Eicma 2021 Royal Enfield: Από το «Project Origin» στο SG650! Μόνο μέταλλο!

Συζήτηση με τον Paolo Brovedani – Chief Product Developer
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/12/2021

Η Royal Enfield, η βασίλισσα της Ινδίας για εμάς και «global leader» στις μεσαίες μοτοσυκλέτες έως 750 κυβικά όπως αυτοαποκαλούνται, (χωρίς να λένε όμως και ψέματα) είχε μία ενδιαφέρουσα παρουσία στην EICMA όπου μας έδειξε και το SG650, ένα καλοφτιαγμένο Concept που σηματοδοτεί τα 120 χρόνια της εταιρείας.

Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε με τον κ.Paolo Brovedani που έχει επιτελική θέση στην διαδικασία εξέλιξης και ανάπτυξης νέων μοντέλων, ξεκινώντας με το ζήτημα των προμηθευτών και της εφοδιαστικής αλυσίδας που μαζί με τα μεταφορικά είναι αυτή την στιγμή το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων ανεξαιρέτως των κατασκευαστών. Ακριβώς δηλαδή όπως διαβάσατε στο ΜΟΤΟ ήδη από το καλοκαίρι πως θα γινόταν.

Η Royal Enfield σύμφωνα με τον κ.Brovedani έχει ένα πολύ υψηλό ποσοστό αυτό-τροφοδοσίας της γραμμής παραγωγής, σε αντίθεση με άλλους κατασκευαστές που εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τρίτους. Αυτό το οφείλει σε μία σειρά από λόγους ξεκινώντας από την απλότητα της κατασκευής, μέχρι και στα υλικά που χρησιμοποιεί, καθώς κυριαρχεί το μέταλλο και όχι το πλαστικό. Είναι πιο φθηνό να προμηθευτείς πλαστικά, ή κρύσταλλα για φανάρια και φλας από τρίτες χώρες και είναι πιο δύσκολο τα εισαγόμενα εξαρτήματα να αφορούν μεταλλικά ρεζερβουάρ, πάνελ κτλ. Για την Ινδία που κατασκευάζει τα πάντα και διαθέτει φθηνά εργατικά χέρια, αυτή η ισότητα τιμών εξαπλώνεται και σε κάθε είδους ανταλλακτικών, με την Royal Enfield να διατηρεί έτσι γραμμές παραγωγής που για κάποια μοντέλα τροφοδοτούνται έως και 100% από την ινδική αγορά.

Να θυμίσουμε στους αναγνώστες πως καμία ευρωπαϊκή μοτοσυκλέτα δεν πλησιάζει αυτό το νούμερο. Για παράδειγμα, η γραμμή παραγωγής της Multistrada τροφοδοτείται στο 60% από προμηθευτές έως και 150 χιλιόμετρα μακριά από το εργοστάσιο της Bologna, περίπου το 10% έρχεται από μακρύτερα ή από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ένα 30% έρχεται από τρίτες χώρες, όπως ας πούμε το πίσω φωτιστικό σώμα που είναι κινέζου προμηθευτή. Λίγο-πολύ αυτή είναι μία εικόνα που αντιπροσωπεύει και το σύνολο της αυτοκίνησης κι έτσι εξηγείται πώς γιγαντώνεται το τωρινό πρόβλημα της εφοδιαστικής αλυσίδας επηρεάζοντας το σύνολο της παραγωγής.

Η Royal Enfield ακόμη και για τα φρένα απευθύνεται σε ντόπιους προμηθευτές όπως για παράδειγμα την Bybre, που είναι θυγατρική της Brembo. Η Bybre φτιάχτηκε για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στην τεράστια ζήτηση της τοπικής αγοράς αλλά και στην απαίτηση για πιο προσιτό προϊόν και σύμφωνα με παλαιότερη (2019) δήλωση των ίδιων των ανθρώπων της Brembo, που έχουμε την δυνατότητα να μιλάμε απευθείας, τα προϊόντα της Bybre δεν γίνεται να εξισωθούν με της μητρικής εταιρείας. Προφανώς και δεν υπάρχει κανένα πλάνο για κάτι τέτοιο και η Bybre έχει φτιαχτεί για συγκεκριμένο λόγο όπως είπαμε, αλλά δεν θα γινόταν να κατασκευάζουν εκεί πέρα GP4, για παράδειγμα, ακόμη κι αν το ήθελαν και ο λόγος είναι η πρώτη ύλη.

