσουν να ξεφεύγουν σε επιδόσεις και τιμή, ο κόσμος γκρίνιαζε γιατί τα εκατό άλογα που κατά μέσο όρο απέδιδαν άρχισαν να του φαίνονται λίγα, ενώ τα διακόσια χιλιόμετρα την ώρα έγιναν το νέο θεωρητικό όριο "ταξιδιού". Αν η μοτοσυκλέτα δεν έπιανε με ευκολία τα διακόσια, τότε... δεν ήταν πραγματικά Adventure. Οι εταιρίες πάσχισαν να φτιάξουν πλαίσια που μένουν ακλόνητα σε αυτά τα χιλιόμετρα, ενώ υπάρχει απόσταση από το έδαφος και ο αναβάτης κάθεται όρθιος, την ώρα που οι εταιρίες ελαστικών αντιμετώπιζαν την μεγαλύτερη σπαζοκεφαλιά των τελευταίων δεκαετιών: Να φτιάξουν λάστιχα με πρόσφυση που λίγα χρόνια πριν έβρισκες μονάχα σε superbike, αλλά για να σηκώσουν σχεδόν τα διπλάσια κιλά και να έχουν χιλιάδες χιλιόμετρα μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.

Αν ψάξεις το ζήτημα, θα δεις ότι στην έρευνα και την εξέλιξη των μοτοσυκλετών αυτής της κατηγορίας, έχουν δαπανηθεί περισσότερα κονδύλια απ’ ότι για τις superbike σε διπλάσιο εύρος χρόνου, μετρώντας προς τα πίσω. Τα τελευταία πέντε χρόνια, έχουν ξοδευτεί περισσότερα για τις νέες on-off, σε σύγκριση με τα προηγούμενα δέκα για τις superbike. Κι ενώ στην αρχή τα αποτελέσματα, όπως γράφαμε στο MOTO, ήταν απλά ικανοποιητικά, πλέον οι μεγάλες on-off έγιναν αυτό που πάντα θέλαμε, μόνο που είχε χαθεί το “timing”. Μόλις η κρίση χτύπησε την πόρτα μας, η παλιά γκρίνια επέστρεψε αλλά με την αντίστροφη φορά: "Ποιος έχει είκοσι χιλιάδες για ένα ταξιδάκι –που και που- και τι τα θέλουμε τα 150 άλογα για το χώμα".

Πάνω εκεί η KTM έκοψε διαδρομή από τον κινητήρα του 1190 και αφήνοντας άβαφο το υποπλαίσιο, μαζί με φθηνότερες αναρτήσεις και άλλες αλλαγές προς την κατεύθυνση της χαμηλότερης τιμής, προσπάθησε να δώσει μία λύση στο νέο κενό της γκάμας που δημιουργήθηκε, ενώ η Honda εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία με τον καλύτερο τρόπο: Φέρνοντας μια αναβίωση που την περίμενε πολύς κόσμος, ξαναμπαίνοντας έτσι σε μία κατηγορία από την οποία έλειπε από το 2003. Αλλά μακάρι να ήταν τόσο απλά τα πράγματα! Το ανυπέρβλητο ζήτημα, είναι ότι τα τελευταία χρόνια τα μάτια μας έχουν ανοίξει, έχουμε δει ότι οι μεγάλες on-off δεν πιάνονται ούτε από street ή naked, ούτε και από superbike ακόμα, σε στενούς επαρχιακούς που αποτελούν και την πλειοψηφία των διαδρομών μας. Θέλουμε λοιπόν τα ίδια υψηλά πρότυπα συμπεριφοράς, σ’ ένα πιο προσιτό πακέτο, κι έχουμε αρχίσει να τα χαλάμε ακριβώς σ’ αυτό το σημείο. Στις χώρες της Ευρώπης η αγοραστική δύναμη στις κοινωνικές τάξεις έχει μεταβληθεί δυσανάλογα και αυτό που εμείς εδώ θεωρούμε προσιτό, δεν έχει καμία σχέση με τους υπόλοιπους, χώρια που οι καινούριες μοτοσυκλέτες που πωλούνται στη χώρα μας, δεν αλλάζουν πλέον παρά τα τελευταία ψηφία στον συνολικό αριθμό που βλέπουν οι εταιρίες… Και υπάρχει πάντα το θέμα της συνήθειας που λέγαμε: Θέλουμε να στρίβουμε ξύνοντας μαρσπιέ με ασφάλεια, όπως είδαμε ότι αυτή η κατηγορία μπορεί να μας προσφέρει - Κι αυτό δυστυχώς δεν γίνεται με φθηνές λύσεις…

Τα θέλουμε όλα!

Η πιο νέα μοτοσυκλέτα είναι φυσικά η Africa Twin και η Honda ο μεγάλος καιροσκόπος, που αντί να μπει στον ανταγωνισμό τα προηγούμενα χρόνια με ημι-ενεργητικές αναρτήσεις, ride by wire, συνδυασμένα φρένα κι άλλα τόσα, μπορεί τώρα να πει με άνεση ότι όλα αυτά δεν χρειάζονται. Παράλληλα, και για να διατηρήσει τον τίτλο της πιο τεχνολογικά προηγμένης εταιρίας, αναβαθμίζει το DCT που κανένας άλλος κατασκευαστής δεν μπορεί να προσφέρει και ιδού: Η πιο φρέσκια πρόταση, σταματώντας την συζήτηση για την μεγαλύτερη ιπποδύναμη και επιστρέφοντας στην ουσία: Βάζει υποψηφιότητα για την καλύτερη οδηγικά, σε όλη την κατηγορία!

