Έρευνα για τους ρύπους από τα ελαστικά οχημάτων κλείνει το μάτι σε νέες Euro προδιαγραφές

Καθαρίζοντας τους κινητήρες ήρθε η όρεξη και για "επιδόρπιο"
Από το

motomag

9/6/2022
Η βρετανική εταιρεία Emissions Analytics, που θεωρείται κορυφαία στον κόσμο σε επιστημονικές μετρήσεις ρύπων, δημοσίευσε τα αποτελέσματα έρευνας στην οποία τα αιωρούμενα μικροσωματίδια που προέρχονται από τη φθορά των ελαστικών οχημάτων, αποδεικνύονται 1.850 φορές πιο επικίνδυνα από τους ρύπους κινητήρων.
 
Σε ανάλογη έρευνα του 2020, η ίδια εταιρεία είχε διαπιστώσει πως οι ρύποι από τη φθορά των ελαστικών οχημάτων (σσ. Οι έρευνες αφορούν σε αυτοκίνητα και όχι σε μοτοσυκλέτες) ήταν 1.000 φορές χειρότεροι από τους ρύπους των εξατμίσεων.
 
Η παραπάνω έρευνα είχε προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις, ειδικά από τις εταιρείες ηλεκτρικών αυτοκινήτων, τα οποία λόγω του μεγάλου βάρους τους (βλ. μπαταρίες) φθείρουν ταχύτερα τα ελαστικά, μειώνοντας έτσι το «πράσινο» αποτύπωμα των εν λόγω οχημάτων.
 
Έκτοτε, η Emissions Analytics συνέχισε να αναλύει τους ρύπους των ελαστικών, σε ακόμα μεγαλύτερη έκταση, με λεπτομερείς χημικές αναλύσεις σε εκατοντάδες νέα ελαστικά, και με τη συνεργασία του National Physical Laboratory της Βρετανίας.
 
Το τελικό συμπέρασμα της νέας έρευνας της εταιρείας για το 2022 είναι πως οι ρύποι από τη φθορά ελαστικών οχημάτων είναι ακόμα μεγαλύτεροι από ότι είχε δείξει η προηγούμενη έρευνα, με μάζα 1.850 φορές μεγαλύτερη από ότι η μάζα των ρύπων από τους κινητήρες.
 
Όπως βέβαια επισημαίνει και η Emissions Analytics το παραπάνω αποτέλεσμα θα πρέπει να διαβαστεί με προσοχή, και να αποφευχθούν τα βιαστικά συμπεράσματα.
 
Ο Nick Molden της Emissions Analytics αναφέρει πως: «οι εξατμίσεις είναι τόσο καθαρές πια, που αν ξεκινούσαμε να μετράμε από το μηδέν, ίσως να μην χρειαζόταν καν νέα νομοθεσία για ελέγξεις τους ρύπους τους».
 
Η έρευνα καταδεικνύει πως οι ρύποι των ελαστικών είναι πολύ χαμηλότεροι σε νέα αυτοκίνητα, ενώ αυξάνονται ανάλογα τη μάζα του οχήματος και την επιθετικότητα της οδήγησης.
 
Οι ρύποι από τους κινητήρες συνεχώς μειώνονται, καθώς οι καταλύτες γίνονται ολοένα και πιο αποδοτικοί, και με τα αυτοκίνητα να προετοιμάζονται στην Ε.Ε. για τις επερχόμενες Euro 7 προδιαγραφές, αυτοί αναμένονται να μειωθούν ακόμα περισσότερο.
 
Αντίθετα, λόγω της αυξανόμενης δημοτικότητας στα βαρύτερα ηλεκτρικά οχήματα, οι ρύποι από τα ελαστικά συνεχώς αυξάνονται.
 
Για τη μέτρηση των ρύπων, η Emissions Analytics χρησιμοποίησε ζυγαριές υψηλής ακρίβειας για να ζυγίσει και τους 4 τροχούς -ελαστικά και ζάντες- μετά την τοποθέτηση νέων ελαστικών, και κατόπιν όταν τα ελαστικά είχαν διανύσει τουλάχιστον 1.600 χλμ. σε πραγματικές συνθήκες στον δρόμο φορεμένα σε μια Mercedes C-Class.
 