Το οποίο μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση προς τον κ.Brovedani σχετικά με την προέλευση του μετάλλου στην Royal Enfield, ιδιαίτερα από την στιγμή που η Ινδία φημίζεται για την ανακύκλωση που πραγματοποιεί. Πράγματι, μας εξηγεί, έχουν γίνει μελέτες για χρήση ανακυκλωμένου μετάλλου όμως προς το παρόν όλη η παραγωγή στηρίζεται σε κράμα πρωτογενών υλικών. Στο μέλλον είναι κάτι που σίγουρα θα περάσει στην πράξη, όχι όμως προτού εξελίξουν την διαδικασία. Προς το παρόν, εξηγεί ο κ.Brovedani, είναι πιο προσιτό οικονομικά να χρησιμοποιούν πρωτογενή υλικά που έχουν και την σωστή συνταγή για το πώς να τους συμπεριφέρονται.

Στον τομέα του σκληρού ανταγωνισμού, που ήδη οι Ασιάτες κατασκευαστές έχουν εντείνει σε μεγάλο βαθμό, η θέση της Royal Enfield είναι πως δεν τον φοβήθηκαν ποτέ και δεν είναι κάτι νέο για αυτούς, καθώς βρίσκονται στην μεγαλύτερη αγορά του κόσμου που έτσι κι αλλιώς ο ανταγωνισμός ήταν ανέκαθεν υψηλός. Έχοντας τοποθετηθεί στην κορυφή της Ινδικής αγοράς απολαμβάνουν μία θέση που σε τοπικό βαθμό ξεφεύγει της απευθείας σύγκρισης και με δεδομένο πως η τοπική αγορά μετρά πωλήσεις σε εκατομμύρια μονάδες, η Royal Enfield έχει το πλεονέκτημα να κοιτά από ψηλά.

Σύμφωνα με τον κ.Brovedani το Concept SG650 είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα για τον τρόπο που γεφυρώνεται το παρελθόν με το τώρα, χωρίς να χάνονται οι αξίες της Royal Enfield και ταυτόχρονα τονίζοντας την μεγάλη παράδοση της εταιρείας στο customizing. Ο αναλογικός κόσμος δεν πρέπει να συμπιέζεται από τον ψηφιακό κι ακριβώς όπως συνυπάρχουν τα μηχανικά ρολόγια μαζί με τα ηλεκτρονικά, έτσι και μοτοσυκλέτες όπως η SG650 έχουν την δική τους ξεχωριστή και μάλιστα δεσπόζουσα θέση. Ο τρόπος κατασκευής έχει εδώ τον πρωταρχικό ρόλο, με παράδειγμα το ρεζερβουάρ που είναι φτιαγμένο σε CNC, έχει «σκαφτεί» λοιπόν από ένα μασίφ κομμάτι αλουμινίου, όπως και οι τροχοί το ίδιο, και με αυτή την ευκαιρία προετοιμάστηκαν και αντίστοιχα με βάσεις για σένσορες του ABS και τις δαγκάνες. Η δερμάτινη σέλα έχει ραφτεί στο χέρι, ενώ τα γραφικά και τα χρώματα ξεφεύγουν από τις παραδόσεις για να φέρουν το μέλλον πιο κοντά.

Η αλήθεια είναι πως από κοντά η SG650 δείχνει την φινέτσα της κι αποτυπώνει στο μάτι μία ολοκλήρωση κατασκευής που έως τώρα είναι συνυφασμένη με μάρκες όπως η H-D, ένας στόχος που οι άνθρωποι της Royal Enfield δεν σχολιάζουν, αλλά σου κλείνουν το μάτι όταν τους το λες. Κι έτσι με βεβαιότητα το συγκεκριμένο concept αποτυπώνει την πορεία της Royal Enfield τα τελευταία 120 χρόνια.

Η μεγαλύτερη συνεχής πορεία στην ιστορία.

