Ducati - Γιορτάζει τα 20 χρόνια Multistrada

Με μία προσωρινή μίνι-έκθεση στο Μουσείο της
Ducati Multistrada 20 years
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

5/9/2023

Το Multistrada κλείνει το 2023, τα 20 χρόνια από το ντεμπούτο του στον κόσμο της μοτοσυκλέτας, αλλάζοντας τα δεδομένα του τουρισμού με μοτοσυκλέτα, αλλά και αποτελώντας ένα από τα best-selling μοντέλα του Borgo Panigale μέχρι σήμερα.

Για να γιορτάσει την 20η επέτειο του Multistrada, η Ducati έχει στήσει μία προσωρινή έκθεση με τίτλο "Multistrada 20th - Twenty Years of Evolutionary Exploration" στο Μουσείο της, στο Borgo Panigale. Εκεί οι φαν της εταιρείας θα μπορούν να θαυμάσουν από κοντά το πρώτο μοντέλο της ιστορίας του Multistrada (1000 DS) αλλά και του τελευταίου (Multistrada V4 Rally), και να δουν ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους για την ιστορία του Multistrada. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πώς θα κλείσετε μία θέση και για την επίσκεψή σας στο Μουσείο μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ, ενώ περισσότερες πληροφορίες για την ιστορία του Multistrada θα βρείτε ΕΔΩ.

Η πρώτη γενιά των Multistrada, όνομα που στα ιταλικά σημαίνει πολλοί δρόμοι” -στην ουσία “για κάθε είδους δρόμο”-, παρουσιάστηκε το 2003 ως Multistrada 1000DS, ακροβατώντας ανάμεσα στην ασφάλτινη και την On-Off κατηγορία. Ήταν η πρώτη μεγάλη adventure μοτοσυκλέτα που στόχευε στο “τέσσερα σε ένα”, ήτοι καθημερινή συμβίωση μέσα στην πόλη, γρήγορη οδήγηση στους επαρχιακούς, ταξίδια, και λίγο χώμα.

Έφερε τον ίδιο αερόψυκτο δικύλινδρο V-90ο με 2 ΕΕΚ και 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο των 992 κυβικών, που χρησιμοποιούσε το supersport μοντέλο της εταιρείας, 1000SS (1000DS σε άλλες χώρες), έχοντας ωστόσο διαφορετικές ρυθμίσεις στον ψεκασμό, προκειμένου η απόδοσή του να ταιριάζει με το πεδίο χρήσης της νέας μοτοσυκλέτας. Έτσι, η μέγιστη ιπποδύναμη έφτανε τους 84 ίππους στις 8.000 στροφές και τα 8,5 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 5.000 στροφές.

4 γενιές Multistrada

Έκτοτε, το Multistrada μετρά τέσσερις γενιές, με κάθε μία να χαρακτηρίζεται από την αύξηση του κυβισμού από τα 1000, στα 1.100, στα 1.200 κ.εκ., και η τελευταία της V2 εποχής, στα 1.260 κυβικά, ενώ ταυτόχρονα προστέθηκαν και επιλογές στα μεσαία κυβικά ξεκινώντας από τα 620 και φτάνοντας μέχρι τα 950, πάντα με V2 κινητήρα, και διαφορετικές εκδόσεις εξοπλισμού.

Σημαντικός σταθμός για το Multistrada αποτελεί το 2010, όταν το ολοκαίνουργιο τότε 1.200S, είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα που χρησιμοποιεί διαφορετικά Riding Modes, για τη ρύθμιση της απόκρισης του κινητήρα, ανάλογα την περίσταση. Είναι η χρονιά που το Multistrada ανανεώνεται ριζικά και μας φέρνει το σύστημα “Skyhook”, δηλαδή τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις που πρώτο αυτό εφάρμοσε. Από τότε, το Multistrada αποτελεί έναν από τους “πρεσβευτές” της χρήσης ηλεκτρονικών βοηθημάτων στις μοτοσυκλέτες τους, με τους υπόλοιπους κατασκευαστές να ακολουθούν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.