Η παραπάνω μέθοδος συνδυάστηκε με ένα σύστημα συλλογής δειγμάτων που βρισκόταν σε ένα σταθερό σημείο ακριβώς πίσω από κάθε ελαστικό, και κατεύθυνε τα δείγματα σε έναν αναλυτή πραγματικού χρόνου που μετρούσε το μέγεθος της διασποράς των σωματιδίων ελαστικού σε μάζα και αριθμό. Συνήθως, τα σωματίδια είχαν μέγεθος μεταξύ 10 μικρομέτρων και 6 νανομέτρων.
 
Ο παραπάνω συνδυασμός επέτρεψε στην εταιρεία να υπολογίσει τόσο τη διαφορά σε μάζα μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου σταδίου, αλλά και την αναλογία των σωματιδίων που ήταν πιθανό να παραμείνουν αιωρούμενα στον αέρα.
 
Όσον αφορά στους ρύπους των εξατμίσεων, κι αυτοί μετρήθηκαν σε πραγματικές συνθήκες με βενζινοκίνητα αυτοκίνητα.
 
Μια σημαντική διαφορά μεταξύ των σωματιδίων από τους ρύπους ελαστικών και εξατμίσεων είναι πως η μεγαλύτερη ποσότητα από τα πρώτα καταλήγει στο έδαφος και στο νερό, ενώ η μεγαλύτερη ποσότητα από τα δεύτερα αιωρείται στον αέρα για κάποια περίοδο, επηρεάζοντας έτσι αρνητικά την ποιότητα του.
 
Το συμπέρασμα αυτό υποστηρίζεται από τα αποτελέσματα της Emissions Analytics, που αποκαλύπτουν πως το 11% των ρύπων από τα ελαστικά είναι μικρότερο από 2.5 μικρόμετρα σε διάμετρο, το όριο (PM2.5) που καθορίζει την σκόνη μικροσωματιδίων που μπορεί να αιωρηθεί. Κατά συνέπεια, οι ρύποι των ελαστικών είναι πιθανότερο να κυμαίνονται στα 8 mg/km, που παρόλα αυτά συνεχίζει να είναι 400 φορές υψηλότερη τιμή από εκείνη των ρύπων των εξατμίσεων.
 
Το πόσο επικίνδυνα μπορεί να είναι τα μικροσωματίδια που προέρχονται από τα ελαστικά αυτοκινήτων εξαρτάται από το πόσο τοξικά είναι. Τα ελαστικά των αυτοκινήτων βασίζονται πλέον σε συνθετική γόμα που προέρχεται από πετρέλαιο, παρά από φυσικό καουτσούκ, μαζί με διάφορα πρόσθετα. Η χημική ανάλυση της Emissions Analytics, έδειξε εκατοντάδες διαφορετικά μείγματα σε κάθε ελαστικό, με ένα σημαντικό ποσοστό να είναι αρωματικοί υδρογονάνθρακες, κάποιοι εκ των οποίων είναι αποδεδειγμένα καρκινογόνοι.
 
Στην έρευνα αποδείχτηκε πως τα λιγότερο τοξικά ελαστικά είναι κατά το ένα τρίτο λιγότερο τοξικά από τα χειρότερα -κάτι που θα αποτελέσει το θέμα μελλοντικής ανακοίνωσης. Έτσι, τα ελαστικά δεν διαφέρουν μόνο στον δείκτη φθοράς αλλά και στην χημική σύσταση και στην τοξικότητα. Το εύρημα αυτό θα μπορούσε να μας δείξει τον δρόμο για να μειώσουμε τη φθορά και την τοξικότητα των ελαστικών μέσω κινήτρων και προδιαγραφών.
 
Η Emmisions Analytics ανακοίνωσε πως θα δημοσιεύσει άμεσα τη χημική σύσταση και την τοξικότητα για εκατοντάδες διαφορετικά ελαστικά, σε μια συνδρομητική βάση.
 
