BMW custom "Birdcage": Ξανά ο θηριώδης boxer!

Άλλο ένα custom-προάγγελος
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

22/4/2019

Η BMW είχε παρουσιάσει για πρώτη φορά τον νέο δικύλινδρο boxer κινητήρα -πιθανότατα 1.800 κυβικών- μέσω μιας μοτοσυκλέτας που κατασκεύασε ο ιαπωνικός οίκος CUSTOM WORKS ZON. Μάλιστα, η R18 Departed όπως ονομάστηκε δέσποζε στο περίπτερο της BMW στην Motor Bike Expo, που είχατε διαβάσει για την έκθεση στο τεύχος του ΜΟΤΟ 591 τον Φεβρουάριο.

Δείτε την R18 και το τεράστιο gallery με πάνω από 800 φωτογραφίες απ' την MBE

Αυτή τη φορά η BMW έδωσε τον κινητήρα σε έναν custom builder απ’ την ήπειρο των καουμπόηδων και Ινδιάνων, στον Alan Stulberg, που βρίσκεται στο Austin. Δεν είναι η πρώτη φορά που η βαυαρική εταιρεία εμπιστεύεται τον συγκεκριμένο κατασκευαστή, καθώς στο παρελθόν (το 2016) τον είχε χρίσει υπεύθυνο για τη δημιουργία της Landspeeder, μια μοτοσυκλέτα αφιερωμένη στον Ernst Jakob Henne που στο παρελθόν είχε καταρρίψει πολλά ρεκόρ χρησιμοποιώντας τις μοτοσυκλέτες της. Συνεπώς, με την προϋπάρχουσα σχέση, η επιλογή της BMW να του αναθέσει το έργο έγινε εύκολα.

Όπως και στην περίπτωση της R18, έτσι και εδώ ο σκοπός της μοτοσυκλέτας ήταν αφενός μεν να αναδεικνύει τον θηριώδη boxer κινητήρα και αφετέρου να παραπέμπει σχεδιαστικά στις μοτοσυκλέτες της εταιρείες απ’ τη δεκαετία του 30’. Όμως για την κατασκευή του περίτεχνου πλαισίου, ο Stulberg εμπνεύστηκε τη μορφή του απ’ το πλαίσιο της Maserati Birdcage, ενώ μάλιστα η custom μοτοσυκλέτα έχει το ίδιο όνομα με το μοντέλο της εταιρείας των πολυτελών αυτοκινήτων. Παρά το γεγονός ότι μπορεί να δείχνει ιδιαίτερα ασθενικό και εύθραυστο, στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο.

Κατά τη δημιουργία της ψηφιακής μορφής του πλαισίου έγινε και ο έλεγχος ώστε να εναρμονίζεται με τους νόμους της φυσικής και η μοτοσυκλέτα να είναι λειτουργική (παρά την απουσία αμορτισέρ πίσω) χωρίς να δημιουργηθούν στρεβλώσεις σ’ αυτό κατά την οδήγηση. Η διαδικασία ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα και χρειάστηκαν έξι μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί.

Στο τέλος υπάρχει gallery με όλες τις φωτογραφίες

Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε ώστε να κατσκευαστεί ήταν 134 ράβδοι τιτανίου πάχους 9 χιλιοστών, ενώ κρίνοντας απ’ τις φωτογραφίες το ψαλίδι του Telelever δείχνει να είναι κατασκευασμένο από carbon και kevlar όπως και η σέλα. Ακόμη, στην Birdcage βλέπουμε τον άξονα μετάδοσης πιο γυμνό από ποτέ, λόγω της απουσίας του ψαλιδιού, με το ασύμμετρο πλαίσιο –όπως είναι και οι κύλινδροι του κινητήρα- να δένει πάνω στο κέντρο του πίσω τροχού.

Το μέγεθος και το σχέδιο των ζαντών είχε αποφασιστεί πριν ακόμη κατασκευαστεί το πλαίσιο. Οι διαστάσεις τους ξεπερνούν αρκετά τα συνηθισμένα στάνταρ –ακόμη και των on-off μοτοσυκλετών- φτάνοντας τις 23 ίντσες τόσο μπροστά όσο και πίσω. Αυτό έγινε με γνώμονα η μοτοσυκλέτα να εντυπωσιάζει, όπως και τα υπόλοιπα στοιχεία που υπάρχουν πάνω της. Το τιμόνι είναι κατασκευασμένο απ’ τον ίδιο τον Stulberg, θυμίζοντας κέρατα τράγου σε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Οι εξατμίσεις είναι κι φτιαγμένες από τον Stulberg και έχουν κατασκευαστεί στο χέρι κολλώντας μικρά δαχτυλίδια τιτανίου. Ένα απ’ τα πολλά προβλήματα που εμφανίστηκαν κατά τη δημιουργία της μοτοσυκλέτας ήταν η δυσκολία να βρουν ελαστικά που θα ταιριάζουν σ’ αυτές της ζάντες. Τη λύση όμως έδωσε η Dunlop που χορήγησε στους custom builders δύο πρωτότυπα slick ελαστικά. Συνεπώς λίγη απ’ τη δόξα του πρωτότυπου κινητήρα κλέβουν και τα ελαστικά της Dunlop.

Τον κινητήρα τον αφήσαμε για το τέλος, διότι η BMW φρόντισε να μην αναφέρει απολύτως τίποτα για τα χαρακτηριστικά του, διαιωνίζοντας περισσότερο το μυστήριο γύρω απ’ αυτόν. Μάλιστα, το καπάκια που χρησιμοποιούνται για να καλυφθεί επεκτείνονται στο μεγαλύτερο ποσοστό του κινητήρα προσφέροντας μιας άκρως μινιμαλιστική και λεία εικόνα, αφήνοντας μόνο σε κοινή θέα τους κυλίνδρους. Ακόμη και οι κεφαλές είναι καλυμμένες, ενώ οι ταχύτητες αλλάζουν με το χέρι.

Τα σενάρια για τον boxer κινητήρα της BMW ποικίλουν, αφήνοντας μετέωρη την πορεία του και τι μοντέλα θα εξοπλίσει, όμως το γεγονός πως τον βλέπουμε για δεύτερη φορά να εμφανίζεται πάνω σε μια custom μοτοσυκλέτα ενισχύει περισσότερο το σενάριο να τον δούμε είτε σε κάποιο power cruiser είτε σε κάποιο νεορετρό μοντέλο.

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.