Η αναβίωση του ονόματος της Africa Twin, εδραιώνει την ύπαρξη της νέας μεγαλο-μεσαίας τάξης στην κατηγορία των on-off και ταυτόχρονα βάζει κι ένα φουρνέλο στον ανταγωνισμό. Εσείς έχετε μάθει ήδη σε αποκλειστικότητα, τα πάντα γύρω από την Africa Twin και την εξέλιξή της, οπότε ήρθε η ώρα να δούμε μαζί και την θέση της στον ανταγωνισμό. Μετά από την δοκιμή της στην Ελλάδα, την συγκρίνουμε με 1050 Adventure, V-Strom 1000, Tiger 800XRx και R1200GS. Το πολύ ακριβότερο και μεγαλύτερο GS, υπάρχει εδώ για ένα και μόνο λόγο: Να αποτελέσει το σημείο αναφοράς, όντας η πιο δημοφιλής των on-off, περσινός νικητής στο MΕGA TEST του ΜΟΤΟ και απατηλό, ορισμένες φορές και κρυφό, όνειρο πολλών που τους αρέσει αυτή η κατηγορία μοτοσυκλετών. Το συγκριτικό αυτό επίσης, είναι προάγγελος του φετινού MEGA TEST όπου οι μοτοσυκλέτες θα έχουν όλες χωμάτινα λάστιχα και θα δοκιμαστούν με τον τρόπο που αρμόζει σε μία μοτοσυκλέτα adventure, όπως έχει καθιερωθεί. Η σύγκριση λοιπόν γίνεται τώρα με τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης και στην πιο συνηθισμένη χρήση, που θα κάνουν οι μοτοσυκλέτες αυτές στην ζωή τους. Ταξίδια σε εθνική και επαρχιακό καθώς και καθημερινή χρήση. Πριν όμως από την απευθείας αντιπαράθεση της Africa Twin, με κάθε μία από τις μοτοσυκλέτες του συγκριτικού, ας δούμε πώς συμπεριφέρεται το DCT στα δικά μας δεδομένα κι ας υποδεχτούμε την Africa σε ελληνικό έδαφος!

Africa DCT vs 1050 Adventure

Παιχνίδι που κρίνεται στον πόντο!

Το 1050 της KTM είναι ο πιο άμεσος αντίπαλος του νέου Africa Twin, για μία σειρά από λόγους, με πρώτο και καλύτερο την ομοιότητά τους στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Ελαφρώς δυνατότερο το KTM και σχετικά ελαφρύτερο, ιδιαίτερα σε αντιπαράθεση με την βαρύτερη DCT έκδοση, είναι και καλύτερο από το Africa Twin σε ορισμένους τομείς, υστερώντας όμως σε κάποιους άλλους. Τοποθετημένα στη ζυγαριά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα έρχονται τόσο κοντά, που θα μπορούσε η σύγκριση να είναι μία ατέρμονη διαδικασία χωρίς ξεκάθαρο συμπέρασμα. Ευτυχώς όμως που τέτοιες περιπτώσεις είναι και οι αγαπημένες μας!

Θα ξεκινήσουμε από τα εύκολα λοιπόν, που είναι η συμπεριφορά στο ταξίδι καθώς αναμφισβήτητα το Africa υπερτερεί, χωρίς να υπολογίσεις μάλιστα το DCT και την τεράστια ευκολία που αυτό σου προσφέρει στο ταξίδι. Η προστασία του αέρα στο KTM είναι μικρότερη, ενώ στο κράνος σου φτάνουν στροβιλισμοί που δεν είναι πολύ ενοχλητικοί, ωστόσο τους παρατηρείς συγκριτικά με το Africa Twin. Λιγότερο άνετη σέλα στο KTM, σε ότι έχει να κάνει με μεγάλες αποστάσεις  με την διαφορά να μεγαλώνει για τον συνεπιβάτη, και μία μικρή ενόχληση από θερμότητα, που σε καμία περίπτωση δεν φτάνει στα επίπεδα του 1190 - προ διορθώσεων της KTM – όμως κι αυτό είναι κάτι που παρατηρείς αφού δεν το βλέπεις στο Africa. Από εκεί και πέρα υπάρχουν και λεπτομέρειες που καθιστούν πιο ευχάριστο το ταξίδι με την Africa Twin, σε εθνικές οδούς και μεγάλες αποστάσεις, όπως η χροιά του κινητήρα και η απόκρισή του. Η KTM εστιάζει πάρα πολύ στο βάρος του κινητήρα, και προτιμά να εξοικονομεί βάρος από παντού, πράγμα που στα αυτιά σου μεταφράζεται σε μία σειρά από μηχανικούς ήχους, αντί για έναν ενιαίο. Είναι ένα μικρό μειονέκτημα, σε σύγκριση με αυτά που σου προσφέρει, αλλά αυτό θα το δούμε παρακάτω, αυτό που μας ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι ο ήχος. Με την Africa Twin σε συνοδεύει ένας όμορφος μπάσος ήχος από το τελικό της εξάτμισης, χωρίς μηχανικούς θορύβους. Καμία μοτοσυκλέτα του συγκριτικού δεν πρόκειται να σε συγκινήσει ηχητικά, πέρα από το συγκεκριμένο V-Strom για τους λάθους λόγους, αλλά στην περίπτωση που εξετάζουμε τώρα, ο ήχος του Africa ακούγεται στα αυτιά σου ως «υγιέστερος», σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι αξιόπιστη μοτοσυκλέτα, χωρίς κανείς ακόμα να μπορεί να ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο ισχύει και στην πράξη.