 

Ducati Multistrada V4

Περνάνε δέκα χρόνια όπου η εξέλιξη χαρακτηρίζεται από γεωμετρική πρόοδο και φτάνουμε στο 2020, όπου το Multistrada περνά στην τέταρτη γενιά του και την V4 εποχή, ενώ το δεσμοδρομικό σύστημα λειτουργίας των βαλβίδων μας αποχαιρετά. Έτσι, το Multistrada γίνεται V4, με τον κινητήρα να προέρχεται από τη superbike μοτοσυκλέτα της Ducati, την Panigale V4, η οποία είχε παρουσιαστεί ένα χρόνο πριν, το 2019.

Ο ολοκαίνουργιος Granturismo των 1.158 κυβικών αλλάζει τα δεδομένα ως προς την απόδοση, ζυγίζοντας ταυτόχρονα σχεδόν όσο και ένας δικύλινδρος στα ίδια κυβικά, σταματώντας την ζυγαριά στα 66,7 κιλά. Η μέγιστη απόδοσή του φτάνει τους 170 (!) ίππους στις 10.500 στροφές με τη ροπή να αγγίζει τα 12,7 χιλιογραμμόμετρα στις 8.750 στροφές.

Οι αλλαγές δεν σταμάτησαν στον κινητήρα, καθώς ήταν η πρώτη φορά που η Ducati κατασκεύασε η ίδια το πλαίσιο για το Multistrada V4. Μέχρι τότε, το εργοστάσιο του Borgo Panigale σχεδίαζε ναι μεν τα πλαίσια για τα Multistrada, όμως αυτά ερχόντουσαν έτοιμα για τοποθέτηση από εξωτερικό προμηθευτή. Το ψαλίδι έγινε πλέον συμβατικό, αντί για το μονόμπρατσο που είχε μέχρι τότε, για να μπορείς να βάλεις και τροχούς με ακτίνες, για τις χωμάτινες εξορμήσεις ενώ στα τέλη του 2021 ήρθε η έκδοση Pikes Peak με 17 ιντσών μπροστινό τροχό αλλά και μονόμπρατσο ψαλίδι. Τέλος, το Multistrada V4 είναι το πρώτο της σειράς στο οποίο έγιναν δοκιμές πτώσης, και σχεδιάστηκε με γνώμονα το κόστος αποκατάστασης αλλά και το κόστος χρήσης.

Ducati Multistrada story

Το τελευταίο, αυτό της χρήσης, είναι που οδήγησε την Ducati στην κατάργηση του δεσμοδρομικού συστήματος. Έτσι, η εταιρεία κατάφερε να ορίσει διαστήματα σέρβις που μέχρι στιγμής δεν έχει καμία άλλη μοτοσυκλέτα που πωλείται αυτή τη στιγμή, με τις αλλαγές λαδιών να γίνονται κάθε 15.000 χιλιόμετρα και ο έλεγχος των βαλβίδων κάθε 60.000! Όλα τα Multistrada που βγαίνουν από την γραμμή παραγωγής έχουν 4 χρόνια εγγύησης, χάρη στο πακέτο “4ever Ducati”, δείχνοντας πόσο σίγουρο είναι το εργοστάσιο για την αξιοπιστία του συγκεκριμένου μοντέλου.

Στον τομέα των ηλεκτρονικών, η λίστα είναι τεράστια, όμως αυτό που ξεχώρισε το 2020 στο V4 ήταν η χρήση ραντάρ. Με την τεχνολογία αυτή, το cruise control μπόρεσε να αποκτήσει adaptive λειτουργία, που σημαίνει ότι ρυθμίζει μόνο του την ταχύτητα στον αυτοκινητόδρομο, κρατώντας σταθερή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα. Ταυτόχρονα, το σύστημα Blind Spot Detection σε ενημερώνει για το τι γίνεται πίσω σου, προσθέτοντας πόντους στην ασφάλεια και κάνοντας ακόμη πιο ξεκούραστα τα ταξίδια πολλών χιλιομέτρων.

Το Multistrada V4 θα βρεθεί και φέτος ανάμεσα στα μοντέλα που θα παρουσιαστούν στην Ducati World Premiere 2024, που όπως κάθε χρόνο γίνεται διαδικτυακά, με διάρκεια από τις 27 Ιουλίου μέχρι τις 7 Νοεμβρίου. Πιθανολογούμε ότι μιλάνε για την έκδοση Grand Tour, για την οποία σας είχαμε γράψει πριν λίγους μήνες.

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.