Giancarlo Morbidelli: Το τέλος μιας εποχής

Ζωή σαν κινηματογραφική ταινία!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

11/2/2020

Μόλις χθες κυκλοφόρησε η είδηση για τον χαμό του Giancarlo Morbidelli, ενός ανθρώπου τόσο παθιασμένου με την μηχανολογία και τις μοτοσυκλέτες, που ουσιαστικά ζούσε και ανέπνεε γι' αυτές. Αυτό που ακολουθεί, είναι ένα μοναδικό αφιέρωμα στον ίδιο και την συλλογή του από τον συνάδελφο Alan Cathcart, ο οποίος είχε μια σχέση δυνατής φιλίας και εκτίμησης, γνωρίζοντας την ζωή και την προσωπικότητα του θρυλικού Ιταλού όσο κανείς άλλος…

 

Του Alan Cathcart

Φωτό: Alan Cathcart, Bonhams

 

Η ζωή του 85χρονου Morbidelli, που από το μηδέν έφτασε σε τεράστια περιουσία, μοιάζει με κινηματογραφική ταινία του Hollywood. Ήταν ένας από τους πολλούς αυτοδημιούργητους επιχειρηματίες με ταπεινό υπόβαθρο, που στις δεκαετίες του 60 και του '70 τροφοδότησε την οικονομική αναγέννηση της Ιταλίας μετά το Β' Π.Π. Γεννήθηκε το 1934 μέσα σε μια φτωχή οικογένεια στην περιοχή Marche της Ιταλίας. Ξεκίνησε να δουλεύει σε ηλικία 16 ετών σαν μαθητευόμενος, σε ένα εργοστάσιο που επισκεύαζε ξυλουργικά μηχανήματα για την βιομηχανία των επίπλων. Ήταν μία από τις δύο μηχανολογικές δραστηριότητες για τις οποίες είναι παγκοσμίως γνωστή η ιδιαίτερη πατρίδα του, το Pesaro, στις ακτές τις Αδριατικής. Η άλλη; Μα φυσικά οι μοτοσυκλέτες, μιας και είναι η πατρίδα της Benelli.

Αυτό εξηγεί και το πάθος του Giancarlo Morbidelli για τους αγώνες μοτοσυκλέτας, στους οποίους συμμετείχε από πολύ μικρή ηλικία, ακόμη και αφού ξεκίνησε την δική του εταιρεία με μηχανήματα στα τέλη της δεκαετίας του '50, με αρχικό κεφάλαιο μόλις 30.000 λιρέτες (περίπου 38 ευρώ!). Το να χρησιμοποιεί τις μηχανολογικές δεξιότητές του και αμέτρητες εργατοώρες για να ρυθμίσει τις μοτοσυκλέτες της Benelli και της τοπικής MotoBi κερδίζοντας πολλούς αγώνες, ήταν μια εκτόνωση για τον ίδιο, μετά τα "πέτρινα χρόνια" κατασκευής μηχανημάτων στην Morbidelli Woodworking Machines, που τον οδήγησαν στο να γίνει ένας από τους κορυφαίους της παγκόσμιας βιομηχανίας την δεκαετία του '80, με 300 υπαλλήλους που κατασκεύαζαν κορυφαία CNC μηχανήματα για εξαγωγή σε πάνω από 60 χώρες. Το 1997 ο Morbidelli πούλησε την εταιρεία του στους ανταγωνιστές του SCM από το Rimini (οι οποίοι συμπτωματικά έγιναν αργότερα οι ιδιοκτήτες της Bimota), οι οποίοι έχτισαν ένα καινούργιο εργοστάσιο έξω από το Pesaro. Έτσι, ο Giancarlo έμεινε με το εργοστάσιο που είχε μέσα στην πόλη, το οποίο στη συνέχεια το μετέτρεψε σε μουσείο μοτοσυκλέτας, ανοίγοντας τις πύλες του για το κοινό το 1999, με πάνω από 350 μοτοσυκλέτες ως εκθέματα που χρονολογούνται από το 1904, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και ολόκληρης της σειράς των αγωνιστικών GP της Morbidelli.