Αν αφήσεις την εθνική και αρχίσεις να ανεβαίνεις κάποιον επαρχιακό γεμάτο στροφές και φουρκέτες, όπως κάναμε εμείς, τότε ανοίγονται μπροστά σου δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη έχεις βάλει το DCT στην τρίτη θέση της sport λειτουργίας και θαυμάζεις την φύση καθώς απολαμβάνεις την βόλτα, χωρίς να θέλεις να κατέβεις από την Africa Twin. Στην δεύτερη περίπτωση, έχεις ξοδέψει πολύτιμα δευτερόλεπτα στο ρελαντί, για να βγάλεις το traction control στο 1050 Adventure – την στιγμή που στο Africa γίνεται εν κινήσει – αφήνεις το ABS στον εμπρός τροχό, και την χαρτογράφηση στην sport λειτουργία, και σιχτιρίζοντας για τα τριάντα δευτερόλεπτα που σου φάνηκαν τρία λεπτά, ξαμολιέσαι στον ανήφορο με τον πορτοκαλί διάολο. Δεν χρειάζεται να πας γελοιωδώς γρήγορα, του στιλ "Έχω ανοίξει την κάμερα και θέλω να εντυπωσιάσω τους φίλους μου". Ακόμα και στην σβέλτη οδήγηση το KTM είναι καλύτερο από την νέα, άψογα ζυγισμένη Africa. Είναι γιατί και το KTM έχει άψογο ζύγισμα, μαζί όμως με δύο ακόμα στοιχεία: Το υπέροχο χωροδικτύωμα του 1190 που είναι ακριβώς όσο άκαμπτο χρειάζεται, για να το κάνεις ότι θέλεις, και την απόκριση του 1190 μέχρι τις 6.000 στροφές. Στον αντίποδα η Africa επωφελείται από τον μεγαλύτερο τροχό, στις απότομες εναλλαγές πορείας. Στις μέρες μας έχεις ελαστικά που σου χαρίζουν πρόσφυση ακόμα και στις διαστάσεις των εικοσιένα ιντσών του εμπρός τροχού, κι έτσι η διάσταση αυτή σε βοηθά και στον δρόμο, εκτός από το χώμα, όταν μιλάμε για επαρχιακό και ελληνικές συνθήκες. Όμως είναι τόσο απόλυτος ο τρόπος που μπορείς να οδηγήσεις το KTM, σουζάροντας στις εξόδους και ντριφτάροντας στην επόμενη είσοδο, που ακόμα κι αν δεν θέλεις να οδηγήσεις τόσο γρήγορα, εξακολουθεί να είναι προτιμότερη επιλογή. Σ’ ένα τέτοιο παιχνίδι το Africa δε μένει πολύ πιο πίσω, ενώ μπορείς να επωφεληθείς για να κάνεις ταχύτερες αλλαγές, πριν ακόμα από την έξοδο, κρατώντας την μοτοσυκλέτα πλαγιασμένη. Όμως στον ίδιο δρόμο και με τον ίδιο γρήγορο ρυθμό, το KTM είναι πιο ξεκούραστο, αυτή είναι τελικά και η διαφορά τους.

Στην πόλη ο μεγαλύτερος εμπρός τροχός, είναι ο σύμμαχός σου στις άπειρες λακκούβες και τα ψηλά πεζοδρόμια, ενώ αν οδηγήσεις γρήγορα, έρχεται σύντομα η στιγμή που το KTM ζεσταίνεται και ξεχνά την νεκρά και από πρώτη πας στην δευτέρα και καταλήγεις από τα πολλά πάνω-κάτω να κρατάς την μανέτα του συμπλέκτη στο φανάρι. Δεν θα το κάνει πάντα, όμως αποτελεί μειονέκτημα έναντι του Africa, που ακόμα και το κανονικό κιβώτιο βρίσκει πάντα την νεκρά, όσο γρήγορα κι αν έχεις οδηγήσει. Για το DCT δεν χρειάζεται καμία πρόσθετη διευκρίνιση… Οριακά καλύτερα και τα φώτα της Africa σε νυχτερινή οδήγηση όπως και τα όργανα που διαβάζονται κάτω από όλες τις συνθήκες, εξαιτίας της απόχρωσης των ενδείξεων και τα προτιμάς, παρόλο που οι ενδείξεις του KTM είναι περισσότερες…

Africa DCT vs V-Strom 1000

Δες το τεχνοκρατικά

Το V-Strom 1000 είναι η τιμιότερη μοτοσυκλέτα του συγκριτικού και ακόμα παραπέρα, είναι μία από τις πιο τίμιες μοτοσυκλέτες της αγοράς, αυτή την στιγμή! Αδικείται γιατί δεν έχει όγκο, την στιγμή που κάποτε ένας από τους βασικούς λόγους που το V-Strom 650 είχε ανακηρυχτεί η δημοφιλέστερη μοτοσυκλέτα, ήταν ότι έμοιαζε με χιλιάρι. Αδικείται επίσης γιατί η εμφάνισή του, ειδικά μπροστά, δεν σε γεμίζει με ματαιοδοξία όταν παρκάρεις στην καφετέρια. Αυτό βέβαια δεν μπορείς να πεις ότι αποτελεί μειονέκτημα, το μειονέκτημα είναι να δείχνεις προτίμηση στις μοτοσυκλέτες με βάση την ματαιοδοξία σου, αλλά ας μην γελιόμαστε, για την ελληνική πραγματικότητα μιλάμε. Αυτά τα δύο στοιχεία, είναι ίσως τα μόνα για τα οποία δεν εξασφάλισε μία καλύτερη πορεία στην ελληνική αγορά, από την ημέρα που παρουσιάστηκε.  Αν εξαιρέσεις όμως την θεωρία και περάσεις στο πρακτικό κομμάτι της σύγκρισης του V-Strom και της νέας Africa, τότε είναι λίγα τα πράγματα που θα σε ενοχλήσουν στο πιο οικονομικό σε τιμή αγοράς Suzuki.

Αρχικά είναι η θέση οδήγησης που χαλά την βαθμολογία του, και πιο συγκεκριμένα το στενό τιμόνι που ταυτόχρονα τοποθετεί και τα χέρια ψηλά. Αν καθίσεις στο V-Strom αμέσως μετά την Africa Twin, νιώθεις ότι πήδηξες από τον μηχανικό ταύρο στο λούνα παρκ που ήταν για τους ενήλικους, στον χρωματιστό μονόκερο που νανουρίζει τα παιδιά με μουσική από συνθεσάιζερ… Αυτή είναι η διαφορά τους. Έχεις μετά και τους τετράγωνους καθρέφτες, τα κάθετα όργανα λες και έχεις μπει σε ταξί Mercedes της προηγούμενης δεκαετίας και συμπληρώνεται μία πιο παλιομοδίτικη εικόνα. Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν παραβλέπεται με ευκολία, μόλις συνειδητοποιήσεις ότι μπορείς να κινηθείς εξίσου γρήγορα με το V-Strom, όσο και με την Africa! Επιπρόσθετα καταβάλλεις και λιγότερη προσπάθεια στην είσοδο των στροφών, παρόλο που χειρίζεσαι ένα τιμόνι με μικρότερο μοχλό. Η στενή σιλουέτα της μοτοσυκλέτας και η συγκέντρωση όλων των μαζών χαμηλά, της χαρίζουν αξιοσημείωτη ευελιξία για τα κυβικά της, ενώ ταυτόχρονα είναι και πολύ σταθερή στο ταξίδι σε εθνικές οδούς.

