EICMA 2022: Το ΜΟΤΟ στην καρδιά της πληροφορίας

Η σημαντικότερη έκθεση της χρονιάς μέσα από τον δημοσιογραφικό φακό του ΜΟΤΟ
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

11/11/2022

Ο συνδυασμός των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας που ακύρωσε επί δύο χρόνια τις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, με το απίστευτα χαμηλό επίπεδο των “new-age” στελεχών που καθορίζουν πλέον το marketing των εργοστασίων, έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ένα τεράστιο πρόβλημα πρόσβασης στην ορθή και εις βάθος πληροφόρηση.

Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται, το κόστος συμμετοχής μιας εταιρείας σε μια διεθνή έκθεση είναι τεράστιο, σε αντίθεση με την δημιουργία ενός video στο You Tube που είναι απείρως φτηνότερο.

Έτσι εταιρείες όπως η BMW, η Ducati, η KTM και η Yamaha προτίμησαν να γλιτώσουν τα έξοδα και να μην κάνουν δημοσιογραφικές παρουσιάσεις των νέων μοντέλων τους στην EICMA. Το αποτέλεσμα φυσικά είναι να μην θυμάται κανείς ποια είναι τα νέα μοντέλα που θα έχουν στην γκάμα τους το 2023 και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο της Ducati που κέρδισε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα των MotoGP και παρουσίασε την ισχυρότερη ατμοσφαιρική μοτοσυκλέτα παραγωγής του κόσμου (Panigale V4R), ολόκληρη νέα γενιά Scrambler, ολοκαίνουριο Diavel V4, νέα Multistrada V4, αλλά η δημοσιότητα που πήραν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα post στα site, με φτωχά σε πληροφορία κείμενα, αφού φτωχή ήταν και η πληροφόρηση που είχαν οι δημοσιογράφοι από τα video και το press kit που μοίρασαν τα “new-age” στελέχη που έχουν αναλάβει την επικοινωνία της ιταλικής εταιρείας. Θυμηθείτε απλώς τι ντόρος γινόταν πριν μερικά χρόνια με τις “old-fashion” παρουσιάσεις που έκανε ο Domenicali στις εκθέσεις της EICMA .

Αντιθέτως η Honda επέλεξε τις “παλιομοδίτικες” διεθνείς εκθέσεις για να παρουσιάσει στον κόσμο το νέο Transalp 750 και φυσικά είχε χίλιες φορές μεγαλύτερη απήχηση στο μοτοσυκλετιστικό κοινό. Tο ίδιο πέτυχαν και τα εργοστάσια της Κίνας που βρέθηκαν φέτος στην EICMA και έκαναν δημοσιογραφικές παρουσιάσεις των μοντέλων τους, με τον κόσμο να δείχνει έντονο ενδιαφέρον.

Όμως πέρα από την σημαντικότητα και την αποτελεσματικότητα των “old-fashion” διεθνών εκθέσεων στον τομέα της προβολής, το πρόβλημα της ορθής και εις βάθους πληροφόρησης γίνεται όλο και μεγαλύτερο και κάνει πλέον επιβεβλημένη την παρουσία των δημοσιογράφων στις διεθνείς εκθέσεις.

Τα press kit και τα press site ΟΛΩΝ των εταιρειών είναι στην κυριολεξία για τα πανηγύρια.

Τα κείμενα, οι τεχνικές πληροφορίες, ακόμα και οι φωτογραφίες που έχουν είναι απαράδεκτα σε ποιότητα και ποσότητα και τις περισσότερες φορές ανούσια. Είτε διαβάσεις το press kit ενός νέου superbike, είτε διαβάζεις το press kit του πιο άθλιου scooter του κόσμου, είναι πλέον το ίδιο πράγμα! Εννοείται πως δεν πρόκειται να βρεις ούτε μία φωτογραφία με κάποιο εξάρτημα του ολοκαίνουριου κινητήρα….

Αν δεν πας στην έκθεση να μιλήσεις πρόσωπο με πρόσωπο με τους ανθρώπους που σχεδίασαν την μοτοσυκλέτα δεν πρόκειται να μάθεις τίποτα διαβάζοντας το press kit.

Κάποτε τα press kit είχαν πληροφορίες ακόμα και για τα διάκενα των βαλβίδων και φυσικά φωτογραφίες που απεικόνιζαν μέχρι και την τελευταία βίδα της μοτοσυκλέτας. Τώρα δεν γράφουν ούτε αν είναι υγρόψυκτος ή αερόψυκτος ο κινητήρας…

Αν λοιπόν ήταν παράδοση για το ΜΟΤΟ να πηγαίνει σε όλες τις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, τώρα πια έχει γίνει ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ και ΕΠΙΒΑΛΕΤΑΙ να βρίσκεται εκεί. Άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο που το ελληνικό ΜΟΤΟ έχει τόσες πολλές αποκλειστικές πληροφορίες ΠΡΙΝ από περιοδικά και site της Αγγλίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας, των ΗΠΑ, ακόμα και της Ιαπωνίας στην περίπτωση του νέου Transalp 750 για παράδειγμα.

Προφανώς είναι φτηνότερο να κάτσουμε στα γραφεία μας και να σας ποστάρουμε μεταφρασμένα τα press kit των εταιρειών. Όμως κάτι τέτοιο δεν αξίζει στους αναγνώστες μας και κυρίως δεν το απολαμβάνουμε εμείς!

Γουστάρουμε να είμαστε μέσα στην καρδιά της πληροφορίας, λατρεύουμε να μαθαίνουμε για τις νέες μοτοσυκλέτες από τους ίδιους ανθρώπους που τις κατασκευάζουν και ελπίζουμε να απολαμβάνετε και εσείς μαζί μας αυτό το ταξίδι στη γνώση που κάθε φορά ανοίγει νέους ακόμα πιο συναρπαστικούς δρόμους.  

Κι επειδή ο όγκος των πληροφοριών από μια τόσο μεγάλη έκθεση είναι πάντα τεράστιος φτιάξαμε άλλο ένα photogallery με την ατμόσφαιρα της EICMA όπως την κατέγραψε ο δημοσιογραφικός φακός του ΜΟΤΟ.

 

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.