Οι αναβάτες με MBA πήραν τις εφτά από τις 10 πρώτες θέσεις στο πρωτάθλημα του 1978

Το όνειρο του Giancarlo ήταν πάντοτε να τρέξει με μια μοτοσυκλέτα που θα έφερε το όνομά του στο ρεζερβουάρ. Όταν το κατάφερε, τα αποτελέσματα που ήρθαν ήταν ανέλπιστα επιτυχή –ειδικά με δεδομένη την σχετικά "ταπεινή" μορφή της ομάδας του. Μετά την χορηγία του στην ομάδα του τοπικού εργοστασίου MotoBi στα μέσα της δεκαετίας του '60, ο Morbidelli έφτιαξε την πρώτη του δίχρονη αγωνιστική μοτοσυκλέτα το 1967, με κάρτερ και κιβώτιο από ένα Benelli 50cc, αλλά με δικό του κύλινδρο. Αυτό τον οδήγησε στο πρώτο αγωνιστικό Morbidelli GP 50cc, δικού του σχεδιασμού και κατασκευής, το 1969. Αυτή η μοτοσυκλέτα, μαζί με όλα τα γαλανόλευκα αγωνιστικά με τις περιστροφικές βαλβίδες, κατασκευάστηκαν εξολοκλήρου σε μια γωνιά του εργοστασίου ξυλουργικών μηχανημάτων στο Pesaro, μαζί με τα σχέδια σε ξύλο για τα καλούπια των χυτών του κινητήρα. Ως ένας άριστος, αυτοδίδακτος μηχανικός, ο Giancarlo έκανε μεγάλο μέρος της σχεδιαστικής δουλειάς μόνος του, όταν έβρισκε τον χρόνο, ενώ προσελάμβανε εξωτερικούς συνεργάτες-σχεδιαστές, όπως τον Franco Ringhini στην αρχή και τον Jőrg Müller στη συνέχεια, οι οποίοι αναλάμβαναν όλο το project. Υπάρχει μια (αληθινή) ιστορία, για το πώς το αφεντικό της αγωνιστικής ομάδας της Kawasaki επισκέφθηκε τα πιτς για να συγχαρεί το Morbidelli, μετά τη νίκη του Mario Lega επί των "πράσινων" θηρίων που του έφερε το πρωτάθλημα στην κατηγορία Wolrd 250GP το 1966. "Πόσους μηχανικούς έχει στο αγωνιστικό σου τμήμα κ. Morbidelli;", ρώτησε ευγενικά ο Ιάπωνας. "Κοίτα, συνήθως είμαστε τρεις, εκτός κι αν είμαι κι εγώ εκεί οπότε είμαστε τέσσερις", απάντησε ο άνθρωπος του οποίου η μοτοσυκλέτα μόλις είχε νικήσει το καμάρι της Ιαπωνίας, κερδίζοντας τον παγκόσμιο τον τίτλο στα 250cc…

Πολλές φορές, ανάμεσα στο 1969 και το 1983, τα δίχρονα Morbidelli συμμετείχαν σε κάθε κατηγορία των GP, από τα 50 ως τα 500cc, έχοντας στην διάθεσή τους τα καλύτερα εξαρτήματα, όπως εκκεντροφόρους της Hoeckle, έμβολα της Mahle και κυλίνδρους με επίστρωση Nikasil, όλα φτιαγμένα στην Γερμανία και σχεδιασμένα από τον Morbidelli.

Μετά τον τραγικό χαμό του Gilberto Parlotti, ο οποίος πέθανε μετά από πτώση με το δικύλινδρο Morbidelli στην βροχή το 1972 στο Isle of Man TT (και ενώ ηγούνταν του πρωταθλήματος στα 125GP), οι μοτοσυκλέτες του Giancarlo κέρδισαν έξι παγκόσμιους τίτλους σε επίπεδο αναβατών με το λογότυπο της Morbidelli και της MBA (Morbidelli Benelli Armi). Οι ρέπλικες των ιδιωτών που κυριάρχησαν στους αγώνες των 125GP για πάνω από μία δεκαετία –οι αναβάτες με MBA πήραν τις εφτά από τις 10 πρώτες θέσεις στο πρωτάθλημα του 1978- κατασκευάστηκαν στο πρώην εργοστάσιο όπλων της Benelli, το οποίο βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το ιστορικό εργοστάσιο μοτοσυκλετών. Πέντε από αυτούς του τίτλους ήρθαν στην κατηγορία των 125cc και ένας στην κατηγορία των 250cc, με αναβάτες τους Paolo Pileri (1975), Paerpaolo Bianchi (1976-77 & 1980), Mario Lega (1977, 250GP) και τον Eugenio Lazzarini (1978), έναν έμπορο μοτοσυκλετών από το Pesaro, του οποίου το μαγαζί απείχε 200 μέτρα από την κεντρική πύλη του εργοστασίου της Morbidelli –που αργότερα μετατράπηκε σε μουσείο Morbidelli.

