Εμφανίστηκαν οι μοτοσυκλέτες-φάντασμα της Petronas

Ήταν κρυμμένες στην Αγγλία για 15 χρόνια
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

7/12/2018

Άλλη μια τρελή είδηση ήρθε στην δημοσιότητα και αφορά την δημοπρασία 60 ολοκαίνουριων μοτοσυκλετών Petronas FP1 που είχαν κατασκευαστεί στο Essex της μ. Βρετανίας το 2003. Η ιστορία ξεκινά από τις αρχές του 2000, όταν η Petronas αποφάσισε πως θέλει να γίνει κατασκευαστής πολυτελών μοτοσυκλετών για την τεράστια αγορά της Ασίας. Το σχέδιο του πετρελαϊκού κολοσσού της Μαλαισίας ήταν να δημιουργήσει την φήμη της νέας εταιρείας μέσω των αγώνων του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος SBK, να σχεδιάσει και να κατασκευάσει τις πρώτες μοτοσυκλέτες παραγωγής στην Ευρώπη και μετά να μεταφέρει την παραγωγή στην Μαλαισία. Στη συνέχεια θα σχεδίαζε και θα κατασκεύαζε μικρότερες και φτηνότερες μοτοσυκλέτες για την ασιατική αγορά. Το φιλόδοξο αυτό πλάνο, ξεκίνησε με τον σχεδιασμό ενός αγωνιστικού τρικύλινδρου κινητήρα 900 κυβικών από την Suter, με απόδοση 185 ίππων. Για την αγωνιστική εμπλοκή της μοτοσυκλέτας στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα επιστρατεύτηκε ο Carl Fogarty ως team manager, ο οποίος κατάφερε να πείσει τον Troy Corser να γίνει αναβάτης της ομάδας… προφανώς με το ανάλογο αντίτιμο σε Petroδόλαρα…

Βάσει των κανονισμός της FIM, έπρεπε να κατασκευάσουν τουλάχιστον 150 μοτοσυκλέτες προδιαγραφών για τον δρόμο, ώστε να πάρουν την έγκριση για συμμετοχή στο WSBK. Η εταιρεία MSX που εδρεύει στο Essex ανέλαβε την κατασκευή των πρώτων 75 μοτοσυκλετών δρόμου, οι οποίες θα έπρεπε να σταλούν στην Μαλαισία, όπου η Petronas θα συνέχιζε την παραγωγή των υπόλοιπων 75 που απαιτούσε η FIM μέσω της εταιρείας Momoto.

Όμως μετά από την πλήρη αποτυχία της μοτοσυκλέτας στο WSBK και την σπατάλη 32 εκατομμυρίων δολαρίων από την Petronas, οι Μαλαισιανοί τράβηξαν την πρίζα και ακολούθησε μια σειρά από δικαστικές διαμάχες ανάμεσα στην Petronas και την Momoto. Από τότε κανείς δεν γνωρίζει με σιγουριά τι ακριβώς απέγιναν εκείνες οι 75 FP1 που είχαν κατασκευαστεί στο Essex. Δύο από αυτές είχαν πάει στη Μαλαισία το 2003 και πουλήθηκαν το 2007. Μια τρίτη μοτοσυκλέτα δρόμου είχε εμφανιστεί σε διαδικτυακή πλατφόρμα δημοπρασιών στις ΗΠΑ.

Όμως τώρα, η βρετανική εταιρεία Lanzante Motorsports που εξειδικεύεται στις ανακατασκευές αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών, εμφάνισε 60 FP1 και ζητάει περίπου 28.000 ευρώ για κάθε μία από αυτές.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.