Ελληνική πρόκριση: Το Γερμανικό MOTORRAD εκθειάζει DCR-018!

Θα εκτεθούν στο MOTO Test Ride Event 2019!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/5/2019

Απίθανο αφιέρωμα στην ειδική έκδοση του MOTORRAD που ξεκινά από το εξώφυλλο με τις λέξεις Ελληνική, Θεϊκή και Λαμπρή για να επεκταθεί ακόμη πιο διθυραμβικά σε ένα μεγάλο αφιέρωμα στις επόμενες σελίδες κλείνοντας με ένα «ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΜΑΣ»!

Μιας και δεν είσαστε όλοι αναγνώστες της έντυπης έκδοσης του ΜΟΤΟ, διότι αν ήσασταν θα είχατε ήδη αντιληφθεί πως οι Γερμανοί λένε λίγα και όχι υπερβολές, να κάνουμε μία πολύ σύντομη εξήγηση για το πώς έφτασαν οι ξένοι ένας-ένας να παθαίνουν υστερία: Διότι δεν είναι Έλληνες! Ορίστε, τώρα το έχουμε εξηγήσει...

Ο κύκλος των αναγνωστών που παρακολουθεί σε κάθε τεύχος την δημιουργία της DCR-018 -κατά αποκλειστικότητα- από την σχεδίαση, το σετάρισμα των μηχανημάτων, την δημιουργία των ειδικών εργαλείων και όλα τα υπόλοιπα - αντιλαμβάνεται πως είναι ένα μικρό θαύμα όταν κατεβάζεις μία μοτοσυκλέτα που έχει τόση πολύ δουλειά από τον πάγκο, και δύο αναβάτες με διαφορετικό ύψος την καβαλούν με μηδέν χιλιόμετρα και πηγαίνουν γρήγορα, πραγματικά γρήγορα!

Αυτό σημαίνει ένα πράγμα, πως ότι έχει γίνει, έχει γίνει αλάνθαστα! Παρουσιάζουμε αρκετές custom μοτοσυκλέτες στο περιοδικό, εξαιρετικές δουλειές που τις οδηγούμε πρώτα ή που έχουμε παρακολουθήσει την εξέλιξή τους, όπως και των δύο DCR. Μία τέτοια περίπτωση είναι του Πέτρου Χατζηροδέλη και των πανέμορφων custom μοτοσυκλετών που επίσης τους κάναμε τα πρώτα τους χιλιόμετρα.

Για αυτό και όταν εμείς λέμε πως δεν είναι το ίδιο, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό.

Η DCR-018 είναι μία περίπτωση που αντίστοιχη δεν έχει υπάρξει στην Ελλάδα, και για αυτό ίσως θα δει κανείς κάποιους που αδυνατούν να καταλάβουν για πιο λόγο εκστασιάζονται οι υπόλοιποι, εμείς και ο ξένος ειδικός τύπος, για την ιδιαίτερη σε εμφάνιση DCR-018. Δεν είναι μία μοτοσυκλέτα που φτιάχτηκε για να λες τι όμορφη που είναι.

Δεν πωλείται - εκτός κι αν κάποιος θέλει να ξοδέψει μία μικρή περιουσία – δεν είναι στατική επίσης.

Δουλεύει εξαιρετικά και εκκωφαντικά μπορούμε να σας πούμε, και ο στόχος της ήταν να αποκαλύψει την κατασκευαστική δεινότητα της DNA Filters και να τραβά τον κόσμο, δηλώνοντας την παρουσία της. Να αναδεικνύει τα καλύτερα φίλτρα του κόσμου, τα ελληνικά. Κι αυτό το έχει καταφέρει πλήρως και με το παραπάνω! Κι αφιερώματα όπως αυτό στο MOTORRAD για μία εταιρία καθαρά εξαγωγική, όπως η ελληνική DNA, είναι εργαλεία για την δουλειά της.

Από την σχεδίαση ενός πλαισίου που είναι ρεζερβουάρ, είναι ταυτόχρονα και φαίρινκγ, είναι και το βασικό δομικό στοιχείο για έναν κινητήρα που μέχρι πριν αποτελούσε ενεργό μέρος του πλαισίου, που δυσκολεύει τα πράγματα όταν δεν έχεις σχεδιάσει ο ίδιος και τον κινητήρα, μέχρι την επιλογή των γεωμετρικών στοιχείων, των αναρτήσεων, των φρένων και όλου του R&D που απαιτεί κάτι τέτοιο, ώστε να καταλήξεις να έχεις ένα έκθεμα που ταυτόχρονα αποτελεί μαγεία στον δρόμο, ο δρόμος που πρέπει να περάσεις δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, και δεν είναι ευθεία.