Σε αυτή την περίπτωση, όταν θα βγεις σε αυτοκινητόδρομο για να ταξιδέψεις, το V-Strom πάσχει έναντι της Africa στην άνεση, τόσο εξαιτίας της μικρότερης κάλυψης από τον αέρα, όσο και της γεωμετρίας της θέσης οδήγησης συνολικά, και όχι μόνο για την γωνία που τοποθετεί το τιμόνι τα χέρια σου. Ούτε η σέλα έχει την ίδια άνεση, αν και ο συνεπιβάτης θα είναι πιο δύσκολο να πάρει θέση, γιατί για εκείνον η διαφορά είναι πολύ μικρότερη. Από εκεί και πέρα όμως το Suzuki ταξιδεύει κι αυτό, όπως και η Africa, απαλλαγμένο από ενοχλητικούς κραδασμούς και μ’ ένα ωραίο ήχο από το τελικό της εξάτμισης. Αυτό το τελευταίο, δεν ισχύει και τόσο για την μοτοσυκλέτα του συγκριτικού, που είχε τοποθετημένη μία τελείως ανοιχτή Yoshimura και ο ήχος ήταν σίγουρα εκτός των νόμιμων πλαισίων.

Σε ότι έχει να κάνει με την συμπεριφορά στον δρόμο, οι δύο μοτοσυκλέτες είναι πολύ κοντά, ενώ αν υπολογίσεις την διαφορά στην τιμή τους, τότε το V-Strom είναι συνολικά καλύτερη περίπτωση (η ατάκα του Μιμίκου: "Αυτό είναι μπετόν! Καλύτερο από GSX-R!"). Υπάρχει ωστόσο ένα στοιχείο που το Suzuki φανερώνει την απόσταση τιμής με το Africa Twin, κι αυτό είναι οι αναρτήσεις. Σε βόλτες με ήπιο ρυθμό ή μέσα στην πόλη, η διαφορά τους δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή. Θα πρέπει να πέσεις με ταχύτητα σε κάποια λακκούβα, ή να πρέπει να φρενάρεις οριακά πριν αφήσεις τα φρένα για να στρίψεις, για να δεις ότι το αμορτισέρ πίσω δεν μπορεί να περάσει με την ίδια ταχύτητα όπως του Africa, πάνω από λακκούβες και σαμαράκια, χωρίς να σε ενοχλήσει η πιο σκληρή -συγκριτικά πάντα- συμπίεση και η πιο γρήγορη επαναφορά. Το πιρούνι δεν έχει κι αυτό την προοδευτική λειτουργία που συναντάς στο Africa Twin και το αποτέλεσμα γίνεται πιο ξεκάθαρο, αν αρχίσεις να πιέζεις τις δύο μοτοσυκλέτες σε αρκετά γρήγορο ρυθμό. Εκεί το Africa Twin θα σου επιτρέψει να περάσεις το V-Strom ή να κινηθείς μαζί του, αλλά με μικρότερη προσπάθεια.

Τα προοδευτικά φρένα του V-Strom, αν και έχουν καλύτερη αίσθηση από του Africa Twin, θερμαίνονται χάνοντας απόδοση λίγο πιο γρήγορα, ενώ η συμπεριφορά του ABS είναι καλύτερη για την Honda, ιδιαίτερα στον εμπρός τροχό. Οριακά καλύτερα τα φώτα του Suzuki από την πιο νεότερη Honda, γιατί αν και δεν διαφέρουν σε ένταση, έχουν λιγότερες σκιάσεις και αντίστοιχη διασπορά της δέσμης… Επίσης συγκεκριμένα με τις εκδόσεις που είχαμε στο συγκριτικό, άρχιζες να προσέχεις περισσότερο, την ηχηρό τρόπο που κούμπωναν οι σχέσεις του κιβωτίου στο V-Strom. Το DCT της Africa Twin δεν είναι τελείως αθόρυβο, απεναντίας ακούς όλες του τις αλλαγές, όμως είτε με δύο συμπλέκτες και κουμπιά, είτε με έναν συμπλέκτη και μανέτα, το Africa αλλάζει με λιγότερο θόρυβο και κόπο.

Africa DCT vs Tiger 800 XRx

Αναμέτρηση με street κριτήρια

Σε απευθείας σύγκριση με την Africa Twin, το μικρότερο Tiger τοποθετείται διαμετρικά αντίθετα από το GS της BMW, αποτελώντας ουσιαστικά το άλλο άκρο. Ωστόσο είναι μία επιλογή οικονομική και με ιδιαίτερο χαρακτήρα, που θα αξιολογήσει κανείς, όταν προσπαθεί να αποφασίσει για την προτιμότερη της μεγαλο-μεσαίας κατηγορίας των on-off. Από τις δύο διαφορετικές εκδόσεις του Triumph, επιλέξαμε συνειδητά εκείνη με τον μικρότερο εμπρός τροχό, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η έμφαση αυτού του συγκριτικού είναι ο δρόμος, και πολύ λιγότερο το χώμα. Όταν έρθει η ώρα του φετινού MEGA TEST, μία από τις μοτοσυκλέτες που θα συμμετέχει, θα είναι το Tiger με τον εμπρός τροχό των εικοσιένα ιντσών. Ο δεύτερος είναι ότι έτσι κι αλλιώς, επιβάλλεται το Tiger να συγκριθεί με το Africa και στις δύο του εκδόσεις, από την στιγμή που για την ίδια χρήση η Triumph έχει δύο μοντέλα και η Honda ένα, για όλες τις δουλειές.

