BMW C400X: Δοκιμάζεται στην Ελλάδα!

Στο καλύτερο περιβάλλον οι τελικές δοκιμές…
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

1/12/2017

Το νέο scooter της BMW που σας παρουσιάσαμε ζωντανά από την EICMA, ολοκλήρωσε σήμερα δύο εβδομάδες δοκιμών στην Ελλάδα! Πρόκειται για δύο μοντέλα προπαραγωγής με γερμανικές πινακίδες, που κυκλοφορούσαν αυτές τις ημέρες στην Αθήνα στο πλαίσιο της τελικής τους δοκιμής πριν μπουν στο στάδιο της παραγωγής. Τα δύο σκούτερ έγραψαν πολλά χιλιόμετρα αυτές τις ημέρες, χωρίς να αναφερθεί κάποιο πρόβλημα στην δοκιμή τους ή με τις συνθήκες της κίνησης στην Αθήνα, που οι αναβάτες έπρεπε να συνηθίσουν.

Η Αθήνα επιλέχθηκε ως μία από τις καλύτερες περιπτώσεις δοκιμής για το νέο scooter, θεωρώντας πως αποτελεί ισχυρή δοκιμασία, πράγμα που έχουμε κι εμείς μεταφέρει πολλές φορές στους κατασκευαστές. Δεν είναι η πρώτη φορά που η BMW φέρνει μοντέλα προπαραγωγής στην Ελλάδα για δοκιμές στο τελικό στάδιο. Συγκεκριμένα για το C400X, που ο στόχος είναι η ευελιξία και παράλληλα και η σταθερότητα στους ανοικτούς δρόμους, είναι καλό που ήρθαν στις δικές μας συνθήκες για δοκιμές..

Το νέο C400X έχει μικρές διαστάσεις, αλλά κάθεσαι άνετα στην σέλα του, με πολύ χώρο για τον συνεπιβάτη και τύπου “flex” χώρο κάτω από την σέλα, που επεκτείνεται όταν σταθμεύεις για να αποθηκεύσεις κράνος. Εντυπωσιακή από κοντά η οθόνη του πρόσθετου εξοπλισμού με ιδιαίτερα εύχρηστο μενού. Περιμένουμε την παρουσίασή του και τον ερχομό του στην Ελλάδα για να το δοκιμάσουμε ανάμεσα στα αυτοκίνητα, και σε κάθε πιθανή χρήση φυσικά.

Περισσότερες λεπτομέρειες για το πρώτο μονοκύλινδρο σκούτερ της BMW, που είναι 350 κυβικά και όχι 400, όπως δηλώνει η ονομασία του, διαβάζετε εδώ

Το C400X θα μπει στην παραγωγή στις αρχές της Άνοιξης του 2018, κι αναμένεται να είναι στην Ελλάδα τον ερχόμενο Μάιο, με τιμή που θα ξεκινά λίγο πάνω από τα 7.000, αν και είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζει κανείς με ακρίβεια την ακριβή τελική του τιμή. Βέβαια το C400X θα έρχεται με ένα εξαιρετικά πλούσιο πακέτο εξοπλισμού, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την διασυνδεσιμότητα με τον αναβάτη και το έξυπνο κινητό τηλέφωνο…

 

Κάμερες τροχαίας στην Αττική: Ψαλιδίστηκαν 21.000 καταγραφές πριν βεβαιωθεί πρόστιμο

Το νέο σύστημα ελέγχου καταγράφει παραβάσεις, αλλά κάθε υπόθεση εξετάζεται πριν εκδοθεί κλήση
Καμερες
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/8/2026

Περισσότερες από 21.000 καταγραφές παραβάσεων που εντόπισαν οι νέες κάμερες κυκλοφορίας στην Αττική απορρίφθηκαν έπειτα από έλεγχο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ή δεν επρόκειτο για πραγματικές παραβάσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., έως τις 22 Ιουλίου 2026 ακυρώθηκαν συνολικά 21.073 καταγραφές από το νέο σύστημα αυτόματης επιτήρησης της κυκλοφορίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι κάμερες δεν εκδίδουν αυτόματα πρόστιμα, αλλά κάθε περίπτωση ελέγχεται πριν βεβαιωθεί παράβαση.

Ο συχνότερος λόγος απόρριψης ήταν η λανθασμένη αναγνώριση οχημάτων που κινούνταν πολύ κοντά στη διαγράμμιση, χωρίς όμως να την παραβιάζουν. Για τον λόγο αυτό ακυρώθηκαν 7.039 καταγραφές (33,4%).

Ακολούθησαν τα οχήματα έκτακτης ανάγκης και κρατικά οχήματα, με 6.051 ακυρώσεις (28,7%), καθώς διαθέτουν ειδικό καθεστώς κατά την εκτέλεση υπηρεσίας.

Σε 4.732 περιπτώσεις (22,5%) η ποιότητα της εικόνας δεν επέτρεπε την ασφαλή αναγνώριση του οχήματος, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.

Επιπλέον, 1.958 καταγραφές (9,3%) ακυρώθηκαν επειδή η κυκλοφορία ρυθμιζόταν εκείνη τη στιγμή από τροχονόμο ή υπήρχε νόμιμη εξαίρεση για οχήματα της ΕΛ.ΑΣ., της Πυροσβεστικής ή του ΕΚΑΒ.

Μικρότερο ποσοστό αφορούσε περιπτώσεις όπου καταγράφηκαν περισσότερα από ένα οχήματα στο ίδιο πλάνο (440 περιπτώσεις), ξένες ή μη καταχωρημένες πινακίδες (171), σφάλματα στην αυτόματη αναγνώριση πινακίδων (107), μη ευδιάκριτες πινακίδες λόγω φθοράς ή λάσπης (71) και ελιγμούς που πραγματοποιήθηκαν για αποφυγή ατυχήματος (28). Άλλες 476 καταγραφές χαρακτηρίστηκαν ως “λοιποί λόγοι”.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργεί με ανθρώπινο έλεγχο πριν από την επιβολή προστίμου, ώστε να αποφεύγονται λανθασμένες χρεώσεις. Παράλληλα, αναδεικνύουν τα σημεία όπου το σύστημα εμφανώς πάσχει, όπως η ακρίβεια των αλγορίθμων αναγνώρισης, η απόδοση των καμερών σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και η καλύτερη αναγνώριση των πινακίδων κυκλοφορίας.