«Project Origin»

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, όπως έχουμε γράψει και στο ΜΟΤΟ επανειλημμένως, πως η Royal Enfield έχει την μεγαλύτερη, αδιάλειπτη πορεία στην παγκόσμια ιστορία του μοτοσυκλετισμού. Κι αυτό φέτος το γιόρτασε με τον καλύτερο τρόπο φτιάχνοντας μία ρέπλικα της πρώτης μοτοσυκλέτας που βγήκε από την γραμμή παραγωγής της! Η πρώτη ενός εργοστασίου είναι σπάνιο εύρημα, έως πρακτικά αδύνατο όταν μιλάμε για το 1.901, και λίγοι μπορούν να καυχηθούν πως το έχουν στην συλλογή τους! Διότι πριν από 120 χρόνια κανείς δεν σκεφτόταν να αποθηκεύσει την πρώτη που έφτιαχνε με την προοπτική πως στο μέλλον θα έχει φτάσει το μέγεθος πολυεθνικής με σπουδαίες πωλήσεις. Μιλάμε για ταραχώδεις εποχές με τεράστιες δυσκολίες και μεγάλη αβεβαιότητα, οπότε δεν σκέφτεσαι να κρατήσεις την πρώτη, το ακριβώς αντίθετο, πασχίζεις να την διώξεις από πάνω σου. Πόσο μάλιστα όταν κόστιζε 50 λίρες Αγγλίας που αντιστοιχούν σε €4.700 σημερινά χρήματα. Επίσης δεν υπήρχαν σχέδια ή λεπτομέρειες της πρώτης μοτοσυκλέτας, αλλά αυτό δεν σταμάτησε την Royal Enfield που έβαλε στόχο να κατασκευάσει μία ρέπλικα απόλυτα πιστή, όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά και σε κατασκευή, επιστρέφοντας δηλαδή σε πρακτικές εκατό ετών! Ανέθεσε σε μία ομάδα ειδικών το δύσκολο αυτό στόχο, κι εκείνοι έψαξαν σε δημοσιεύματα της εποχής, σε παλιές φωτογραφίες των πρώτων ιδιοκτητών και συγκέντρωσαν κάθε στοιχείο που μπορούσε να υπάρχει, ώστε να χτίσουν μία απόλυτα λεπτομερή εικόνα του μοντέλου.

Ο αναβάτης έπρεπε να ξεκινήσει κάνοντας πετάλι μέχρι να πάρει μπροστά ο κινητήρας και μετά να γυρίσει το καρμπυρατέρ για να ξεκινήσει εκείνο να τροφοδοτεί, και όχι πριν. Ο αναβάτης έπρεπε επίσης να ελέγχει και την ανάφλεξη για να πετύχει σταθερή απόκριση, που σημαίνει πως δεν υπήρχε γκαζιέρα με την έννοια που ξέρουμε εμείς, αλλά με μαεστρία έπρεπε να ρυθμίζεις το άνοιγμα των βαλβίδων, κυριολεκτικά ακούγοντας και αισθανόμενος τον κινητήρα! Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως η λίπανση ήταν ακόμη πιο πολύπλοκη διαδικασία! Στην αριστερή πλευρά του κυλίνδρου, υπήρχε ένας λεβιές από τον οποίο ο αναβάτης μπορούσε να ελέγχει την τροφοδοσία λαδιού μέσα στον στροφολοθάλαμο, το οποίο και καιγόταν μετά από 10-15 μίλια, πριν επαναλάβει την διαδικασία. Αν το παράκανε θα γινόταν μαύρος κι αυτός και όλοι οι πεζοί γύρω του, αν το ξεχνούσε θα τον έσπαγε. Φανταστείτε τα τώρα όλα αυτά, απέναντι στους οδηγούς του σήμερα.

Μία δεκαετία αργότερα η Royal Enfield έβγαζε το Model 200, το οποίο ήταν δίχρονο, έπιανε 40 μίλια τελικής και είχε φρένα και τροχούς ποδηλάτου. Μπορεί να μην χρειαζόταν πλέον να είσαι ένας κανονικός μηχανικός για να την οδηγήσεις, αλλά σίγουρα έπρεπε να είσαι γενναίος. Την δεκαετία του 1930 η Royal Enfield είχε μοτοσυκλέτα 1.140 κυβικών με αρκετή ροπή για να ξεριζώσει ένα δέντρο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, και προωθούνταν στο μεγάλο μοτοσυκλετιστικό κοινό της Αγγλίας μέχρι και την έναρξη του πολέμου. Την χειρότερη περίοδο στην σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας, έφτιαχναν μοτοσυκλέτες για τον στρατό, προβάλλοντας την απλότητα και την ευκολία κατασκευής και επισκευών, ως μέγιστο προτέρημα.

