BMW G310R: H μικρότερη BMW

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

11/11/2015

G310R λέγεται η μικρότερη μοτοσυκλέτα της BMW που εξελίχθηκε στην Γερμανία και θα κατασκευάζεται από την TVS Motor Company στην Ινδία και η οποία μόλις παρουσιάστηκε επίσημα από την BMW Motorrad. Πρόκειται για ένα roadster, όπως αναφέρει η BMW, το οποίο διαθέτει τα πάντα σε ισορροπία (ούτε σε υπερβολικό βαθμό, αλλά ούτε και λίγο, σύμφωνα πάντα με ότι ανακοινώνει το εργοστάσιο) και αποτελεί το "διαβατήριο" των Βαυαρών σε μια κατηγορία που μέχρι σήμερα δεν είχε εκπροσώπηση.


Ο σχεδιασμός του έγινε με γνώμονα την οικογενειακή ταυτότητα της BMW, ενώ αντλεί και πολλά στοιχεία από το streetfighter S1000R, όπως η μικρή μάσκα με τον προβολέα και τα προσεκτικά μελετημένα πλαστικά του σε συνδυασμό με το σχήμα του ρεζερβουάρ, που αντανακλούν την μινιμαλιστική φιλοσοφία και την δυναμική όψη του μεγάλου γυμνού.
Ο υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος κινητήρας των 313 κυβικών διαθέτει τέσσερις βαλβίδες και δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους. Το σημαντικότερο στοιχείο του είναι ο αντεστραμμένος κύλινδρος (εισαγωγή εμπρός, εξαγωγή πίσω), ενώ η απόδοση του είναι 34 ίπποι στις 9.500 στροφές και 2,8 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 7.500 στροφές αντίστοιχα. Το G310R διαθέτει κιβώτιο έξι σχέσεων και αντικραδασμίκό άξονα για να εκμηδενιστούν κραδασμοί του μονοκύλινδρου.


Η θέση οδήγησης έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να προσφέρει μια όρθια και άνετη στάση σώματος, προσαρμοζόμενη σε διαφορετικούς σωματότυπους. Το πλαίσιο είναι ατσάλινο σωληνωτό με αφαιρούμενο υποπλαίσιο, ενώ την μπροστινή ανάρτηση έχει αναλάβει ένα ανεστραμμένο πιρούνι διαμέτρου 41 χιλιοστών και πίσω έχει τοποθετηθεί ένα αμορτισέρ που εδράζεται απευθείας πάνω στο αλουμινένιο ψαλίδι.


Σε ό,τι αφορά τα φρένα, το ABS δύο καναλιών περιλαμβάνεται στον στάνταρ εξοπλισμό, ενώ μπροστά το θέμα επιβράδυνση έχει αναλάβει μια ακτινικά τοποθετημένη τετραέμβολη δαγκάνα με έναν δίσκο 300mm και πίσω μια δαγκάνα δύο εμβόλων σε συνεργασία με έναν δίσκο 240mm.
Το συνολικό βάρος της μοτοσυκλέτας ανέρχεται στα 158,5 κιλά, ενώ το ύψος της σέλας είναι μόλις στα 785mm, καθιστώντας την ελκυστική ακόμη και γυναίκες ή κοντύτερους αναβάτες.

 

 

 

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.