Πράγματι, οι εργοστασιακοί αναβάτες του Morbidelli ήταν σχεδόν όλοι από την περιοχή. Όχι μόνο ο Lega (του οποίου η καθημερινή δουλειά ήταν τεχνικός τηλεπικοινωνιών), αλλά και ο διάδοχός του στο δικύλινδρο 250 και στην συνέχεια στο τετρακύλινδρο 500, το οποίο έφτιαξε ο Giancarlo ειδικά γι' αυτόν το 1979 και το 1981. Ο Graziano Rossi ήταν δάσκαλος σε ένα δημοτικό σχολείο στο Pesaro, ο οποίος κέρδισε τρία GP με το Morbidelli, τερματίζοντας τρίτος στο πρωτάθλημα των 250cc το 1979, αλλά στις μέρες μας είναι πιο γνωστός ως ο πατέρας του Valentino! Μια γενναία απόπειρα να αντιμετωπίσουν τους Ιάπωνες στη κατηγορία των 500GP, είχε ως αποτέλεσμα μια από τις πιο ψαγμένες αγωνιστικές μοτοσυκλέτες των GP που έκανε το ντεμπούτο της στα χέρια του Rossi το 1979. Ήταν ο square four (τετράγωνος τετρακύλινδρος) Morbidelli με τις περιστροφικές βαλβίδες, με το monocoque αλουμινένιο πλαίσιο (από το 1981 και μετά). Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα, είχε κι αυτή σχεδιαστεί και κατασκευαστεί εξολοκλήρου στο Pesaro και παρά το γεγονός ότι συμμετείχε μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο για δύο σεζόν, απέδειξε την αξία του κερδίζοντας δύο αγώνες του ιταλικού πρωταθλήματος στα 500cc το 1982, απέναντι σε ιαπωνικές μοτοσυκλέτες ιδιωτών.

Στο τέλος εκείνης της χρονιάς, ο Morbidelli εγκατέλειψε τους αγώνες μοτοσυκλετών, όχι γιατί έπαψε να είναι ερωτευμένος με τις μοτοσυκλέτες, αλλά επειδή ο γιος του Gianni, γεννημένος το 1968, είχε ξεκινήσει μια δική του αγωνιστική καριέρα στα αυτοκίνητα. Όπως ήταν φυσικό, ο πατέρας του εστίασε όλες τους τις προσπάθειες για να τον βοηθήσει να φτάσει στην κορυφή, συμπεριλαμβανομένης και της κατασκευής ενός μονοκύλινδρου κινητήρα 125cc με βαλβίδες reed, που βοήθησε τον Gianni να πάρει τον τίτλο στο ιταλικό πρωτάθλημα καρτ το 1986, αλλά και την δεύτερη θέση στον αγώνα του παγκοσμίου πρωταθλήματος εκείνης της χρονιάς, που έγινε στο πάρκινγκ του Caesar's Palace στο Laz Vegas.

Με τον πατέρα του ως μάνατζερ και ως σύμβουλο, ο Morbidelli Junior μεταπήδησε σε αγώνες με κανονικά αυτοκίνητα ενώ ήταν ακόμη έφηβος, κατακτώντας το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα F3 το 1989, και στην συνέχεια έγινε οδηγός εξέλιξης για την Ferrari στην F1. Το ντεμπούτο του στους αγώνες της F1 το έκανε το 1990 με την Minardi, πριν επιστρέψει ως δανεικός στην Ferrari για να αντικαταστήσει τον πρόσφατα απολυμένο, Alain Prost. Τους πρώτους του βαθμούς τους μάζεψε στην Αυστραλία το 1991 και κατά την διάρκεια της οκτάχρονης καριέρας του στην F1, με 67 εκκινήσεις, οδήγησε για λογαριασμό της Minardi, της Footwork Arrows, της Sauber και της Ferrari, με καλύτερο τερματισμό την τρίτη θέση στο GP της Αδελαΐδας. Αυτή την στιγμή τρέχει για λογαριασμό της VW με αυτοκίνητα GT, αφού πέρασε για ένα φεγγάρι από την Volvo και το βρετανικό πρωτάθλημα τουρισμού.

