Ducati e rossa monoposto Concept

Πώς θα έπρεπε να είναι μια ηλεκτρική Ducati!
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

4/9/2019

Στο πρόσφατο παρελθόν γράφαμε για την συνεργασία της Ducati με την κινέζικη Vmoto. Η Ducati αντί να εξελίξει μόνη της αρχικά ένα ηλεκτρικό σκούτερ και μετέπειτα μια μοτοσυκλέτα, δανειζόμενη τεχνογνωσία απ’ τον ιδιοκτήτη της, την Audi, αποφάσισε να επιλέξει μια λιγότερο κοστοβόρα λύση για το πρώτο της βήμα στα ηλεκτρικά οχήματα μέσω της συνεργασίας της με την Vmoto. Σχετικά με το επόμενο στάδιο, την παραγωγή δηλαδή μια ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας δεν έχουν παρουσιαστεί ακόμη επίσημα σχέδια απ’ το εργοστάσιο στο Borgo Panigale. Ωστόσο, ο Romain Gauvin, που εργάζεται ως προϊστάμενος στο τμήμα σχεδιασμού της Citroen, αποφάσισε να δημιουργήσει ένα δικό του concept μιας ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας που θα μπορούσε να ήταν της Ducati. Ο ίδιος μάλιστα τη "βάφτισε" Ducati e rossa monoposto.

Στόχος του Gauvin, ήταν να σχεδιάσει μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα που να είναι ποθητή και αποδεκτή από όσο το δυνατόν περισσότερους αναβάτες παγκοσμίως. Ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα. Γι' αυτό το λόγο άντλησε την έμπνευσή του για το σχεδιασμό της από τις μοτοσυκλέτες της Ducati αλλά και από παλαιότερα αυτοκίνητα της Formula1 με τις ευμεγέθεις καμπύλες. Επίσης, θέλοντας να συνδυάσει την τελευταία λέξη της τεχνολογίας με εξωτικά υλικά, ο ηλεκτρικός κινητήρας αγκαλιάζεται από ένα carbon πλαίσιο που συνεργάζεται με ένα μονόμπρατσο ψαλίδι του ίδιου υλικού. Το πιρούνι απ’ την άλλη δεν είναι κατασκευασμένο από ίνες ανθρακονήματος, όμως τα καπάκια που το καλύπτουν είναι και δίνουν μια πιο ενιαία αίσθηση στο σύνολο. Η επιλογή των υλικών αλλά και των χρωμάτων –κυρίως του red fluid- ήταν εσκεμμένη, διότι ο σχεδιαστής πιστεύει πως αυτά τα στοιχεία εντυπωσιάζουν και προκαλούν αυθόρμητα τον ενθουσιασμό των αναβατών.

Το σύνολο που προέκυψε χαρακτηρίζεται από πληθωρικές καμπύλες, καθώς ο Gauvin δεν προσπάθησε να τις κρύψει –κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα άσχημο αποτέλεσμα- αλλά να τις αναδείξει. Τα φώτα εννοείται πως είναι τεχνολογίας LED, με τον μπροστά προβολέα να θυμίζει εισαγωγή αέρα από μοτοσυκλέτες MotoGP και ο σχεδιασμός είναι άκρως μινιμαλιστικός, αφήνοντας μόνο τα απαραίτητα να εξέχουν απ’ τη μοτοσυκλέτα. Η θέση οδήγησης δείχνει αρκετά σπορ, αλλά δεν είναι τόσο απόλυτη. Αυτό οφείλεται στα clip-ons που δένουν στο πιρούνι πάνω από την πάνω πλάκα του και όχι από κάτω όπως συνηθίζεται στις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες. Τα μαρσπιέ απ’ την άλλη έχουν εμφυτευμένη στο DNA τους πιο έντονα την αγωνιστική φιλοσοφία, καθώς είναι τοποθετημένα αρκετά πίσω και ψηλά, επιτρέποντας μεγαλύτερο όριο κλίσης μέχρι να έρθουν σε επαφή με την άσφαλτο.

Ο Romain Gauvin, σχεδίασε μια μοτοσυκλέτα που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε το ρόλο της πρωτότυπης ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας της Ducati, όταν η εταιρεία αποφασίσει να προχωρήσει σε ένα τέτοιο βήμα. Γεμάτη καμπύλες, με μονόμπρατσο ψαλίδι, που αφήνει σε κοινή θέα τη πίσω ζάντα να τη χαζεύεις με τις ώρες και ένα κατακόκκινο χρώμα, στοιχεία που κάνουν το concept του Gauvin να "φωνάζει" Ducati… αν και θυμίζει αρκετά τη C-01 της Lotus. Ελπίζουμε πως όταν έρθει η ώρα της Ducati να δημιουργήσει μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα να μην ακολουθήσει τη "φτηνή" μέθοδο, όπως έκανε με το σκούτερ της αλλά να παρουσιάσει κάτι παρόμοιο όπως το concept του Gauvin.