Έχουμε πει ότι η ευστροφία του τρικύλινδρου που έχει το Tiger είναι αξιοσημείωτη, πράγμα βέβαια που ισχύει γενικά για όλα τα Triumph. Παρόλο αυτό το γεγονός, το Tiger δεν μπορεί να κυνηγήσει σε επαρχιακό με στροφές το Africa Twin, αφού τόσο τα κυβικά όσο και η ροπή του δικύλινδρου, ακυρώνουν την σύγκριση. Στην πράξη οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν και διαφορετικό στιλ οδήγησης, καθώς το Triumph ως σχεδόν γνήσια street απαιτεί από εσένα να χρησιμοποιείς το σώμα σου περισσότερο και να μην βασίζεσαι μονάχα στο γυροσκοπικό φαινόμενο για την είσοδο της στροφής. Μπορεί να μην έχει την επιτάχυνση του Africa και την ροπή για την έξοδο της στροφής, αλλά έχει καλύτερα φρένα, τόσο σε δύναμη, όσο και σε αίσθηση, και αναρτήσεις που του επιτρέπουν να διατηρήσει μεγαλύτερη ταχύτητα μέσα στην στροφή. Σε φαρδύτερους δρόμους το μικρότερο σε κυβικά Triumph, μπορεί να είναι και ταχύτερο από την Africa Twin, ωστόσο σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις υπολείπεται στην μεγαλύτερη δικύλινδρη.

Ακόμα και στην πόλη όμως, η νέα Africa Twin έχει ορισμένα πλεονεκτήματα, παρόλο που είναι μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα. Το μικρότερο κόψιμο του τιμονιού στο Tiger και το άκαμπτο πλαίσιο το καθιστούν –συγκριτικά και μόνο- ποιο δυσκίνητη μοτοσυκλέτα. Το πλεονέκτημα είναι ο μικρότερος όγκος του, με τον αναβάτη να πατά καλύτερα στο έδαφος και να απολαμβάνει μία πολύ άνετη σέλα.  Η Africa Twin είναι πολύ εύκολη μοτοσυκλέτα, εξαιτίας του ζυγίσματός της αλλά το Tiger είναι ακόμη πιο μαζεμένο σε διαστάσεις και ευνοεί τους κοντύτερους αναβάτες.

Η άμεση απόκριση του τρικύλινδρου στο άνοιγμα του γκαζιού και η διάρκειά του στις ψηλές στροφές, χωρίς ταυτόχρονα να πάσχει στις μεσαίες, είναι ένα χαρακτηριστικό του Tiger που μαθαίνεις ν’ αγαπάς πολύ γρήγορα. Η συμπεριφορά του κινητήρα σε ξεγελά, κάνοντάς σε να πιστεύεις ότι είναι μεγαλύτερος σε κυβισμό και η ξεκάθαρη street συμπεριφορά του ενισχύεται και από τις αναρτήσεις. Πέρα από καλύτερα φρένα, το πιρούνι του Tiger βυθίζεται λιγότερο και πιο προοδευτικά από της Africa Twin πράγμα που είναι σημαντικό τόσο για τις στιγμές που θέλεις να κινηθείς γρήγορα, όσο και για την βόλτα ακόμα, όταν θα αρχίσεις να κατεβαίνεις κάποιον στενό επαρχιακό γεμάτο φουρκέτες. Μικρότερη άνεση από την στάση του σώματος που έρχεται πιο μπροστά και το μικρότερο πλάτος του τιμονιού, αλλά καλύτερη συμπεριφορά από ανάρτηση και φρένα, αυτές είναι οι διαφορές του Tiger έναντι του Africa σε αυτή την περίπτωση.

Τα ηλεκτρονικά του Tiger δεν απέχουν σε τεχνολογία από το νεότερο Africa, ενώ το ride by wire που υπάρχει στην δεύτερη γενιά, έχει άψογη λειτουργία. Ο άνθρωπος που έχει σχεδιάσει την Africa Twin, μας είχε πει πως η τεχνολογία δεν είναι ακόμα έτοιμη για ride by wire που δουλεύει σωστά και στο χώμα, όμως η Triumph δεν θεωρεί κάτι τέτοιο δεδομένο, ειδικά στην συγκεκριμένη έκδοση που είναι κυρίως ασφάλτινη.  Εξαιτίας του ride by wire γκαζιού, το Tiger έχει και cruise control για τα ταξίδια, πράγμα που τεχνικά θα ήταν  πολύπλοκο για την αναλογική – σε αυτό τον τομέα Africa. Το ABS του Tiger μπορεί επίσης να απενεργοποιηθεί στον πίσω τροχό, ενώ ανάλογα με την έκδοση το traction control διαθέτει και βαθμίδες εμπλοκής. Οι διαφορετικοί χάρτες στην λειτουργία του κινητήρα έχουν μικρή διαφορά μεταξύ τους, με την "rain" να απέχει σημαντικά από όλες. Επιταχύνει τόσο ομαλά σε αυτή τη χαρτογράφηση το Tiger, που νιώθεις ασφάλεια να χουφτώσεις το γκάζι σε μια βροχερή μέρα, έχοντας απενεργοποιήσει το traction control. Αυτό που θα παρατηρήσεις στο Tiger είναι ο ηχηρός τρόπος που αλλάζει ταχύτητες και η δύναμη που απαιτείται στον λεβιέ, και αυτό χωρίς να το συγκρίνεις με το καλύτερο αυτόματο κιβώτιο που υπάρχει αυτή την στιγμή στην παραγωγή.

Απέναντι στο μεγαλύτερο Africa Twin, μπορεί να χάνει σε εμφάνιση και στον παράγοντα εντυπωσιασμού, όμως αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι μία συμφέρουσα πρόταση που ταξιδεύει πολύ καλά και είναι ευέλικτη στην καθημερινή χρήση. Στις μεγάλες οn-off που φορτώνεις για να ταξιδέψεις, ανακαλύπτεις όταν φτάσεις στον προορισμό σου, πώς αφού ξεφόρτωσες και ετοιμάζεσαι να εξερευνήσεις το νέο μέρος, συνεχίζεις να κουβαλάς μαζί σου έναν μεγάλο όγκο. Αυτή είναι η περίπτωση του GS για παράδειγμα, όπως θα δούμε παρακάτω… Στις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες του συγκριτικού, κερδίζεις την ευελιξία σου, ενώ το Tiger πάει ένα βήμα παρακάτω, όντας η πιο μικροκαμωμένη, αλλά με αντίστοιχες ταξιδιωτικές δυνατότητες.