Στην πραγματικότητα, η σύνδεση Ferrari-Morbidelli είχε θεμελειωθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα, όπως μου αποκάλυψε ο ίδιος ο Giancarlo κατά την διάρκεια μιας επίσκεψής μου, όταν τον ρώτησα γιατί τα κάρτερ των κινητήρων της Morbidelli είχαν ένα χυτό έμβλημα με το ανορθωμένο άλογο στο εσωτερικό τους. "Ο Enzo Ferrari κι εγώ είχαμε γίνει φίλοι", μου απάντησε. "Είχε πάθος με τους αγώνες μοτοσυκλέτας, γιατί στις αρχές της δεκαετίας του '30 η Scuderia Ferrari αγωνίστηκε με κινητήρες της βρετανικής Rudge, τόσο σε αγώνες μοτοσυκλετών, όσο και σε αγώνες αυτοκινήτων, και ο Enzo πίστευε ότι αποτελούσαν ένα εξαιρετικό πεδίο εκπαίδευσης για τους οδηγούς αγώνων –τρεις από τους πιο επιτυχημένους του οδηγούς, ο Tazio Nuvolari, o Achelle Varzi και ο Piero Taruffi, όλοι έτρεξαν με μοτοσυκλέτες πριν σταρφούν στα αυτοκίνητα. Προσφέρθηκε να χυτεύσει όλα τα κάρτερ μας στο εργοστάσιο στο Maranello, όπου χρησιμοποιούσαν μόνο τις πιο σύγχρονες μεθόδους και τα καλύτερα υλικά. Φυσικά δέχθηκα και ήταν πραγματικά τιμή για εμένα, αλλά και ευχαρίστηση γι' αυτόν, το ότι είχαμε τόσες επιτυχίες με κινητήρες που είχε συμβάλλει στην κατασκευή τους και που κουβαλούσαν "το αλογάκι" του πάνω τους."

Με την καριέρα του γιου του Gianni να έχει μπει σε μια σειρά, ο πατέρας Morbidelli μπορούσε να επιστρέψει στο να κάνει αυτό που ευχαριστιόταν περισσότερο: να δίνει μορφή στον καταιγισμό ιδεών του μυαλού του για τους δύο και τους τέσσερις τροχούς. Όπως τον δίχρονο κινητήρα των 22cc με τις βαλβίδες reed που έφτιαξε ο Giancarlo, για να εξοπλίσει το ποδήλατο που χρησιμοποιούσε για να κινείται μέσα στο εργοστάσιο του Pesaro, χωρίς να χρειάζεται να κάνει πολύ πετάλι. Ο κινητήρας αυτός κατασκευάστηκε αργότερα σε χιλιάδες κομμάτια στην Ινδία, υπό την επωνυμία της Mosquito, αφού πούλησε τα σχέδιά του στην εταιρεία. Ή την παραλλαγή με τον έναν εκκεντροφόρο επικεφαλής που σχεδίασε για το δικύλινδρο Fiat Panda της γυναίκας του, το οποίο ο Giancarlo θεωρούσε πολύ ασθενικό, όταν ανέβαινε το λόφο για το πανέμορφο ανακαινισμένο αρχοντικό του 18ου αιώνα στο Pesaro που είχαν για σπίτι τους. Σχεδίασε ένα δικό του σύστημα για τον μονό εκκεντροφόρο με κίνηση μέσω ιμάντα και στην συνέχεια πούλησε την πατέντα σε έναν ιταλικό βελτιωτικό οίκο, ο οποίος το πούλησε με μεγάλη επιτυχία ως aftermarket κιτ. Μια ακόμη ιδέα του, ήταν το πρώτο αυτοκίνητο Morbidelli, με ένα δίλιτρο, V6 δίχρονο κινητήρα με βαλβίδες reed, που σχεδίασε το 1983 για να τρέξει στην Formula 2 με πλαίσιο της Dallara. Δυστυχώς, η εξέλιξή του εγκαταλείφθηκε με την κατάργηση της κατηγορίας F2 –όμως, οι μηχανικοί του φίλου του Enzo Ferrari είχαν εντυπωσιαστεί πολύ που δοκίμασαν να φτιάξουν το δικό τους δίχρονο V6.