Ιταλία: Υποχρεωτικές πινακίδες για ηλεκτρικά πατίνια και χάος από την πρώτη μέρα

Από την Κυριακή 17 Μαΐου ισχύει ο νέος νόμος, φόβος για τσουνάμι ενστάσεων
πατίνι
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

18/5/2026

Η Ιταλία έχει από χτες, Κυριακή 17/5, θέσει σε ισχύ έναν νέο νόμο που προβλέπει πως τα ηλεκτρικά πατίνια θα πρέπει υποχρεωτικά να εκδίδουν πινακίδες κυκλοφορίας, τόσο τα ιδιωτικά, όσο και αυτά που ανήκουν σε εταιρικούς στόλους ως ενοικιαζόμενα.

Οι πινακίδες αυτές είναι πλαστικά αυτοκόλλητα διαστάσεων 5x6 εκατοστά, τα οποία εκδίδονται από δημόσια αρχή μέσω ειδικής ιστοσελίδας με προδιαγραφές που εγγυώνται τη γνησιότητά τους, μη επιτρέποντας την αντιγραφή τους και με κόστος περίπου 35 ευρώ για τον ιδιοκτήτη. Η τοποθέτησή τους πρέπει να γίνεται είτε σε ειδική βάση, όπως στις μοτοσυκλέτες, ή στην κολώνα του τιμονιού αν δεν έχουν άλλη βάση.

Μόνο που η πρεμιέρα του νέου νόμου δεν ήταν τόσο βελούδινη όσο θα ήθελε ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών (και πρώην πρωθυπουργός), Matteo Salvini, καθώς αντιμετωπίζει δύο σοβαρότατα προβλήματα.

Το πρώτο αφορά στις καθυστερήσεις έκδοσης των πινακίδων, με τις πρώτες εκτιμήσεις να μιλούν για πάνω από 15.000 οχήματα σε αναμονή για να μπορέσουν να κυκλοφορήσουν. Η συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ενοικιαζόμενα, έτσι η απουσία πινακίδων είναι σοβαρότατο πρόβλημα με άμεσες και μετρήσιμες συνέπειες.

Γι’ αυτό μάλιστα η οργάνωση προστασίας καταναλωτών Codacons έχει ζητήσει παράταση ισχύος του μέτρου από την κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να εισακουστεί. Στο μεταξύ η αστυνομία της πόλης Bari διαφημίζει τους αυστηρούς ελέγχους που έχει ξεκινήσει από τις πρώτες ώρες της Κυριακής, πιάνοντας μόνο την πρώτη μέρα 10 πατίνια χωρίς πινακίδες, με πρόστιμα που φτάνουν ως τα 400 ευρώ.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η κλοπή των πινακίδων. Από την πρώτη μέρα ένας μεγάλος αριθμός πατινιών που κυκλοφόρησαν κανονικά με τις πινακίδες τους βρέθηκαν άνευ, καθώς κάποιοι έσπευσαν να τις ξεκολλήσουν, κάτι που όπως φαίνεται δεν είναι και πολύ δύσκολο, ειδικά όταν μιλάμε για στόλους ενοικιαζόμενων που παρκάρουν στον δρόμο όλη μέρα.

Και εδώ αναδεικνύεται ένα τρίτο ζήτημα, καθώς οι πινακίδες δεν συνδέονται με συγκεκριμένο πατίνι, αλλά με το ΑΦΜ του ιδιοκτήτη – λογικότατα, αφού θα χρειαζόταν αριθμός πλαισίου και κινητήρα για να ταυτοποιηθεί το όχημα. Εύκολα κάποιος μπορεί χρησιμοποιεί την ίδια πινακίδα για διάφορα πατίνια, όσο εύκολα μπορεί να βγάλει την αυτοκόλλητη πινακίδα και είτε να ισχυριστεί πως του την έκλεψαν, ή να κλέψει μια ξένη για το δικό του.

Τα παραπάνω αρχίζουν λοιπόν να αγχώνουν τις ιταλικές αρχές, με κάποιες φωνές, όπως η Codacons, να προβλέπουν τσουνάμι ενστάσεων κατά προστίμων με εύλογες δικαιολογίες, όπως υπάρχει και κίνδυνος για σωρεία μηνύσεων από εταιρείες ενοικίασης για απώλεια εισοδήματος. Γεγονός που κάνει την όλη υπόθεση να θυμίζει πολύ την τυπική ελληνική πραγματικότητα: μέτρα στο πόδι, με τη δημόσια εικόνα της κυβέρνησης να λειτουργεί τόσο ως αφορμή, όσο και ως τελικός στόχος των μέτρων.