Australian tour 2015: Στο μεγάλο νησί του Νότου

19/8/2015

Στο νότο της Αυστραλίας

Στην πόλη Perth παρέμεινα τρεις ολόκληρες μέρες. Εκτός από μια σύντομη γνωριμία με την πρωτεύουσα της πολιτείας Western Australia, ήθελα να αποτινάξω μακριά την κούραση των χιλιομέτρων της δυτικής ακτογραμμής και να ετοιμαστώ για το επόμενο σκέλος του "Australian tour 2015", την οριζόντια διάσχιση της Αυστραλίας – από την Perth που ήμουν, είχα να οδηγήσω 3.000 χιλιόμετρα ως την Adelaide.
Παράλληλα, ρίχνοντας μια πρόχειρη ματιά στην μαύρη ΚΤΜ, διαπίστωσα πως δεν χρειαζόταν κάποια "φροντίδα" μετά από 11.150 χλμ. ταξιδιού. Έτσι, με ξεκούραστο κορμί, ανεβασμένη ψυχολογία και ετοιμοπόλεμη μοτοσυκλέτα, ξεκίνησα να ενώσω οδικά την δυτική με την ανατολική Αυστραλία, οδηγώντας πάνω στην διαδρομή που είχε ακολουθήσει πρώτος το 1841 ο τολμηρός Άγγλος εξερευνητής Edward John Eyre. Όπως καταλαβαίνετε, στον συγκεκριμένο οδικό άξονα δόθηκε τιμητικά το όνομα του πρωτοπόρου εξερευνητή (Eyre Hwy).


Πέντε υπήρξαν τα δυνατά περιστατικά που κατέγραψα στο "ημερολόγιο καταστρώματος" του Eyre Hwy. Το απρόσμενο κύμα ψύχους που έφτασε στα νότια παράλια της Αυστραλίας από την Ανταρκτική –για μια ολόκληρη μέρα οδηγούσα με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν. Η διάσχιση της μεγαλύτερης ασφαλτοστρωμένης ευθείας της αυστραλιανής ηπείρου: είχε μήκος 146,6 χιλιόμετρα και βρισκόταν στη διαδρομή Balladonia – Caiguna. Η κωμόπολη Kimba, που ήταν ακριβώς στα μέσα της οριζόντιας διάσχισης της Αυστραλίας – δεν παρέλειψα να φωτογραφηθώ μπροστά στην σχετική ενημερωτική πινακίδα. Τα πανύψηλα βράχια Bunda Cliffs, που γκρεμίζονταν απότομα από ύψος 90 μέτρα μέσα στα νερά του Νότιου Παγωμένου Ωκεανού. Και φυσικά, η διάσχιση της άνυδρης περιοχής Nullarbor Plan – η λέξη "nulla arbor" σημαίνει στα λατινικά "κανένα δέντρο" και δικαιολογημένα δόθηκε στην περιοχή, αφού δέντρο δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα…


Με την άφιξή μου στην πόλη Port Augusta (300 χλμ. βόρεια της Adelaide), η τρομερή αυστραλιανή έρημος αποτελούσε πια παρελθόν. Ναι, τα δύσκολα χιλιόμετρα στο μεγάλο νησί του Νότου είχαν περάσει. Από εδώ και πέρα, όλα θα ήταν αρκετά πιο εύκολα και ξεκούραστα…


Ο μεγάλος του ωκεανού δρόμος

Προσεγγίζοντας την Adelaide, την πρωτεύουσα της πολιτείας South Australia, τα ατελείωτα χιλιόμετρα της περιπλάνησής μου στην καρδιά της Αυστραλίας είχαν τελειώσει. Τρία μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Adelaide, Μελβούρνη, Καμπέρα) ήταν οι επόμενοι -και καθοριστικότεροι- σταθμοί στο "Australian tour 2015", που μετρούσε πλέον τα τελευταία του χιλιόμετρα.


Η Adelaide, που ιδρύθηκε το 1836 με σκοπό να αποτελέσει το διοικητικό κέντρο όλης της νότιας Αυστραλίας, χαρακτηριζόταν από ένα αρκετά σύγχρονο αστικό προφίλ, ενώ η φίλη Ελένη Βάσσου έμελλε να μου χαρίσει τις καλύτερες αναμνήσεις από την πόλη της.
Ταξιδεύοντας από την Adelaide στην Μελβούρνη, την σκυτάλη του ταξιδιού πήρε κατόπιν ο παραθαλάσσιος οδικός άξονας "Great Ocean Road" (G.O.R.). Μετά την εμπειρία της αυστραλιανής ερήμου, σειρά είχε ο Νότιος Ωκεανός να καλωσορίσει τον δίτροχο ταξιδιώτη του κόκκινου νησιού. Απολύτως σίγουρη για την ομορφιά και τη γοητεία της, η μεγάλη θάλασσα του νότου βάλθηκε εδώ να με αποπλανήσει με δαντελωτές ακτογραμμές, κλειστούς απάνεμους κόλπους, βατές και άγριες παραλίες, βραχώδεις σχηματισμούς (Loch Ard Gorge, London Bridge, Twelve Apostles) και έναν καταπράσινο μανδύα που κυλούσε μέχρι τα κύματα.