Πολλοί μπορούν να σχεδιάσουν, λίγοι να κατασκευάσουν, και ένας-δύο να φτιάξουν κάτι που δεν έχει λάθη και τραβά τα βλέμματα όλου του κόσμου. Και μέχρι τώρα δεν υπάρχει άλλος Έλληνας που να έχει καταφέρει κάτι αντίστοιχο!

Ο Ντίνος και ο Μάριος Νικολαΐδης δεν απολαμβάνουν αυτή την μοναξιά, για αυτό και σπαταλούν ακόμη περισσότερο από τον χρόνο τους για να αναλύσουν σε εμάς κάθε βήμα και για αυτό και εμείς καθόμαστε και ξημεροβραδιαζόμαστε για να τα μεταφέρουμε στο περιοδικό, ώστε στο τέλος να υπάρχει βήμα-βήμα όλη τους η εμπειρία αποτυπωμένη!

Βασικά και θεμελιώδη πράγματα, όπως το από που ξεκινούν να σχεδιάζουν, που τοποθετούν την τελεία στον τρισδιάστατο ψηφιακό κενό, μέχρι την γεωμετρία, το πώς μετρούν και ξανά μετρούν έναν εφιστάμενο κινητήρα, πως φτιάχνουν έναν άξονα ψαλιδιού που η BMW δεν έχει και στηρίζεται σε ρουλεμάν μόνο… όλα αυτά, είναι μαθήματα αποτυπωμένα που εξηγούν τα βήματα της DCR…

Οι Γερμανοί στο MOTORRAD -ναι και για αυτό- τράβηξαν το βλέμμα τους μόλις είδαν μπόξερ. Ξέρουν όμως να αναγνωρίζουν τι σημαίνουν οι κυψέλες που βλέπουν, αντιλαμβάνονται από τις φωτογραφίες ακόμη την μοναδικότητα και την κατασκευαστική αρτιότητα, διαφορετικά θα του έκαναν μία παρουσίαση ή και καθόλου. Ούτε ειδικές εκδόσεις, ούτε και εξώφυλλα.

Αυτά είναι για τους λίγους, κι εκεί ανήκει η DCR-018!

Το MOTORRAD δεν είναι το πρώτο, ούτε και το τελευταίο. Βλέπετε η DCR-018 από την ημέρα που παρουσιάστηκε στην EICMA δεν έχει σταματήσει να τραβά την δημοσιότητα, ενώ για πρώτη φορά σε ευρύ κοινό στην Ελλάδα θα εκτεθεί τώρα άμεσα, στο TEST RIDE EVENT του MOTO!

Αμέσως μετά αναχωρεί για το εξωτερικό όπου έχει προσκληθεί για μία σειρά από τα μεγαλύτερα events και εκθέσεις μοτοσυκλέτας, εκεί όπου θα την ξανά βρούμε κι εμείς…

Όσοι έρθετε στο MOTO Test Ride Event θα έχετε την ευκαιρία να την δείτε από κοντά μαζί με την μεγαλύτερη εξαδέλφη της, την DCR-017 και τρομάρα όλων μας… να την ακούσετε κιόλας!

 

 

Bγαίνει σε δημοπρασία MV Agusta 750 S του 1974 με αυθεντικούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα

Από τα τελευταία μοντέλα παραγωγής - Ελάχιστα χρησιμοποιημένη
1974 - MV Agusta 750 S
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

6/7/2026

Μία από τις πιο σπάνιες και επιθυμητές κλασικές MV Agusta πρόκειται να αλλάξει χέρια μέσω δημοπρασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Πρόκειται για μία MV Agusta 750 S του 1974, από τις τελευταίες που κατασκευάστηκαν πριν ολοκληρωθεί η παραγωγή του μοντέλου το 1975, με την εκτιμώμενη αξία της να κυμαίνεται από 60.000 έως 70.000 λίρες Αγγλίας (περίπου 70.000 έως 81.000 ευρώ).

Από τις πίστες του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος στους δρόμους

Η MV Agusta κυριάρχησε στους αγώνες Grand Prix τη δεκαετία του 1950 και του 1960, κατακτώντας συνολικά 17 συνεχόμενους τίτλους στην κατηγορία των 500 κ.εκ. από το 1958 έως και το 1974, ένα επίτευγμα που παραμένει αξεπέραστο μέχρι σήμερα.

Η επιτυχία αυτή οδήγησε την ιταλική εταιρεία στην παρουσίαση της πρώτης τετρακύλινδρης μοτοσυκλέτας παραγωγής το 1965, της MV Agusta 600. Ωστόσο, η επιλογή του κόμη Agusta να σχεδιαστεί ως sport touring μοντέλο και όχι ως καθαρόαιμη sport μοτοσυκλέτα περιόρισε σημαντικά την εμπορική της επιτυχία.