Africa DCT vs R1200GS

Εναντίον γολιάθ

Κάθε φορά που ανεβαίνω στο GS μετά από ένα διάστημα, ακόμα και μικρό, αισθάνομαι ότι μου έλειψαν τα ταξίδια, κι ας έχω γυρίσει όλη την ηπειρωτική Ελλάδα στην σέλα του, χωρίς καμία υπερβολή. Το πρόβλημα με το GS, είναι ότι αν ταξιδέψεις μ’ αυτό, ανεβαίνουν τόσο ψηλά τα στάνταρ σου, που μετά δεν είσαι ικανοποιημένος αν δεν δώσεις το υπέρογκο ποσό που κοστίζει με όλο τον εξοπλισμό επάνω του. Γιατί και να το θέλεις «γυμνό από ηλεκτρονικά» δεν θα το βρεις εύκολα, χώρια που αν το δοκιμάσεις με αυτά, επίσης σου δημιουργούνται τα ίδια συναισθήματα και αδυνατείς να δεχτείς οτιδήποτε λιγότερο. Ακόμα και με τo εκνευριστικά κοντό κιβώτιο, που κρατά ψηλά τις στροφές σε ταξιδιωτικές ταχύτητες, το GS είναι ο βασιλιάς της κατηγορίας βάζοντάς τα στα ίσα ακόμα και με άλλες sport-touring μοτοσυκλέτες. Το θέμα είναι ότι ο περισσότερος κόσμος πιστεύει πως εκεί σταματούν οι δυνατότητες του GS και στο χώμα είναι ένα γερμανικό άρμα μάχης, καθόλου εκλεπτυσμένο, κατάλληλο μονάχα για ψηλούς ξανθούς αναβάτες που το όνομά τους τελειώνει σε «ιτζ» και ποτίζονται με μπύρα γιατί το νερό τους χαλάει. Ούτε κι αυτό ισχύει. Δεν χρειάζεσαι ιδιαίτερες ικανότητες για να πας γρήγορα στο χώμα με το GS, το μόνο που απαιτείται είναι λίγο μεγαλύτερος χρόνος προσαρμογής στην σέλα του, ώστε να βγάλεις από το μυαλό σου τον όγκο του και να εστιάσεις στην οδήγηση.

Πέρσι ήταν η πρώτη χρονιά που η ημι-υγρόψυκτη γενιά του GS βρήκε τον πραγματικό της εαυτό και άρχισαν να δένουν οι ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενες αναρτήσεις, η απόκριση του γκαζιού και η αυξημένη ιπποδύναμη του μεγαλύτερου σε κυβικά κινητήρα, περνώντας έτσι ξανά εμπρός από τον ανταγωνισμό. Που δένει η Africa Twin σε όλα αυτά; Αν η DCT έκδοσή της, είναι αξιόλογη μπροστά στην "Τriple Βlack", κατά πολύ ακριβότερη έκδοση του GS, τότε η Honda έχει κάνει καλή δουλειά. Ξεκινώντας την σύγκριση από το περιβάλλον της πόλης και την καθημερινή μετακίνηση, η Africa Twin βγαίνει πάντα μπροστά στο φανάρι που το GS μπορεί να δυσκολευτεί να φτάσει, από τον κίνδυνο να ξηλώσει μερικούς καθρέφτες στο διάβα του. Ιδιαίτερα με την DCT έκδοση, η καθημερινή μετακίνηση είναι απείρως ευκολότερη με την Africa Twin και μην σκεφτεί κανείς να αντιπαραβάλλει το quick shifter της BMW, ως μέτρο σύγκρισης. Μπορεί με αυτό να κατεβάζεις σχέσεις, χωρίς να χρησιμοποιείς την μανέτα του συμπλέκτη, αλλά δεν μπορείς να συγκρίνεις την ευκολία να μην υπάρχει καθόλου αυτή η μανέτα. Ειδικά στην εκκίνηση που ο συμπλέκτης του GS απομονώνει ψηλά, το δεξί γκριπ είναι ευαίσθητο και η ροπή μπόλικη, θα βρεθείς να συμπλεκτάρεις λίγο παραπάνω, αν θέλεις να ξεκινήσεις γρήγορα και να εκτοξευτείς μπροστά όσο πιο άμεσα γίνεται. Στον αντίποδα ο αναβάτης της Africa έχει ανοίξει απλά τέρμα το γκάζι, πριν ακόμα ανεβάσει το πόδι του στο μαρσπιέ, και εκείνη με ελαφρά σηκωμένο τον εμπρός τροχό, επιταχύνει άμεσα εμπρός - τόσο απλά!

Καθημερινές διαδικασίες, όπως το παρκάρισμα, οι μανούβρες δίπλα στο πεζοδρόμιο, το σπρώξιμο με νεκρά για λίγα μέτρα που πότε – πότε χρειάζεται, και ότι ακόμα μπορείς να φανταστείς, γίνονται πανεύκολα με την Africa, ενώ με το GS υπάρχει πάντα τουλάχιστον ένας πρόσθετος βαθμός δυσκολίας. Μόλις όμως οι δύο μοτοσυκλέτες φύγουν από την πόλη, η όποια υπεροχή του μικρότερου Africa εξαφανίζεται και δύσκολα θα επανέλθει ακόμα κι όταν τελειώσει ο αυτοκινητόδρομος και συνεχίσουν σε επαρχιακό δρόμο. Το GS με τα συνδυασμένα φρένα και τις αναρτήσεις που δεν επηρεάζουν την γεωμετρία της μοτοσυκλέτας στο φρενάρισμα, μαζί με το κοντό κιβώτιο και την πολύ υψηλότερη ροπή, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στην Africa Twin να το κυνηγήσει σ’ ένα δρόμο γεμάτο στροφές. Το μόνο πλεονέκτημα που έχει η Africa, είναι η ευκολία που προσφέρει σ’ έναν αναβάτη χωρίς μεγάλη εμπειρία να κινηθεί γρήγορα, έναντι του BMW. Το GS απαιτεί μεγαλύτερο βαθμό εξοικείωσης, ωστόσο από πλευράς δυνατοτήτων είναι πρώτο και μάλιστα με διαφορά.

