Cruise control με κάμερες από την Kawasaki!

Μια εναλλακτική προσέγγιση αντί για ραντάρ
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

22/1/2020

Όπως δείχνουν τα πράγματα, το επόμενο τεχνολογικό trend στις μοτοσυκλέτες θα αφορά το ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενο cruise control σε πραγματικό χρόνο, μέσω χρήσης ραντάρ που θα είναι εγκατεστημένα πάνω τους. Είχαμε γράψει άλλωστε πριν από λίγο καιρό, για το σύστημα που ετοιμάζει η Bosch, το οποίο φαίνεται πως το δοκιμάζουν οι Ducati, KTM και Kawasaki. Οι πατέντες όμως που κατέθεσαν πρόσφατα οι "πράσινοι", μαρτυρούν πως στο Akashi δουλεύουν και πάνω σε ένα εναλλακτικό σύστημα που χρησιμοποιεί κάμερες αντί για ραντάρ.

Η τεχνολογία της αυτόματης προσαρμογής του cruise control, είναι κάτι ευρέως διαδεδομένο στα αυτοκίνητα, όπου με την βοήθεια των ραντάρ ρυθμίζεται ανάλογα η ταχύτητα ώστε το αυτοκίνητο να ακολουθεί τον ρυθμό της κίνησης του δρόμου. Τα ραντάρ έδωσαν επίσης την δυνατότητα για συστήματα προειδοποίησης και φρεναρισμάτων κινδύνου, αλλά όπως φαίνεται δεν έχουν πεισθεί όλα τα εργοστάσια πως τα ραντάρ αποτελούν πανάκεια. Μερικοί κατασκευαστές, όπως η Subaru για παράδειγμα, χρησιμοποιούν κάμερες αντί για ραντάρ, κάτι που αποφάσισε να δοκιμάσει και η Kawasaki, όπως δείχνουν οι συγκεκριμένες πατέντες.

Η κάθε μέθοδος έχει τα δικά της μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα, καθώς, για παράδειγμα, τα ραντάρ είναι ιδιαίτερα χρήσιμα σε συνθήκες πολύ χαμηλού φωτισμού, όπως είναι το σκοτάδι, η ομίχλη και η πυκνή βροχόπτωση. Από την άλλη, οι κάμερες σε συνδυασμό με το κατάλληλο πρόγραμμα αναγνωρίζουν καλύτερα τις διαφορές μεταξύ των οχημάτων, όπως και την λωρίδα που χρησιμοποιούν τα προπορευόμενα οχήματα, ενώ αντιδρούν επίσης γρηγορότερα από τα ραντάρ. Ξανά στο παράδειγμα της Subaru, το σύστημα "Eyesight" (όπως το ονομάζει) αντιλαμβάνεται πότε ανάβουν τα φώτα στοπ του προπορευόμενου οχήματος, προειδοποιώντας τον οδηγό πριν αρχίσει να κόβει ταχύτητα. Για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά το σύστημα, χρειάζονται δύο κάμερες τοποθετημένες σε σταθερή απόσταση μεταξύ τους, για να δημιουργήσουν μια στερεοσκοπική εικόνα. Όπως ακριβώς δουλεύει ο εγκέφαλος με τα δύο μάτια, για να μπορέσει να υπολογίσει τις αποστάσεις, έτσι δουλεύουν και οι δύο στερεοσκοπικές κάμερες για να μεταφέρουν δεδομένα στην κεντρική μονάδα σχετικά με την απόσταση. Αυτό ακριβώς κάνει και το σύστημα της Kawasaki.

Οι πατέντες της εταιρείας δείχνουν πως έχει σχεδιαστεί να τοποθετηθούν οι δύο κάμερες πάνω στο φαίρινγκ. Στο σχέδιο απεικονίζεται μια μοτοσυκλέτα με cornering lights στο φαίρινγκ, όπως έχει το H2SX-SE, με τις κάμερες να είναι τοποθετημένες πίσω από τα ίδια κρύσταλλα. Σε αντίθεση με τα ραντάρ, που πρέπει να τοποθετηθούν ακριβώς στο ρύγχος χωρίς να υπάρχει κάποιο εμπόδιο μπροστά, οι κάμερες μπορούν να τοποθετηθούν στο πλάι και να είναι λειτουργικές. Αυτός ο σχεδιασμός ταιριάζει απόλυτα στην Kawasaki, καθώς η τοποθέτηση των φωτιστικών σωμάτων στο συγκεκριμένο σημείο είναι σήμα κατατεθέν για το εργοστάσιο εδώ και δεκαετίες. Από το ZZ-R μέχρι τα υφιστάμενα Ninja 1000SX και H2SX, η παράδοση των φλας που είναι ενσωματωμένα στο φαίρινγκ συνεχίζεται κανονικά.

Η πατέντα της Kawasaki δείχνει επίσης ότι οι κάμερες θα μπορούσαν να συνδυαστούν και με ένα ραντάρ –όπως αυτό από το σύστημα της Bosch- στο μούτρο της μοτοσυκλέτας, συνδυάζοντας τα οφέλη και από τις δύο τεχνολογίες. Οι νέες πατέντες δείχνουν την τοποθέτησή του και πάνω σε ένα μεγάλο adventure (το Versys), σε μια μάλλον επίφοβη θέση, πάνω στις προστατευτικές χούφτες.

Οι πιο πολλές, πάντως, πιθανότητες είναι να δούμε να μπαίνει το σύστημα με τις κάμερες νωρίτερα στην παραγωγή, από αυτό με τα ραντάρ. Η Ducati έχει ήδη δεσμευτεί για ένα μοντέλο με ραντάρ στο εξοπλισμό του την φετινή χρονιά, που κατά μεγάλη βεβαιότητα θα είναι το Multistrada V4, ενώ και η ΚΤΜ δοκιμάζει το σύστημα της Bosch πάνω σε ένα απόλυτα φουτουριστικό Super Adventure.

 

 

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.