Μέσα από την τεράστια διαδικασία που έφτιαξαν για να δημιουργήσουν την ρέπλικα της πρώτης μοτοσυκλέτας, συνδέθηκαν ξανά με το παρελθόν και εκτίμησαν εκ νέου την τεράστια αυτή πορεία τους! Λίγες μάρκες μπορούν να γιορτάσουν κάτι τέτοιο και για να τιμήσουν ακόμη περισσότερο αυτή την πορεία, είχαν στην EICMA και τις επετειακές μοτοσυκλέτες που το φινίρισμά τους αξίζει να το δει κανείς από κοντά.

Οι Interceptor INT 650 και Continental GT 650 έκλεψαν την παράσταση και είχαν πάντα κόσμο τριγύρω τους. Συνοδεύονται από αύξοντα σειριακό αριθμό και θα φτιαχτούν μόλις 60 για τις τέσσερις γεωγραφικές περιοχές του κόσμου.

Ετικέτες

Επεισοδιακό ταξίδι του Κωνσταντίνου Μητσάκη στη Λευκορωσία-Ουκρανία με KOVE 800X PRO [Photos]

Ο Έλληνας αναβάτης έζησε από κοντά το πολεμικό κλίμα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

28/5/2026

Η ΓΚΟΡΓΚΟΛΗΣ Α.Ε. συνεργάστηκε για ακόμη μία φορά με τον Κωνσταντίνο Μητσάκη, στηρίζοντας ένα απαιτητικό οδοιπορικό με πρωταγωνίστρια την KOVE 800X PRO και προορισμό τη Λευκορωσία και την Ουκρανία.

Το ταξίδι αυτό μόνο εύκολη υπόθεση δεν ήταν αφού η Ουκρανία βρίσκεται σε πόλεμο, με όποιους κινδύνους και εμπόδια μπορεί να συνεπάγεται αυτό. Χαρακτηριστικά είναι και τα λόγια του Μητσάκη: “Η Λευκορωσία και το Γεωγραφικό Κέντρο της Ευρώπης, στη Λιθουανία, συνιστούσαν τους δύο εξεζητημένους ταξιδιωτικούς προορισμούς του KOVE ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ / ΟΥΚΡΑΝΙΑ 2026, ενός οδοιπορικού που θα διέτρεχε 10 ευρωπαϊκές χώρες, περνώντας από την περιοχή των Σκοπίων, τη Σερβία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, την Πολωνία, τη Λευκορωσία, τη Λιθουανία, την Ουκρανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Όμως, κορύφωση του οδοιπορικού στην Ανατολική Ευρώπη θα αποτελούσε η διάσχιση της εμπόλεμης Ουκρανίας, με προορισμό την πόλη Λβιβ και την πρωτεύουσα Κίεβο.

kove

Η γνωστή, μόνιμη εμμονή μου για συναρπαστικές δίτροχες εμπειρίες και πιο αλλόκοτες ανθρώπινες ιστορίες, αυτή τη φορά θα με οδηγούσε στα μονοπάτια μιας πραγματικά ριψοκίνδυνης περιπέτειας. Αψηφώντας τον θανάσιμο κίνδυνο που εγκυμονεί ένα ταξίδι με μοτοσυκλέτα στην εμπόλεμη ζώνη της Ουκρανίας, είχα αποφασίσει να επιχειρήσω το τολμηρό εγχείρημα να οδηγήσω την KOVE 800X PRO σε μία από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του κόσμου, ευελπιστώντας να μην αποτελέσω τον στόχο ρωσικών πυραύλων ή drones!”

