Δοκιμές με Michelin στα MotoGP

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/2/2015

Όπως έχει ήδη δρομολογηθεί, από τη σεζόν του 2016 ο προμηθευτής των ενιαίων ελαστικών στα MotoGP θα είναι η Michelin, μετά την απόφαση της Bridgestone να εγκαταλείψει το θεσμό. Αυτή η αλλαγή είναι κάτι που απαιτεί εξαιρετικά λεπτούς και ακριβείς χειρισμούς, σε ό,τι αφορά την εξέλιξη, το στήσιμο των μοτοσυκλετών αλλά και το marketing. Είναι μια αλλαγή που μπορεί να φέρει τα πάνω-κάτω στις ισορροπίες και στη γενικότερη αγωνιστική κατάσταση που επικρατεί αυτή τη στιγμή στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου. Όπως γίνεται αντιληπτό, έχουν επενδυθεί τεράστια χρηματικά ποσά από την μεριά της Bridgestone, ενώ ακριβώς το ίδιο μονοπάτι θα ακολουθήσει και η Michelin από το 2016 κι έπειτα, οπότε καμία από τις δύο εταιρείες δεν θα ήθελε να ρισκάρει την αξιοπιστία της και τη φήμη της, είτε μέσω σχολίων από τους αναβάτες, είτε με την δημοσιοποίηση των γυρολογίων.
Γι' αυτό ακριβώς το λόγο, από πολύ νωρίς –πριν καν ξεκινήσει το πρωτάθλημα του 2015- οι αναβάτες και οι ομάδες των MotoGP είχαν στην διάθεσή τους τα πρώτα δείγματα των ελαστικών της γαλλικής εταιρείας, τα οποία και δοκίμασαν την τελευταία μέρα των επίσημων δοκιμών στην Sepang, χωρίς όμως καμία πληροφορία να διαρρέει σχετικά με τα αποτελέσματα. Πέραν τούτου, η Bridgestone απαγόρευσε στους αναβάτες και τους μηχανικούς των ομάδων να κάνουν οποιαδήποτε δήλωση, λόγω των συμβολαίων που είναι ακόμη σε ισχύ, ενώ επέβαλλε το να απομακρυνθούν όλα τα λογότυπά της από μοτοσυκλέτες και φόρμες αναβατών κατά τη διάρκεια των δοκιμών με τα Michelin. Επίσης, απαγορεύτηκε να εμφανιστεί και το λογότυπο της γαλλικής εταιρείας, το οποίο δεν υπήρχε ούτε καν στο προφίλ των ελαστικών της.
Το πρόβλημα όμως ήταν ότι δεν χρειάστηκε κανένα σχόλιο από αναβάτη, ούτε κάποιο "λαθραίο" χρονόμετρο για να πάρουμε μια πρώτη γεύση. Και μόνο το γεγονός ότι τέσσερις αναβάτες (Lorenzo, Dovizioso, Miller και Aleix Espargaro) έπεσαν σε δύο συγκεκριμένες στροφές (την Κ3 και Κ5) με πολλά χιλιόμετρα και φρένα αντίστοιχα, είναι ενδεικτικό της κατάστασης.


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οι αναβάτες όλες αυτές τις μέρες ξόδεψαν όλα τα αποθέματα της ενέργειάς τους κάνοντας πάρα πολλούς γύρους, έχοντας συγκεντρώσει όλη την προσοχή τους στο στήσιμο των μοτοσυκλετών τους με τα συγκεκριμένα ελαστικά της Bridgestone. Πίεζαν στο όριο καθώς κυνηγούσαν να κόψουν δέκατα από τους χρόνους τους κάνοντας μικρομετρικές ρυθμίσεις. Όταν λοιπόν κλήθηκαν να δοκιμάσουν τα ελαστικά της Michelin, αφενός ήταν καταπονημένοι σωματικά και ψυχικά στο έπακρο, αφετέρου ήταν ήδη στο mood να πιέσουν οριακά αναζητώντας την μέγιστη πρόσφυση. Το αποτέλεσμα ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενο. Τέσσερις πολύ ακριβές μοτοσυκλέτες καταστράφηκαν, ενώ στην περίπτωση του Dovizioso το Ducati GP15 που διέλυσε ήταν το μοναδικό που είχε στην διάθεσή του. Επίσης, ενδεικτικό είναι ότι οι δύο από τους τέσσερις αναβάτες που έπεσαν (Lorenzo και Dovizioso) είναι οι αναβάτες με τις λιγότερες πτώσεις μέσα στη χρονιά. Ευτυχώς και οι τέσσερις αναβάτες έφυγαν περπατώντας μετά τις πτώσεις τους…


