BMW Vision DC concept: Το επόμενο βήμα

Αντικρύζοντας το ηλεκτρικό μέλλον
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

25/6/2019

Η BMW είναι μια από τις παλαιότερες εταιρείες της βαριάς βιομηχανίας καθώς ιδρύθηκε το 1916 στο Μοναχό. Έκτοτε, βασικός της στόχος ήταν και παραμένει να βρίσκεται πάντοτε στη κορυφή και γι' αυτό το λόγο –όπως όλες οι εταιρείες- αφιερώνει αρκετό χρόνο και κεφάλαια στην εξέλιξη νέων τεχνολογιών. Για την BMW ο σχεδιασμός των οχημάτων της, είτε αφορούσε μοτοσυκλέτες είτε αυτοκίνητα, έπαιζε ανέκαθεν μεγάλο ρόλο και είναι κάτι που θέλει να εξελίσσει χωρίς όμως τα οχήματά της να χάνουν την ταυτότητά τους. Αναλογιζόμενη το ποιο θα είναι το μέλλον της μετακίνησης, αυτές τις μέρες παρουσίασε δύο νέα σχέδια. Το ένα αφορά τον κόσμο της αυτοκίνησης και την τεχνολογία της αυτόνομης οδήγησης.

Όσον αφορά το χώρο της μοτοσυκλέτας, αυτή τη φορά δεν έκανε κάποια νύξη προβάλλοντας κάποιο concept που να εστιάζει στην αυτόνομη οδήγηση όπως παλιότερα, αλλά παρουσίασε μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα που θα μπορούσε να αποτελεί το roadster του μέλλοντος! Ως γνωστόν, ο κινητήρας αποτελεί την καρδιά της μοτοσυκλέτας και γύρω από αυτόν σχεδιάζονται όλα τα επιμέρους εξαρτήματα που τον πλαισιώνουν, δίνοντας την τελική μορφή της μοτοσυκλέτας. Η BMW αντικρύζοντας το μέλλον, που κατευθύνεται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδους προς την ηλεκτροκίνηση και σεβόμενη την χαρακτηριστική σχεδίαση των μοτοσυκλετών της, παρουσίασε την Vision DC.

Πρόκειται για μια πρωτότυπη ηλεκτρική μοτοσυκλέτα άκρως φουτουριστική, μα συνάμα οικεία στο μάτι. Η BMW πέτυχε το στόχο της, που δεν ήταν άλλος απ’ το να είναι μπροστά στις νέες τεχνολογίες και παράλληλα να διατηρήσει το ξεχωριστό look των μοτοσυκλετών της. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να βρει έναν τρόπο ώστε ο ηλεκτρικός κινητήρας να θυμίζει τον γνωστό boxer της.

Εκ κατασκευής οι ηλεκτρικοί κινητήρες είναι πολύ μικρότεροι σε διαστάσεις απ’ ότι οι κινητήρες εσωτερικής καύσης καθώς δεν έχουν τόσα πολλά κινούμενα μέρη.

Στο τέλος υπάρχει gallery με πλούσιο φωτογραφικό υλικό

Με σκοπό λοιπόν η BMW να φτιάξει μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα που θα παραμένει κοντά στα σχεδιαστικά πρότυπα των μοτοσυκλετών της με τους boxer κινητήρες, εφάρμοσε μια έξυπνη λύση ώστε να είναι παράλληλα πιο εύπεπτη και οικεία στους αναβάτες, που είναι απ’ τα ένα απ’ τα πιο συντηρητικά κοινά. Εκεί που προεξείχαν οι κύλινδροι του δικύλινδρου boxer, εγκατέστησε δύο βεντιλατέρ που στέλνουν φρέσκο αέρα στην καρδιά της ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας ώστε να την ψύχουν καλύτερα και συνδέονται με αυτή μέσω σωλήνων. Τόσο ο κινητήρας όσο και οι μπαταρίες βρίσκονται κάτω απ’ τη σέλα του αναβάτη και πλαισιώνονται από ένα αλουμινένιο κουτί με ψύκτρες. Μάλιστα, το κουτί αποτελεί το πλαίσιο της μοτοσυκλέτας που πάνω του δένουν τα επιμέρους εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας.

Ο άξονας μετάδοσης και το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι στην αριστερή πλευρά όπως στην σειρά R1250 και αφήνει από δεξιά σε κοινή θέα την εντυπωσιακή ζάντα. Μπροστά αντί για telelever έχουμε ένα τύπου Hossack πιρούνι (παρόμοιο με των Κ1300), που δένει αρμονικά με την αιχμηρή σχεδίαση του συνόλου. Η σέλα εκτείνεται σε όλο το μήκος της μοτοσυκλέτας και για να δέσει πάνω στο πλαίσιό της έχει δημιουργηθεί ένα χωροδικτύωμα, που μπερδεύει τον παρατηρητή κάνοντάς τον να νομίζει πως αυτό είναι το πλαίσιο και όχι το αλουμινένιο κουτί.

Για την υλοποίηση των σχεδίων η BMW δεν τσιγκουνεύτηκε το κόστος και φρόντισε το η Vision DC να φτιαχτεί απ’ τα καλύτερα υλικά της βιομηχανίας. Όπως είπαμε χρησιμοποίησε το αλουμίνιο για τις θερμοαπαγωγικές του ικανότητες και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του για την κατασκευή του πλαισίου, ενώ έχει γίνει εκτεταμένη χρήση carbon fiber. Απ’ την εμφάνιση δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν τα φωτιστικά σώματα τεχνολογίας LED, με τον προβολέα μπροστά να θυμίζει αυτούς που υπάρχουν στα μοντέλα της KTM όμως με ανεστραμμένο σχέδιο.

Η Vision DC αποτελεί μια αξιέπαινη προσπάθεια της BMW να συνδυάσει την παραδοσιακή εμφάνιση των μοτοσυκλετών της, που διατηρεί σχεδόν απαράλλαχτη εδώ και σχεδόν εκατό χρόνια κάνοντάς τες πάντοτε να ξεχωρίζουν, με τη τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Με αυτό τον τρόπο η BMW κάνει το επόμενο βήμα στην ιστορία της και βρίσκεται πιο κοντά στη δημιουργία μιας ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας παραγωγής, καθώς ήδη διαθέτει ηλεκτρικά αυτοκίνητα και σκούτερ στη γκάμα της.

 

 

Ετικέτες

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.