Ο Έλληνας αναβάτης διέσχισε Σκόπια, Σερβία, Ουγγαρία, Σλοβακία και Πολωνία με μόλις τρεις διανυκτερεύσεις, γράφοντας τα πρώτα 2.650 χιλιόμετρα, ενώ αφιέρωσε και λίγο χρόνο στον αγαπημένο του ποταμό Δούναβη. Κάπως έτσι έφτασε στη Λευκορωσία, που αποτελεί έναν από τους πιο αινιγματικούς προορισμούς της Ευρώπης.

Η είσοδος του Μητσάκη στην χώρα έγινε μετά από αυστηρό έλεγχο, όπως λήψη βιομετρικών δεδομένων, σφραγίδα εισόδου στο διαβατήριο, έλεγχο στις φωτογραφίες του κινητού και του προσωπικού προφίλ στα social media, μία διακριτική ανάκριση από τους ευγενέστατους συνοριοφύλακες αλλά και έλεγχο της KOVE 800X PRO με μηχάνημα X-Ray!

Ακολουθούν οι πρώτες εντυπώσεις του ταξιδιώτη: “Παρόλο που η Λευκορωσία ανεξαρτητοποιήθηκε από την πρώην ΕΣΣΔ το 1990, η Brest ήταν γεμάτη με σύμβολα-μνήμες της σοβιετικής εποχής: αστικά αρχιτεκτονήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, περίτεχνα σοβιετικά ψηφιδωτά με ιδεολογικά μηνύματα, σφυροδρέπανα, σοβιετικά αστέρια και λογότυπα, αγάλματα του Λένιν και κομμουνιστικά σφυροδρέπανα λειτουργούσαν σαν μια χρονομηχανή που με μετέφερε πίσω, σε αλλοτινές ιστορικές περιόδους!

"Απογευματινή άφιξη στο Minsk, check-in στο κατάλυμα, ένα καθαρό hostel στο κέντρο της πρωτεύουσας, γρήγορο μπάνιο και μια πρώτη βόλτα στους δρόμους του Minsk. Πριν ο ήλιος γύρει να κοιμηθεί, επισκέφθηκα το εκπληκτικό Μουσείο-Στούντιο Γλυπτικής 'Zair Azgur Memorial Studio', τον χώρο όπου ο διάσημος γλύπτης Zair Azgur κατασκεύαζε για το σοβιετικό καθεστώς γλυπτά και αγάλματα ιστορικών μορφών και συμβόλων της σοβιετικής εποχής. Εδώ είχα την ανεπανάληπτη εμπειρία να βρεθώ περιτριγυρισμένος από τον Λένιν, τον Στάλιν και τον Μαρξ.”

kove

Στο Minsk ο Κωνσταντίνος Μητσάκης έμεινε για τρεις ημέρες και ύστερα προσπάθησε να περάσει τα σύνορα της Λιθουανίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού απαγορευόταν η διέλευση μοτοσυκλετών από τη Λευκορωσία στη Λιθουανία! Αυτό σήμαινε πως ο Έλληνας αναβάτης θα έπρεπε να διανύσει επιπλέον 1.200 χιλιόμετρα και να περάσει από την Πολωνία για να φτάσει στον προορισμό του.

Μάλιστα δύο ημέρες πριν την άφιξή του στην Ουκρανία σημειώθηκε ο φονικότερος βομβαρδισμός της χώρας από την αρχή του έτους, με πάνω από 1.100 drones και δεκάδες βαλλιστικούς πυραύλους, όμως αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο και ο Κωνσταντίνο Μητσάκης ήταν αποφασισμένος να περάσει τα σύνορα της Ουκρανίας. Μετά από μία ακόμη ανάκριση από τους συνοριοφύλακες, η είσοδος στην εμπόλεμη ζώνη είχε γίνει πραγματικότητα.