Η Africa Twin ταξιδεύει καλύτερα από όλες του συγκριτικού, πλην του BMW, ωστόσο αν οι δυο τους συνταξιδέψουν, με μία ταχύτητα ταξιδιού στην περιοχή των εκατόν πενήντα χιλιομέτρων την ώρα, τότε στην Africa θα είσαι απαλλαγμένος τελείως από κραδασμούς κάθε συχνότητας, με τον κινητήρα στις ιδανικές στροφές, υπό την προστασία του DCT. Το BMW θα είναι τουλάχιστον χίλιες στροφές πάνω από αυτό που θα περίμενες για τα κυβικά του, και ο μόνιμος ήχος από τις υψηλότερες στροφές θα είναι στα αυτιά σου μία μικρή εκνευριστική υπενθύμιση. Με τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις όμως να προσαρμόζονται στον ρυθμό της οδήγησης και τις ανωμαλίες του δρόμου, με το cruise control και την εκπληκτική προστασία από τον αέρα, αυτή η μικρή ενόχληση παραβλέπεται πολύ γρήγορα. Το ζήτημα είναι ότι ποτέ δεν έχουμε δοκιμάσει ένα GS στην ίδια τιμή με την Africa Twin DCT, χωρίς δηλαδή τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις και τον υπόλοιπο πλούσιο εξοπλισμό, αλλά δεν θα είχε και μεγάλο νόημα, από την στιγμή που τα GS χωρίς εξοπλισμό, δεν απαντώνται ελεύθερα στην φύση… Με μία σημαντική λοιπόν διαφορά τιμής, το GS είναι σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις καλύτερο από την Africa, εκτός από συνθήκες κίνησης στην πόλη.

Όλοι εναντίον όλων!

Είναι αυτή η περίπτωση που για να ξεδιαλύνεις τα πράγματα, πρέπει να ρίξεις μπόλικη σκόνη και λάσπη. Το τελικό συμπέρασμα για την καλύτερη συνολικά, θα πρέπει να βγει αφού πρώτα σκονιστούν όλες, σε κάποιο χωματόδρομο… Με τα ελαστικά βέβαια που έχουν τοποθετημένα οι μοτοσυκλέτες του συγκριτικού, δεν μπορείς να κάνεις πολλά στο χώμα, ιδιαίτερα αν μπροστά σου αρχίζεις να βρίσκεις λάσπη ή σαθρό έδαφος. Ωστόσο αυτή ακριβώς είναι και η πιο συνηθισμένη περίπτωση όταν θ’ αφήσουν την άσφαλτο πίσω τους: Φορώντας τα στάνταρ ελαστικά. Την υπεροχή έχει από την αρχή η Africa Twin, εξαιτίας του μεγαλύτερου εμπρός τροχού, αλλά και των αναρτήσεων. Μέχρι να έρθει η ώρα να εξερευνήσουμε όλα της τα όρια στην εκτός δρόμου κίνηση, η Africa Twin αποδείχτηκε ένα μικρό παιχνίδι σε όσους βατούς χωματόδρομους περάσαμε μαζί της. Από κοντά της όμως είναι το 1050 Adventure, το R1200GS και το V-Strom, το κάθε ένα για τους δικούς του, ξεχωριστούς λόγους.

Ουσιαστικά το KTM, παρά τον μικρότερο εμπρός τροχό, μπορεί να περάσει και την Africa Twin στα κατάλληλα χέρια, και όχι απλά να ισοφαρίσει μαζί της. Είναι ελαφρύ και έχει πολύ καλή ροπή, ιδανικά μοιρασμένες σχέσεις, και ένα πλαίσιο σωστά μελετημένο. Όταν θα μπλοκάρεις τον πίσω τροχό για να πλασαριστείς στην στροφή εμπρός σου ή θα κρατήσεις το γκάζι ανοιχτό σκορπώντας πίσω σου πέτρες, το 1050 Adventure είναι με διαφορά η μοτοσυκλέτα που θα σε διευκολύνει περισσότερο σ’ αυτό το παιχνίδι. Είναι όμως και το μόνο σημείο που θα φανεί καλύτερο από το Africa στο χώμα, σε αυτού του είδος την οδήγηση και σε τέτοιο ρυθμό. Διαφορετικά έχεις βάλει το DCT στην θέση “G” και με τα πόδια αμετακίνητα πάνω στα μαρσπιέ όσο είσαι όρθιος, σπινάρεις τον πίσω τροχό κι ανεβαίνεις σε ανηφόρες, απλά με το μυαλό σου στο δεξί γκριπ και πουθενά αλλού. Ούτε και σε κοτρώνες, νεροφαγώματα κι άλλες τέτοιες ομορφιές  όπου με το KTM θα το σκεφτόσουν. Η Africa Twin περνά από παντού με τον ελάχιστο δυνατό κόπο, με κάθε ικανότητας αναβάτη, αυτό είναι το μεγάλο της πλεονέκτημα.

Αντίστοιχα, χωρίς κόπο, γίνονται τα πράγματα και στο GS όταν θα αφήσεις πίσω σου την άσφαλτο, φτάνει να έχεις ήδη συνηθίσει τον μεγαλύτερο όγκο του. Οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις δουλεύουν καλύτερα, έπειτα από τα συνεχή update στο λογισμικό που τις διαχειρίζεται και την μοναδική στην κατηγορία θέση του στροφάλου εξαιτίας του κινητήρα boxer, γίνονται σύμμαχοί σου για να κινηθείς γρήγορα ότι κι αν υπάρχει μπροστά σου. Αν μιλάμε για ταξίδι ολόκληρο στο χώμα, και όχι για μία βολτάδικη διαδρομή μία Κυριακή, τότε το GS θα το προτιμήσεις γιατί θα απολαύσεις παραπλήσια άνεση με εκείνη που είχες και στον αυτοκινητόδρομο. Σε διαφορετική περίπτωση η Africa Twin είναι διασκεδαστικότερη, πολύ πιο εύκολη για τον μέσο αναβάτη, κι όταν απογειωθεί εκεί που οι συνθήκες το επιτρέπουν, δεν σκέφτεσαι το όνομα που θα δώσεις στην πετρελαιοπηγή που θα ξεπηδήσει, όταν προσγειωθείς στο έδαφος. Το GS μετά από κάθε άλμα προσγειώνεται με ένα βαρύ γδούπο, που αντιλαλεί στις γύρω κορυφές, κάνοντας σμήνη από πουλιά να φτερουγίσουν τρομαγμένα. Είναι μικρή η διαφορά στα κιλά με την έκδοση DCT, απλά είναι άλλη η χάρη που συμπεριφέρεται η Africa έναντι του GS: Είναι σαν να βλέπεις κλασική χορογραφία που την μία εκτελείται από έναν γυμνασμένο χορευτή και την άλλη από έναν μποντιλμπιντερά. Κάνουν τα ίδια, με άλλο τρόπο ο καθένας.