Υπάρχουν όμως κι άλλα. Όπως ο τετράχρονος κινητήρας των 30cc με τις περιστροφικές βαλβίδες και τον "σταυρωτό" μηχανισμό τους, τον οποίο δημιούργησε ο Giancarlo για ένα σούπερ οικονομικό μοτοποδήλατο. Ήταν και το πρωτοποριακό κιβώτιο με αλλαγές μέσω paddles που σχεδίασε για το F1 της Minardi το 1991, όταν έτρεχε ο γιος του μαζί τους. Ή ο αυτορυθμιζόμενος V12 κινητήρας για ένα από τα επιτυχημένα αυτοκίνητα της Jaguar (που πάντα οδηγούσε όλα αυτά τα χρόνια), ο οποίος απέδιδε 20% περισσότερη δύναμη και 10% παραπάνω ροπή. Το πάθος του Giancarlo για την βρετανική μάρκα είναι ο λόγος που το Morbidelli V8 έφερε το έμβλημα του τζάγκουαρ που πηδάει! Ένα ακόμη είναι οι ρέπλικες των αγωνιστικών, τετρακύλινδρων, Benelli 350/500GP, όπου ο Morbidelli είχε βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό τον Βρετανό George Beale να κατασκευάσει, με το σκεπτικό ότι οι ταλαιπωρημένες αυθεντικές μοτοσυκλέτες πρέπει να εκτίθενται σε μουσεία, αλλά τα πιστά αντίγραφα πρέπει να φτιάχνονται και να τρέχουν σε αγώνες, έτσι ώστε το σύγχρονο κοινό να βιώσει την εμπειρία του να δει και να ακούσει τέτοιες μοτοσυκλέτες εν δράσει. Επίσης, ήταν και οι κινητήρες Matchless G50 με την εξαιρετικά κοντή διαδρομή που εξελίχθηκαν για αγώνες με κλασικές μοτοσυκλέτες, και πάλι σε συνεργασία με τον Beale. Τέλος, συμπεριλαμβάνονται και όλες οι ιστορικές μοτοσυκλέτες που ανακάλυπτε με μεγάλη επιτυχία για το μουσείο του και συχνά τις ανακατασκεύαζε προσωπικά, με την βοήθεια δύο μηχανικών που συνέχιζε να απασχολεί, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν κατασκευάσει τα νικηφόρα αγωνιστικά του για τα GP.

Και ξαφνικά, μόνο και μόνο επειδή βαρέθηκε στις διακοπές του (καταλαβαίνετε…), το 1994 ο Giancarlo Morbidelli σχεδίασε μια μοτοσυκλέτα V8 με 850cc και την έβαλε στην παραγωγή. Στην συνέχεια ξεκίνησε τον σχεδιασμό ενός V12 750cc, πριν τον χτυπήσει ξαφνικά η ασθένεια, χωρίς να προλάβει να το ολοκληρώσει. Το υγρόψυκτο, με τους τέσσερις εκκεντροφόρους και τις 32 βαλβίδες V8 Morbidelli των 847 κυβικών, προοριζόταν να γίνει το απόλυτο sport touring, αλλά δεν είχε τόσο καλό ξεκίνημα στην πορεία του, εξαιτίας του αμφιλεγόμενου σχεδιασμού του πρωτότυπου, από τον διάσημο σχεδιαστή αυτοκινήτων Pininfarina. Για να το λύσει αυτό, ο Giancarlo Morbidelli ανέθεσε το project στην γειτονική Bimota, η οποία του παρέδωσε μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη και κλασική στην εμφάνιση μοτοσυκλέτα, που ταίριαζε στον σχεδιασμό του κινητήρα. Δυστυχώς, μόνο ένα πρωτότυπο και τρεις μοτοσυκλέτες παραγωγής φτιάχτηκαν, πριν σταματήσει το project το 1998, αφού ο Morbidelli πούλησε την εταιρεία του με την κατασκευή εργαλειομηχανών. Αυτό συμπεριελάμβανε –για λογιστικούς λόγους- και τα δικαιώματα του V8 κινητήρα, μαζί με όλα τα μηχανήματα γι' αυτό. Μετά την "επώδυνη" εμπειρία τους από την Bimota, οι νέοι ιδιοκτήτες της SCM δεν είχαν ενδιαφέρον για τις μοτοσυκλέτες, οπότε το πλάνο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Όντας ο μοναδικός δημοσιογράφος που του επετράπη να οδηγήσει το V8 –με τον Giancarlo να επιμένει να οδηγήσει το αυτοκίνητο των φωτογράφων, με τον Kel Edge (τον φωτογράφο μου) να κρέμεται έξω από το Jaguar XJ8 για να με τραβήξει φωτογραφίες- μπορώ να επιβεβαιώσω ότι πρόκειται για μια τεράστια χαμένη ευκαιρία για τον κόσμο της μοτοσυκλέτας.