Η απάντηση ήρθε το 1969 με την 750 S, μία μοτοσυκλέτα που αξιοποιούσε την τεχνογνωσία των αγωνιστικών της εταιρείας και απέκτησε αμέσως τη φήμη που άξιζε στο όνομα MV Agusta.

1974 - MV Agusta 750 S

Αγωνιστική τεχνολογία για χρήση στον δρόμο

Η 750 S χρησιμοποιούσε έναν τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα με σαφείς καταβολές από τις εργοστασιακές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της MV Agusta. Διέθετε κάρτερ και κυλινδροκεφαλή από χυτό αλουμίνιο, επικεφαλής εκκεντροφόρους που έπαιρναν κίνηση μέσω γραναζιών από τον στρόφαλο και τέσσερα καρμπιρατέρ της Dell'Orto.

Η ισχύς έφθανε τους 66 ίππους στις 8.000 στροφές ανά λεπτό, ενώ η τελική ταχύτητα ξεπερνούσε τα 190 χλμ./ώρα, τοποθετώντας την ανάμεσα στις ταχύτερες μοτοσυκλέτες παραγωγής της εποχής.

1974 - MV Agusta 750 S

Στα τελευταία χρόνια παραγωγής της, η 750 S εξελίχθηκε περαιτέρω, αποκτώντας μεγαλύτερη απόδοση αλλά και δύο εμπρός δισκόφρενα, αντικαθιστώντας το ταμπούρο. Συνολικά κατασκευάστηκαν μόλις 583 μοτοσυκλέτες μέχρι το τέλος της παραγωγής το 1975, γεγονός που την καθιστά μία από τις πιο συλλεκτικές MV Agusta όλων των εποχών.

Ένα από τα τελευταία αντίτυπα που κατασκευάστηκαν

Η μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας παράχθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1974 και αποτελεί μία από τις τελευταίες 750 S που βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής του εργοστασίου στο Cascina Costa.

Σύμφωνα με επιστολή του αείμνηστου E. P. Eacott, πρώην υπεύθυνου ανταλλακτικών της λέσχης ιδιοκτητών MV Agusta της Μεγάλης Βρετανίας, το πλαίσιο με αριθμό MV4C75 2140599 κατασκευάστηκε μαζί με τον κινητήρα 2140572, διατηρώντας μέχρι σήμερα τους εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, στοιχείο που αυξάνει σημαντικά τη συλλεκτική της αξία.

1974 - MV Agusta 750 S

Η συγκεκριμένη 750 S παραδόθηκε καινούργια στη W. H. Lowe Pty. Co. Ltd. στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, επίσημη αντιπρόσωπο τότε των Ferrari, Lancia και MV Agusta.

Από την Αυστραλία στη Βρετανία και σε ιδιωτική συλλογή

Το 1984 αγοράστηκε στο Sidney από τον Roger Thomas, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα τη μετέφερε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Από το 1994 βρίσκεται στην ίδια οικογένεια, αφού αποκτήθηκε μέσω δημοπρασίας του Sotheby's, ενώ όλα αυτά τα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ως έκθεμα σε ιδιωτική συλλογή.

1974 - MV Agusta 750 S

Το οδόμετρο δείχνει μόλις 12.241 μίλια και, σύμφωνα με τον σημερινό ιδιοκτήτη, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα αυτή να είναι η πραγματική συνολική απόσταση που έχει διανύσει από καινούργια.

Σχεδόν απόλυτα αυθεντική, αλλά χρειάζεται επαναφορά σε λειτουργία

Η δημοπρασία αναφέρει ότι το ρεζερβουάρ έχει βαφτεί εκ νέου κάποια στιγμή στο παρελθόν, όμως κατά τα άλλα η μοτοσυκλέτα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό αυθεντική.

Παράλληλα, λόγω της πολυετούς ακινησίας, θα χρειαστεί πλήρη επαναφορά σε λειτουργική κατάσταση πριν επιστρέψει στον δρόμο.

1974 - MV Agusta 750 S

Η μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από το παλαιού τύπου βρετανικό έγγραφο ταξινόμησης V5, καθώς και επιπλέον ιστορική αλληλογραφία που τεκμηριώνει την προέλευσή της.

Για τους συλλέκτες ιστορικών μοτοσυκλετών, μία 750 S, με εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, γνωστό ιστορικό ιδιοκτησίας και παραγωγή που περιορίστηκε σε μόλις 583 μονάδες, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές εμφανίσεις σε δημοπρασία των τελευταίων ετών.

Στην ίδια δημοπρασία, πέρα από την ιταλική μοτοσυκλέτα, στο Εθνικό Μουσείο Μοτοσυκλέτας της Βρετανίας στο Solihull θα διατεθεί και η γνωστή custom μοτοσυκλέτα Viper V10 του Allen Millyard.

1974 - MV Agusta 750 S