Με σήμα κατατεθέν τους φημισμένους βραχώδεις σχηματισμούς Twelve Apostles, ο G.O.R. αντιπροσώπευε έναν περίτεχνο πίνακα ζωγραφικής με έντονες πινελιές πρασίνου, αρμονικά συνδυασμένες με το απέραντο γαλάζιο του ωκεανού. Δικαίως χαρακτηρίζεται ως η θεαματικότερη παραθαλάσσια διαδρομή της Αυστραλίας.
Στην Μελβούρνη, τα πάντα "μύριζαν" Ελλάδα. Και όχι άδικα, αφού στην δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη της Αυστραλίας βρίσκεται η μεγαλύτερη ελληνική κοινότητα της χώρας, με περισσότερους από 350.000 ομογενείς, σε σύνολο περίπου 700.000 Ελλήνων που υπάρχουν σ’ όλη την Αυστραλία.


Θερμή όσο και αξέχαστη υπήρξε η υποδοχή που έτυχα από τον Παναρκαδικό Σύλλογο της Μελβούρνης "Κολοκοτρώνης", αλλά και απ’ όλη γενικά την τοπική ομογενειακή κοινότητα. Ζεστές αγκαλιές, λουκούλλεια τραπεζώματα στην ελληνική συνοικία Oakleigh, συνεντεύξεις σε ραδιόφωνα, δημοσιεύματα σε εφημερίδες και συνάντηση με την Ελληνίδα Πρόξενο της Μελβούρνης ήταν τα γεγονότα που γέμισαν τις τέσσερεις μέρες που παρέμεινα στην "Marvelous Melboune", μια πόλη που δικαίως καυχιέται για την υψηλή ποιότητα ζωής που προσφέρει στους 4.500.000 κατοίκους της…

 

Συνέχεια στην Νέα Ζηλανδία

Κτισμένη 580 χιλιόμετρα μακριά από την Μελβούρνη –και μόλις 280 χλμ. νοτιοδυτικά του Σύδνεϋ– η Καμπέρα, η πρωτεύουσα της Αυστραλίας, ήταν το τελευταίο αστικό κέντρο που έμελλε να επισκεφθώ πριν ολοκληρώσω το "Australian tour 2015". Αποχαιρετώντας την Μελβούρνη, το κοντέρ της ΚΤΜ 1050 είχε καταγράψει περισσότερα από 17.200 χιλιόμετρα, ενώ το ημερολόγιο του ταξιδιού πλησίαζε στην 40η σελίδα του.


Ο ευθυτενής οδικός άξονας Hume Hwy που ανέλαβε να με μεταφέρει στην διοικητική καρδιά της χώρας, κυριολεκτικά με κοίμισε. Σωτήριες στάθηκαν ευτυχώς οι φιλότιμες προσπάθειες της τοπικής φύσης, που με τα απεριόριστα χρώματα της παλέτας της, κατάφερε να ομορφύνει λίγο το σκηνικό της διαδρομής και να μετριάσει -εν μέρει- την ανία της οδήγησης.


Όπως στα άλλα αστικά κέντρα της Αυστραλίας, έτσι και στην Καμπέρα, ο τοπικός ομογενειακός πληθυσμός με αγκάλιασε με θέρμη και φρόντισε να μου χαρίσει όμορφες αναμνήσεις από παρουσία μου στην πόλη. Με ξεναγό τον αντιπρόεδρο της τοπικής ελληνικής κοινότητας κ. Πωλ Λεβεντή, έμαθα και γνώρισα ενδιαφέροντα πράγματα και καταστάσεις από την πολύχρονη παρουσία των Ελλήνων της αυστραλιανής πρωτεύουσας.


Ο ελληνορθόδοξος ναός του Αγίου Νικολάου και η λέσχη "HELLENIC CLUB", εκτός από ύψιστα σημεία αναφοράς της τοπικής ελληνικής κοινότητας, αποτελούν παράλληλα κι έναν ισχυρό συνδετικό κρίκο μεταξύ των 8.000 Ελλήνων της Καμπέρα.
Και φυσικά, η μαύρη ΚΤΜ δεν παρέλειψε να με οδηγήσει στο Παλαιό Κοινοβούλιο, στο μνημείο "Australian Memorial War", στη Νέα Βουλή και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στα πιο φημισμένα αξιοθέατα της αυστραλιανής μητρόπολης…