Η εταιρεία αναφέρει πως στόχος της είναι να ρίξει φως σε έναν τομέα στον οποίο δεν έχει γίνει η απαραίτητη έρευνα, ενώ τώρα έχει προσελκύσει τα φώτα της δημοσιότητας, λόγω της αυξανόμενης δημοτικότητας των βαρύτερων ηλεκτρικών αυτοκινήτων και των ολοένα και πιο καθαρών κινητήρων.
 
«Δεν θέλουμε να κόψουμε την οδήγηση στους οδηγούς, ή να εφεύρουμε εντελώς νέα ελαστικά. Αν όμως αποκλείσουμε τα χειρότερα ελαστικά, ή αν τα φέρουμε στα επίπεδα των καλύτερων, θα κάνουμε μεγάλη διαφορά.» 
 
Όπως φαίνεται, η έρευνα της Emmisions Analytics «στρώνει το χαλί» στην υιοθέτηση Euro προδιαγραφών ρύπων και για τα ελαστικά οχημάτων, και αναμένουμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια.
 
Θα υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα αποτελέσματα της έρευνας; Θα δούμε τα ελαστικά να αποκτούν Euro προδιαγραφές τοξικότητας και φθοράς; Και τι θα σημάνει αυτό για το περιβάλλον, αλλά και για την τσέπη του καταναλωτικού κοινού;

Ιαπωνία: Θρυλικές αγωνιστικές GP των Honda & Yamaha συναντιούνται ξανά στο μουσείο της πρώτης

Μια έκθεση στο Honda Collection Hall συγκεντρώνει αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που έγραψαν την ιστορία της ιαπωνικής αντιπαλότητας
Honda Yamaha
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

11/8/2026

Η έκθεση "Two Passions, One Dream: Honda and Yamaha's Challenges in WGP" φιλοξενείται στο Honda Collection Hall του Motegi έως τις 18 Οκτωβρίου, φέρνοντας στον ίδιο χώρο μερικές από τις σημαντικότερες αγωνιστικές μοτοσυκλέτες των Honda και Yamaha.

Honda και Yamaha αποτελούν εδώ και περισσότερες από επτά δεκαετίες δύο από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της ιαπωνικής μοτοσυκλέτας. Η νέα έκθεση στο Honda Collection Hall παρουσιάζει την ιστορία αυτής της αντιπαλότητας μέσα από αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που συμμετείχαν στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας, τον πρόδρομο των σημερινών MotoGP.

Η έκθεση ξεκίνησε στις 18 Ιουλίου και θα παραμείνει ανοιχτή έως τις 18 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που συνδέονται με το Ιαπωνικό Grand Prix του MotoGP, το οποίο θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο στο Mobility Resort Motegi.

Η εντυπωσιακή αρχή της Yamaha

Η ιστορία της Yamaha Motor ξεκίνησε το 1955, όταν η Nippon Gakki, πρόγονος της σημερινής Yamaha Motor, παρουσίασε την πρώτη της μοτοσυκλέτα, την YA1 των 125 cc. Η Yamaha Motor ιδρύθηκε επίσημα την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους.

Honda and Yamaha
Η Yamaha YA-1 (1955) στην αγωνιστική έκδοση Asama Highlands Race, η οποία θριάμβευσε στην κατηγορία Ultra Light των 125 κυβικών εκατοστών

Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, η νέα εταιρεία συμμετείχε στον τρίτο αγώνα ανάβασης του Mount Fuji. Η Yamaha είχε ήδη αποφασίσει ότι οι αγώνες αποτελούσαν τον καλύτερο τρόπο για να αποδείξει την τεχνολογική αξία των μοτοσυκλετών της.

Η YA1 κέρδισε την κατηγορία των 125 cc, με έξι μοτοσυκλέτες της να τερματίζουν στις πρώτες εννέα θέσεις.