Η Michelin είχε φέρει τέσσερα μπροστινά ελαστικά και τρία πίσω για τις ομάδες, με τα οποία ήθελαν να δοκιμάσουν κυρίως την κατασκευή και το προφίλ των ελαστικών και όχι τις γόμες. Αυτές, σύμφωνα με τον Nicolas Goubert θα δοκιμαστούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Τώρα προείχε το να καταλήξουν στο βασικό σχήμα και στην αντοχή. Όλα τα ελαστικά ήταν διαμέτρου 17'' –αντί των 16,5'' που χρησιμοποιεί η Bridgestone- και ο λόγος είναι ότι η τεχνογνωσία που θα αποκομίσει η Michelin από τους αγώνες, θα μπορεί να μεταφερθεί πιο εύκολα στα ελαστικά δρόμου με αυτή την διάσταση. Εξάλλου, η εξωτερική διάσταση είναι η ίδια ανάμεσα στα δύο ελαστικά και το μόνο που αλλάζει είναι το ύψος του προφίλ. Αυτά τα ελαστικά που έφερε η Michelin στην Sepang δεν είχαν ιδιαίτερες διαφορές από αυτά που δοκίμασε στο τέλος της περσινής χρονιάς, πέρα από την λιγότερο τριγωνική κορώνα, η οποία ήταν πιο ευπρόσδεκτη από τους αναβάτες, λόγω της μεγαλύτερης σταθερότητας που προσφέρει στο φρενάρισμα. Το πρόβλημα όμως ήταν η διαφορά της πρόσφυσης μεταξύ του πίσω και του μπροστινού ελαστικού. Ενώ το πίσω έβρισκε περισσότερη πρόσφυση, το μπροστινό δεν ανταποκρίνονταν τόσο καλά με αποτέλεσμα τις πτώσεις που συνέβησαν, καθώς όλοι οι αναβάτες που έπεσαν το έπαθαν όταν άρχισαν να πιέζουν το μπροστινό. Έχοντας περισσότερη πρόσφυση απ' ό,τι περίμεναν πίσω, άνοιγαν νωρίτερα και περισσότερο το γκάζι σε κάθε γύρο. Σε κάποιο σημείο, οι δυνατότητες του πίσω ελαστικού ξεπερνούσαν τις αντίστοιχες του μπροστινού και οι αναβάτες βρέθηκαν να σέρνονται στην άσφαλτο.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα Michelin είναι χειρότερα ελαστικά από τα Bridgestone. Κανονικά, όταν ο αναβάτης διαπιστώσει ότι το μπροστινό αρχίζει να γλιστράει, ο αρχιμηχανικός αλλάζει το στήσιμο της μοτοσυκλέτας μέχρι να διορθωθεί το πρόβλημα. Αυτό όμως ήταν αδύνατον να γίνει στις δοκιμές των Michelin, καθώς αυτές ήταν μόνο για την αξιολόγηση των ελαστικών κι όχι να αλλαχτεί ολόκληρο το σετάρισμα, ενώ δεν υπήρχε και ο απαραίτητος χρόνος. Ο κανόνας άλλωστε λέει ότι κάθε φορά αλλάζει ένα πράγμα κι όχι όλα μαζί. Όταν θέλεις να εκτιμήσεις την απόδοση διαφορετικών ελαστικών και προφίλ, αλλάζεις μόνο τα ελαστικά. Μόνο έτσι λαμβάνεις αξιόπιστα δεδομένα. Όλα τα άλλα πρέπει να μείνουν ίδια. Η Michelin πήρε τα δεδομένα της αλλά το κόστος ήταν μεγάλο και από τη στιγμή που οι πτώσεις πήραν τέτοια δημοσιότητα, η εικόνα τους δεν ήταν τόσο καλή.
Πάντως δεν θα ήταν δίκαιο να κατηγορηθεί η Michelin για τις πτώσεις, καθώς η εταιρεία πρέπει να κάνει δοκιμές με εργοστασιακούς αναβάτες όσο το δυνατόν νωρίτερα, αλλά ο σχεδιασμός τέτοιων δοκιμών είναι δύσκολος και κοστίζει πολύ, οπότε ο συνδυασμός τους με τις επίσημες δοκιμές των ομάδων είναι μια πολύ καλή λύση. Σε αυτή την περίπτωση όμως υπάρχουν αυτοί οι περιορισμοί στις αλλαγές του στησίματος που δεν κάνουν τις συνθήκες ιδανικές.
Οι χρόνοι που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα μέσα δεν είναι αξιόπιστοι, καθώς μετρήθηκαν με χρονόμετρα ή smartphones από τις κερκίδες και διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Απλώς είναι ενδεικτικοί δείχνοντας ότι ήταν πιο αργοί, σε σχέση με τα Bridgestone, κάτι όμως που είναι απολύτως φυσιολογικό σε αυτό το στάδιο της εξέλιξης, οπότε δεν μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα.


Αυτές οι δοκιμές όμως τονίζουν κάτι συγκεκριμένο κι αυτό δεν είναι άλλο από τις διαφορετικές φιλοσοφίες των εργοστασίων, οι οποίες παραμένουν αναλλοίωτες μέσα στα χρόνια. Για παράδειγμα, η Michelin από την εποχή που εγκατέλειψε τα MotoGP έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρόσφυση του πίσω ελαστικού, αλλά υστερούσαν τα μπροστινά της σε πρόσφυση συγκριτικά με τα αντίστοιχα της Bridgestone. Οι πτώσεις στην Sepang από το γλίστρημα των μπροστινών ελαστικών δείχνουν ότι λίγα πράγματα άλλαξαν από το 2008. Δείχνουν επίσης και πόση δουλειά χρειάζεται ακόμη να γίνει, τόσο στα ελαστικά όσο και από τις ομάδες σχετικά με το στήσιμο, για να είναι όλα έτοιμα το 2016. Μέσα σ' αυτά προσθέστε και την αλλαγή στο οδηγικό στιλ –για το οποίο έχει γίνει τόσος λόγος τα τελευταία δύο χρόνια, με τον ίδιο τον Rossi ακόμη να κάνει την υπέρβαση- για να εκμεταλλευτούν οι αναβάτες τα νέα δεδομένα. Πλαίσια και αναρτήσεις θα αλλάξουν εντελώς μέχρι να βρεθεί η χρυσή τομή, η ισορροπία στην πρόσφυση, κι αυτό με τη σειρά του μεταφράζεται σε πολύ χρήμα επενδυμένο στην εξέλιξη. Όπως καταλαβαίνετε, το εργοστάσιο με τους περισσότερους πόρους και τον δυνατότερο –μέχρι στιγμής- αναβάτη, θα έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Πάει κάπου το μυαλό σας…;

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.