FIAT και μοτοσυκλέτα

Το FCA Group επενδύει στους μοτοσυκλετιστές
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

13/4/2017

Παρά το γεγονός ότι το Fiat Group έχει ένα τεράστιο φάσμα δραστηριοτήτων που ξεκινάει από την κατασκευή γιγαντιαίων κινητήρων για πλοία και φτάνει έως την κατασκευή ιατρικών τεχνιτών μοσχευμάτων, όπως οι τεχνητές καρδίες (!), εν τούτοις δεν έχει κάποια άμεση εμπορική δραστηριότητα στο χώρο της μοτοσυκλέτας. Οπότε το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί τα τελευταία δέκα χρόνια έχει επιλέξει να προβάλει τα αυτοκίνητά της μέσα από τα παγκόσμια πρωταθλήματα αγώνων μοτοσυκλέτας; Μάλιστα κάθε χρόνο η παρουσία της γίνεται όλο και πιο έντονη! Ξεκίνησε από το παγκόσμιο πρωτάθλημα SBK με την Alfa Romeo να έχει ως Safety Car την ολοκαίνουρια τότε Mito και συνεχίζει τη συνεργασία της μέχρι σήμερα με το supercar 4C.

 

Λίγο αργότερα έγινε ο βασικός χορηγός της  Yamaha στα MotoGP, με τα λογότυπα της FIAT να είναι πάνω στα φαίρινγκ της μοτοσυκλέτας του Valentino Rossi. Η συνεργασία με την Yamaha γίνεται όλο και πιο στενή από τότε, με ειδικές εκδόσεις του Abarth 595 και Abarth 695 Biposto.

Πέρσι η Fiat παρουσίασε μια ολοκαίνουρια σειρά επαγγελματικών οχημάτων και η κύρια οδός προβολής που επέλεξαν οι Ιταλοί, ήταν ξανά οι αγώνες μοτοσυκλέτας, αυτή τη φορά το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Motocross MX-GP.    

Επιστρέφοντας στο ερώτημά μας σχετικά με τη στρατηγική του FCA (FIAT CHRYSLER AUTOMOBILES) να προβάλει τα αυτοκίνητά της σε ένα κοινό που αποτελείται από τους πιο φανατικούς μοτοσυκλετιστές, η απάντηση είναι απλή: Η Alfa Romeo και η Abarth είναι εταιρείες που κατασκευάζουν αυτοκίνητα που διαφέρουν από τον ανταγωνισμό σε τομείς όπως η αγωνιστική παράδοση, τα σπορ μηχανικά μέρη και η γνήσια ιταλική αισθητική. Στις μέρες μας, το μεγαλύτερο ποσοστό του αυτοκινητιστικού κοινού δεν μπορεί να εκτιμήσει τους γυαλισμένους αυλούς ενός V6 κινητήρα της Afla Romeo ή την τεχνολογία που απαιτείται για να βγουν 180 ίπποι από τα μόλις 1400 κυβικά ενός Abarth 595 Competizione.

Βασικά, όταν πάνε στις εκθέσεις για να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο δεν ζητάνε καν από τον πωλητή να ανοίξει το καπό του αυτοκινήτου! Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με τους μοτοσυκλετιστές, όπου τα μηχανικά μέρη της μοτοσυκλέτας είναι έκθετα σε κοινή θέα και το μάτι τους έχει μάθει να εκτιμά την τεχνολογία και τον σχεδιασμό των μηχανικών μερών. Τα κύρια κριτήρια για την αγορά μιας μοτοσυκλέτας είναι πάντα η απόδοση του κινητήρα και των φρένων, το στήσιμο του πλαισίου και η ποιότητα των αναρτήσεων. Ένας μοτοσυκλετιστής μπορεί να καταλάβει και να εκτιμήσει την διαφορά που έχουν τα αμορτισέρ της Sachs σε ένα Abarth από τα κοινά αμορτισέρ των ανταγωνιστών του.

Με άλλα λόγια, οι μοτοσυκλετιστές και κυρίως όσοι από αυτούς παρακολουθούν αγώνες, είναι ένα κοινό που τα κριτήρια επιλογής όταν αγοράζουν οχήματα είναι επικεντρωμένα στην μηχανολογική πλευρά και όχι στα πολύχρωμα λαμπάκια. Η Fiat δεν βλέπει τους φανατικούς μοτοσυκλετιστές με ανταγωνιστικό μάτι. Ίσα-ίσα που έχει τη στοιχειώδη ευφυΐα (που απουσιάζει από τους ανταγωνιστές της… ) να καταλάβει ότι οι περισσότεροι μοτοσυκλετιστές οδηγούν και αγοράζουν αυτοκίνητα. Σίγουρα η Alfa Romeo και η Abarth έχουν τα κατάλληλα αυτοκίνητα στη γκάμα τους για να ικανοποιήσουν ένα σαφώς πιο απαιτητικό κοινό από την μεγάλη μάζα των “αυτοκινητάδων”, αλλά και η FCA είναι η μόνη αυτή τη στιγμή που επενδύει στον κόσμο της μοτοσυκλέτας.    

 

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.