Από την άλλη μεριά το V-Strom υπολείπεται σε συμπεριφορά από την πίσω ανάρτηση στην εκτός δρόμου κίνηση, που εύκολα μπορεί να τερματίσει ενώ αν αυξηθεί ο ρυθμός, αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι πως το πιρούνι έχει πιο σκληρή συμπίεση, από αυτή που ιδανικά θα ήθελες. Παρόλο τα παραπάνω όμως, η αλήθεια είναι ότι το περισσότερο που θα μείνει πίσω το V-Strom, είναι μόλις μερικά μέτρα αφού στην πράξη πρόκειται για μικρές μονάχα διαφορές. Είναι το Tiger που φυσικά ταλαιπωρείται περισσότερο από τις αναρτήσεις με τον καθαρά street προσανατολισμό, και την μικρή απόσταση από το έδαφος. Στο δίλημμα που αντιμετωπίζουν όλοι οι κατασκευαστές, του πόσο “off” να σχεδιάσουν μία νέα μοτοσυκλέτα της κατηγορίας, η Triumph απάντησε με πιο ξεκάθαρο τρόπο, φτιάχνοντας δύο ξεχωριστές εκδόσεις ώστε ο καθένας να διαλέξει εκείνη που του ταιριάζει περισσότερο. Είναι λοιπόν φυσιολογικό, που στην συγκεκριμένη περίπτωση και ότι έχει να κάνει με το χώμα, το Tiger μένει τελευταίο, περιμένοντας να έρθει η ώρα του MEGA TEST.

Για να μπορείς να διαλέξεις, πρέπει να ξέρεις τι θέλεις…

Για τον μέσο αναβάτη, η υπεροχή του Africa Twin στο χώμα σημαίνει ότι η Honda πράγματι εστίασε σ’ αυτές τις δυνατότητες, και δεν προσπάθησε να πουλήσει απλά την εικόνα της Adventure μοτοσυκλέτας. Δεν είναι μονάχα marketing όλα όσα ισχυρίζονταν στην αρχή για την νέα της μοτοσυκλέτα. Αυτό από μόνο του, την κάνει να ξεχωρίζει και από την προηγούμενη Africa Twin 750, που με σχεδόν τις ίδιες διαστάσεις εξωτερικά ήταν μία μεγάλη on-off μοτοσυκλέτα φτιαγμένη για καθημερινή χρήση και ταξίδια. Ο περισσότερος κόσμος αυτό περίμενε όταν άκουσε για νέα Africa Twin, μία προσιτή καθημερινή μοτοσυκλέτα που θα του συντηρούσε το όνειρο. Δεν περίμενε ότι θα είναι μία από τις καλύτερες μοτοσυκλέτες που έχει φτιάξει η Honda τα τελευταία χρόνια, και για να την αποκτήσει θα πρέπει να καταβάλλει το αντίστοιχο τίμημα.  

Με άνεση στο ταξίδι που συγκρίνεται προς τα πάνω μονάχα με το GS, ευέλικτη στην πόλη και με δυνατότητα να κυνηγήσει, αλλά δύσκολα να περάσει, το εκπληκτικό 1050 Adventure σε επαρχιακούς,  η νέα Africa Twin είναι μία μοτοσυκλέτα γνήσια Honda: Σε κερδίζει ως σύνολο. Με την παραδοχή ότι το GS παραμένει ο βασιλιάς της κατηγορίας, η Africa Twin έρχεται δεύτερη μπροστά από το 1050 Adventure, ενώ αν η τιμή της χωρίς το DCT ήταν αντίστοιχη με του V-Strom που ακολουθεί, τότε θα ήταν το σίγουρο best seller. Με την παρουσία του Africa Twin έγινε πιο κατανοητό ότι πλέον έχει δημιουργηθεί μία νέα μεσαία τάξη στην κατηγορία των οn-οff, που κάποτε ήταν η μεγαλύτερη. Με την κρίση όμως επιστρέφουμε στην ουσία, και σε περίπτωση που κάποιος την είχε ξεχάσει τόσο καιρό, να θυμηθούμε αυτό που έχουμε γράψει πολλές φορές: Όλες οι μεγάλες on-off, έχουν χαρτογράφηση enduro που αποδίδει εκατό ίππους, μαζί και η Ducati Multristrada Enduro που μόλις παρουσιάστηκε και θα την δείτε στο επόμενο τεύχος. Όχι απλά γιατί "τόσα χρειάζεσαι για το χώμα" αλλά με καθαρά πρακτικά κριτήρια, πρέπει να έχεις περισσότερη ροπή σε χαμηλότερες στροφές κι αυτή η αύξηση της ροπής, γίνεται μονάχα αν μειώσεις την ιπποδύναμη, από τα εκατόν πενήντα -και βάλε- άλογα. Μέχρι να αλλάξουν τα πράγματα, και να φτιαχτεί ένας κινητήρας με δύναμη παντού και μέγιστη ροπή σε μεγάλο εύρος στροφών, η λύση θα είναι να ξέρεις τι θέλεις από μία μοτοσυκλέτα. Εκτός από το GS, οι υπόλοιπες του συγκριτικού περιμένουν αυτό ακριβώς από εσένα…

 

Ετικέτες