Τον Νοέμβριο του 1955, στον πρώτο αγώνα Asama Highland Race, η Yamaha έκανε ακόμη πιο εντυπωσιακή εμφάνιση. Οι YA1 κατέλαβαν τις τέσσερις πρώτες θέσεις στην κατηγορία Ultra Light των 125 cc, αφήνοντας πίσω τις Honda Benly.

Η ήττα ήταν τόσο έντονη ώστε ο Soichiro Honda αναγνώρισε ανοιχτά την αποτυχία της εταιρείας, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα συντριπτικό και τονίζοντας την ανάγκη για βαθύτερη αξιολόγηση.

Έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά η αντιπαλότητα Honda και Yamaha, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η Honda και η παγκόσμια κυριαρχία

Η Honda έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας το 1959, συμμετέχοντας στο Isle of Man TT με μοτοσυκλέτα 125 cc.

Το 1960 η Honda συμμετείχε σε δύο κατηγορίες, 125 και 250 cc, ενώ το 1961 ήρθε η πρώτη μεγάλη επιτυχία. Η εταιρεία κατέκτησε τόσο το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών όσο και το Πρωτάθλημα Αναβατών στις δύο κατηγορίες.

Honda and Yamaha
RC143 (125cc) του 1961 και ένα πάνελ που παρουσιάζει το ταξίδι προς την πρώτη κατάκτηση του κόσμου

Η εξέλιξη ήταν ταχύτατη. Το 1966 η Honda πέτυχε ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στην ιστορία των αγώνων μοτοσυκλέτας, κατακτώντας το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών και στις πέντε κατηγορίες του WGP, από τα 50 έως τα 500 cc.

Η ειδική έκθεση στο Motegi είναι αφιερωμένη και στην επέτειο των 60 ετών από αυτό το πρωτοφανές επίτευγμα.

Οι θρυλικές Honda της έκθεσης

Στο Honda Collection Hall παρουσιάζονται μεταξύ άλλων:

Honda RC143 (1961) – 125 cc

Honda RC149 (1966) – 125 cc

Honda RC166 (1966) – 250 cc

Honda RC116 (1966) – 50 cc

Honda RC174 (1967) – 350 cc

Honda RC181 (1967) – 500 cc

Honda and Yamaha
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1966 RC166 (250cc), τετράχρονη εξακύλινδρη με 2 επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο εξοπλισμός του Mike Hailwood, ο οποίος παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έκθεσης.

Honda and Yamaha

Και οι Yamaha που αντιμετώπισαν τη Honda

Η Yamaha εκπροσωπείται επίσης με σημαντικές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της εποχής, μεταξύ των οποίων οι:

Yamaha RD56 (1965) – 250 cc

Yamaha RA97 (1966) – 125 cc

Yamaha RA31A (1968) – 125 cc

Yamaha RD05A (1968) – 250 cc

Honda and Yamaha
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1965 RD56 (250cc), αερόψυκτη, δίχρονη, δικύλινδρη. Μια θρυλική μηχανή που κατέκτησε το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών & Αναβατών για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά μετά το 1964.

Η συνύπαρξη αυτών των μοτοσυκλετών στον ίδιο χώρο επιτρέπει μια άμεση σύγκριση της τεχνολογικής προσέγγισης των δύο κατασκευαστών σε μία από τις πιο ανταγωνιστικές περιόδους του WGP.

Η έκθεση δεν περιορίζεται στις επιτυχίες. Παρουσιάζει επίσης την πορεία που οδήγησε στην απόφαση των Ιαπώνων κατασκευαστών να αποχωρήσουν από τις εργοστασιακές συμμετοχές στο WGP, σηματοδοτώντας το τέλος μιας σημαντικής εποχής.

Από την πρώτη νίκη της Yamaha με την YA1 το 1955 μέχρι την κυριαρχία της Honda το 1966 και τη μεταγενέστερη εξέλιξη των δύο εταιρειών, η έκθεση στο Motegi παρουσιάζει μέσα από τις ίδιες τις μοτοσυκλέτες την ιστορία μιας αντιπαλότητας που διαρκεί περισσότερα από 70 χρόνια.