Μπορεί η τελευταία μέρα του ταξιδιού να μην είχε πολλά χιλιόμετρα, μου επιφύλασσε όμως δυνατά συναισθήματα, όμορφες εικόνες και ανεξίτηλες αναμνήσεις. Με την επιστροφή μου στο Σύδνεϋ, έπεφταν οι τίτλοι της ταξιδιωτικής ταινίας δρόμου "Australian tour 2015", αυτό όμως δεν σήμαινε ότι η παρουσία μου στην ήπειρο της Ωκεανίας είχε τελειώσει.
Το αεροπορικό εισιτήριο Σύδνεϋ-Auckland που κρατούσα στα χέρια, σε λίγες μέρες θα με μετέφερε στους δρόμους της Νέας Ζηλανδίας. Εκεί, στην σέλα μιας απαστράπτουσας Harley Davidson, θα ξεκινήσω το "New Zealand Tour". Και το ταξίδι στους μακρινούς αντίποδες της γης συνεχίζεται…

Κωνσταντίνος Μητσάκης

BRC R600V2 – Δίχρονο R6 με 160 άλογα για 140 κιλά!

Δίχρονος V2 κινητήρας που κουμπώνει ως έχει στο πλαίσιο του Yamaha R6
BRC Racing R600V2
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

10/6/2026

Η Καναδική BRC Racing έχει μακρύ παρελθόν με τους δίχρονους κινητήρες, έχοντας ασχοληθεί πολύ με καρτ και off-road μοτοσυκλέτες, ενώ με το R600V2 επιχειρεί ένα άνοιγμα στις μοτοσυκλέτες δρόμου καθώς, όπως δηλώνει στην ιστοσελίδα της, “δεν θέλουμε να αποκλείσουμε τους αναβάτες μοτοσυκλετών δρόμου από το δίχρονο κίνημά μας. Δεν έχει υπάρξει δίχρονη street μηχανή στην αγορά από το 1986 και τις Suzuki RG500 Gamma και Yamaha RZ500”.

Στην κατεύθυνση αυτή λοιπόν, η BRC εξελίσσει έναν δικύλινδρο V δίχρονο κινητήρα 589 cc με περιεχόμενη γωνία κυλίνδρων 105 μοιρών και απόδοση άνω των 150 ίππων για όλες τις Yamaha R6 από το 2006 ως σήμερα. Σύμφωνα με τον σχεδιαστή της μοτοσυκλέτας, Steve Buffel, μάλιστα η απόδοση μπορεί να φτάσει και πάνω από 160 ίππους!

BRC Racing R600V2

Το ενδιαφέρον της καναδικής πρότασης είναι πως το δίχρονο μοτέρ κουμπώνει ως έχει στις βάσεις του τετρακύλινδρου της Yamaha, χωρίς να απαιτείται καμιά τροποποίηση στο πλαίσιο. Εξίσου πρακτικό και ευχάριστο είναι το γεγονός πως ο V2 της BRC συνεργάζεται και με το κιβώτιο ταχυτήτων του R6, μειώνοντας έτσι το κόστος της μετατροπής, ενώ εκμεταλλεύεται ένα εξάρτημα αποδεδειγμένης αξιοπιστίας με πολλά χρόνια στις αγορές του κόσμου, τόσο για χρήση δρόμου όσο και για αγωνιστική.

Ο δικύλινδρος της BRC δηλώνει 45 κιλά ελαφρύτερος από αυτόν της Yamaha, έτσι από τα 185 υγρά κιλά που ανακοινώνει η R6 Race που πωλείται σήμερα από την ιαπωνική εταιρεία καταλήγουμε σε ένα ζύγι της τάξης των 140 κιλών. Αυτό το βάρος σε συνδυασμό με την ισχύ που αποδίδει ονομαστικά ο δίχρονος κινητήρας φτιάχνει ένα εκρηκτικό αποτέλεσμα που βάζει δύσκολα σε οποιαδήποτε supersport της αγοράς.

BRC Racing R600V2

Η τροφοδοσία ανατίθεται σε ένα ζεύγος καρμπυρατέρ Keihin, αν και η BRC λέει πως εξετάζει και ψεκασμό για μια μελλοντική αναβάθμιση. Ο κινητήρας διαθέτει power valve που ελέγχεται από σερβομοτέρ, καθοδηγούμενα από λογισμικό εξελιγμένο στο MotoGP, ενώ εξοπλίζεται και με αντικραδασμικό άξονα για εξομάλυνση της λειτουργίας του.

Προς το παρόν η BRC δεν έχει ορίσει χρονικό ορίζοντα για το R600V2, το οποίο παραμένει ένα σχέδιο υπό εξέλιξη. Μπορείτε πάντα να μείνετε ενήμεροι για την πορεία του μέσω της ιστοσελίδας της καναδικής εταιρείας.

Ετικέτες