Η πρώτη διανυκτέρευση στην Ουκρανία έγινε στην πόλη Λβιβ, χωρίς να γίνεται αντιληπτός ο πόλεμος και η ζωή κυλούσε φυσιολογικά σε κανονικούς ρυθμούς, ενώ στη συνέχεια ο Μητσάκης άρχισε να κατευθύνεται προς την ουκρανική πρωτεύουσα, με τα αισθήματα της αγωνίας και της ανασφάλειας να εμφανίζονται, όπως είναι λογικό. Ο ίδιος αφηγείται: “Η απογευματινή άφιξή μου στο Κίεβο έγινε κάτω από βροχή και με απρόσμενο μποτιλιάρισμα στο κέντρο της πόλης. Στην ουκρανική πρωτεύουσα είχα προγραμματίσει (εκτός απροόπτου) τρεις διανυκτερεύσεις, ενώ καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του ξενοδοχείου έπαιξαν οι χρήσιμες συμβουλές ενός ντόπιου συντρόχου που συνάντησα στην είσοδο της πρωτεύουσας: 'ξενοδοχείο κατά προτίμηση κοντά σε σταθμό μετρό, μιας και είναι το ασφαλέστερο καταφύγιο σε περίπτωση βομβαρδισμού!' Έτσι κι έκανα τελικά…

"Την επόμενη μέρα ένας λαμπερός ήλιος οδήγησε τη δίτροχη περπατησιά μου στην κεντρική Πλατεία Ανεξαρτησίας (Maidan). Με αφετηρία την ιστορικότερη πλατεία της ουκρανικής πρωτεύουσας, που έχει συνδεθεί άρρηκτα με τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες των Ουκρανών (Πορτοκαλί Επανάσταση–2004, Επανάσταση της Αξιοπρέπειας–2014), ξεκίνησα την περιήγησή μου στους δρόμους και στα αξιοθέατα της ουκρανικής πρωτεύουσας. Πάντα όμως με το βλέμμα ψηλά στον ουρανό, υπό τον φόβο των ρωσικών drones.”

kove

Η στιγμή που έζησε τον πόλεμο στο πετσί του δεν άργησε: “Μεσημέρι στο υπαίθριο πάρκινγκ του ξενοδοχείου λίπαινα την αλυσίδα της KOVE 800X PRO, όταν ξαφνικά άρχισαν να ηχούν αντιαεροπορικές σειρήνες συναγερμού. Πανικόβλητος άφησα παράμερα τη μοτοσυκλέτα και άρχισα να τρέχω στο εσωτερικό του ξενοδοχείου για να προστατευτώ. Φόβος και τρόμος! Μετά από περίπου 5 λεπτά ακούστηκαν τα πρώτα αντιαεροπορικά πυρά και ακολούθησαν πάμπολλες ισχυρές εκρήξεις. Εντέλει, το πολεμικό σκηνικό κράτησε περίπου μισή ώρα, και μετά ηρεμία και πάλι.

"Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε και που μού φάνηκε ολόκληρος αιώνας, συνειδητοποίησα με τον πλέον δραματικό τρόπο πως δεν αποτελούσα τον νοερό θεατή μιας κινηματογραφικής ταινίας, αλλά αντίθετα πρωταγωνιστούσα σε μια ρεαλιστική περιπέτεια προσωπικής επιβίωσης. Εδώ στο Κίεβο μόλις είχα πάρει το βάπτισμα του πυρός (κυριολεκτικά) στην εμπόλεμη Ουκρανία. Οι ντόπιοι, αντίθετα, δεν φάνηκε να αναστατώνονται ιδιαίτερα, αλλά μάλλον αντιμετώπισαν με αδιαφορία το συγκεκριμένο περιστατικό. Μετά από 4 χρόνια πολέμου και δεκάδες βομβαρδισμούς, λογικό είναι να έχουν συνηθίσει τη θανάσιμη καθημερινότητα.

"Ήταν η δεύτερη μέρα μου στο Κίεβο. Την προηγούμενη μέρα είχα επισκεφθεί την Πλατεία Ανεξαρτησίας, της οποίας ένα τμήμα έχει μετατραπεί σ’ ένα συγκινητικό μνημείο με χιλιάδες φωτογραφίες πεσόντων στρατιωτών και αναρίθμητες (μικρές και μεγάλες) ουκρανικές σημαίες. Λίγο πιο μακριά, μπροστά στη Μονή του Αγίου Μιχαήλ, παροπλισμένα τανκς, κατεστραμμένα επιβατικά αυτοκίνητα, drones και πλήθος πολεμικού εξοπλισμού σε κοινή θέα, αποτελώντας τις σοκαριστικές μαρτυρίες του πολέμου.

"Την τρίτη –και τελευταία– μέρα στο Κίεβο έκανα μια μεγάλη βόλτα στους δρόμους της ουκρανικής πρωτεύουσας. Όπως στην Λβιβ, έτσι και στο Κίεβο, τα στιγμιότυπα  καθημερινότητας που αντίκριζα με τίποτα δεν μαρτυρούσαν την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα. Πλήθος κόσμου περπατούσε στους δρόμους της πόλης, παντού ανοικτά καταστήματα, λεωφόροι γεμάτες αυτοκίνητα και λεωφορεία, κατάμεστα τα πάρκα από κόσμο! Η ζωή κυλούσε ήρεμα και φυσιολογικά στο ηλιόλουστο Κίεβο, μέχρι τον επόμενο βομβαρδισμό! Και παρά τα τακτικά πλήγματα από drones, πουθενά στο ιστορικό κέντρο της πόλης δεν είδα βομβαρδισμένα κτίσματα ή κατεστραμμένα μνημεία – μόνο στα προάστια της πρωτεύουσας εντόπισα κατεστραμμένα κτίρια.

kove

"Νωχελικά απλωμένη στις όχθες του ποταμού Δνείπερου, η μητρόπολη της Ουκρανίας διέθετε μια γοητευτική πολεοδομική όψη, την οποία συνέθεταν οι παραποτάμιες αριστοκρατικές γειτονιές, οι περίλαμπρες Ορθόδοξες Μονές, τα κρατικά κτίρια σοβιετικής αρχιτεκτονικής, οι πολύβουες κεντρικές πλατείες, τα γαλήνια πάρκα, τα ανηφορικά καλντερίμια της Άνω Παλαιάς Πόλης και οι δενδροφυτεμένες λεωφόροι. Βασικό στοιχείο της ταυτότητας του Κιέβου συνιστούσε φυσικά το τεράστιο άγαλμα της Μητέρας Ουκρανίας (ύψος αγάλματος 62 μ.) που δέσποζε στη δεξιά όχθη του Δνείπερου και δέχθηκε την επίσκεψή μου. Κατασκευασμένο το 1981 από ανοξείδωτο χάλυβα, το εμβληματικό μνημείο υψωνόταν με μεγαλοπρέπεια στον ορίζοντα του Κιέβου και έμοιαζε να προστατεύει την ουκρανική πρωτεύουσα από τις εχθρικές επιδρομές.

Ξημερώματα, ώρα 04:10! Την τελευταία νύχτα στο Κίεβο ξύπνησα έντρομος από τις αντιαεροπορικές σειρήνες και το τηλέφωνο που χτυπούσε επίμονα. Μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκα στη ρεσεψιόν και μαζί με τους υπόλοιπους πελάτες του ξενοδοχείου τρέξαμε στον κοντινό σταθμό μετρό HOLOSIIVSKA που εκτελούσε χρέη τοπικού καταφυγίου. Για δύο ώρες βίωνα σιωπηλός το σοκ μιας νυχτερινής επίθεσης με drones και βαλλιστικούς πυραύλους, ενώ δύο νεαροί Ουκρανοί που μιλούσαν αγγλικά μού περιέγραφαν τον πρόσφατο εγκλωβισμό δικών τους ανθρώπων κάτω από συντρίμμια πολυκατοικιών. Κάποιοι γλίτωσαν, άλλοι όχι!

Λήξη συναγερμού, επιστροφή στο ξενοδοχείο, πρόχειρο πρωινό, πακετάρισμα αποσκευών στη μοτοσυκλέτα και αναχώρηση μέσα στην πρωινή αχλή με προορισμό τα σύνορα της Ρουμανίας, 560 χλμ. νότια. Δίχως απρόοπτα ή δυσάρεστα γεγονότα καθοδόν, αργά το ίδιο απόγευμα (μετά από 11 ώρες οδήγησης) ο Ουκρανός συνοριοφύλακας σφράγιζε το διαβατήριό μου και άνοιγε τη μπάρα να περάσω στη Ρουμανία. Πριν όμως πατήσω μίζα, κοντοστάθηκα λίγο, κοίταξα πίσω μου σιωπηλός τη λαβωμένη Ουκρανία που με αποχαιρετούσε και συλλογίστηκα με θλίψη: Τέσσερα χρόνια πολέμου και η ειρήνη ξεχάστηκε…”