Χωρίς να έχει να διευθύνει κάποια εταιρεία πλέον, το διαρκές πάθος του Giancarlo Morbidelli για τις μοτοσυκλέτες, τον οδήγησε να ανοίξει το Μουσείο Morbidelli στο πρώην εργοστάσιο στην Via Fermo στο Pesaro, μετατρέποντας τα παλιά κτήρια έτσι ώστε να φιλοξενήσουν της συνεχώς αυξανόμενη συλλογή του από ιστορικές μοτοσυκλέτες, με το πρώην αγωνιστικό του αρχηγείο σε εργαστήρι ανακατασκευών. Το 1999 άνοιξε τις πόρτες στο κοινό, και ενώ τα ιταλικά αγωνιστικά κατέλαβαν την μερίδα του λέοντος στις εγκαταστάσεις, κατά κύριο λόγο με τα εκπληκτικά αγωνιστικά του Morbidelli σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, η συλλογή των άνω των 350 μοτοσυκλετών σε έκταση 3.000 τετραγωνικών μέτρων συμπεριλάμβανε δείγματα από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων πολλών πρωτότυπων και μοναδικών κατασκευών.

Είναι λοιπόν ακόμη πιο σκληρό ότι ένας τέτοιος ανήσυχος, δημιουργικός και ηπίων τόνων άνθρωπος, όπως ο Giancarlo Morbidelli, χτυπήθηκε από τη νόσο του Alzheimer, στη δύση ενός παραγωγικού βίου. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι πρόκειται για μία τραγωδία, που οδήγησε στο κλείσιμο του Μουσείου Morbidelli και στην ρευστοποίηση της συλλογής, για τον απλούστατο λόγο ότι ο Giancarlo το δημιούργησε προσωπικά και ήταν υπεύθυνος να επιβλέπει τα πάντα σχεδόν μόνος του. Με την δημοτική αρχή του Pesaro να είναι είτε ανίκανη είτε απρόθυμη να βοηθήσει στην διατήρησή του, επιβάλλοντας διαρκώς δημοτικά τέλη για τις εγκαταστάσεις ακόμη και μετά το κλείσιμο του μουσείου πριν από έναν χρόνο, η οικογένεια Morbidelli και ειδικά ο γιος του Gianni και η κόρη του Letizia, θεώρησαν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να κλείσουν το Μουσείο και να πουλήσουν τα εκθέματα.

Αφού δέχθηκαν πολλές προσφορές από διάφορους οίκους δημοπρασιών, η οικογένεια Morbidelli επέλεξε τον βρετανικό οίκο Bonhams για την δημοπρασία, η οποία θα γίνει σε δύο ξεχωριστές ημερομηνίες. Αυτό συμβαίνει γιατί απαιτούνται άδειες εξαγωγής για τις 70 συν μοτοσυκλέτες της συλλογής, κατασκευής πριν το 1945, κάτι που δεν συμβαίνει με τα μεταπολεμικά μοντέλα. Οτιδήποτε είναι κατασκευασμένο πάνω από 75 χρόνια πριν, πρέπει να διαθέτει άδεια εξαγωγής για να βγει από τη χώρα, ακόμη και αν προορίζεται για χώρα-μέλος της Ε.Ε. Τον περασμένο Ιούλιο, οι μεταπολεμικές μοτοσυκλέτες φορτώθηκαν σε τέσσερα μεγάλα βρετανικά φορτηγά και οδηγήθηκαν στις άκρως απόρρητες αποθήκες της Bonhams κάπου στην Μ. Βρετανία. Παραμένουν εκεί από τότε, σε ελεγχόμενες συνθήκες, μαζί με έργα τέχνης, έπιπλα αντίκες και κοσμήματα, ενώ ο ντόρος που δημιουργήθηκε από τα νέα της αναχώρησής τους από την Ιταλία, ξέσπασε ανεξέλεγκτα. Ειδικά ο Gianni Morbidelli δέχθηκε έντονες επικρίσεις που έφτασαν στο σημείο της παράνοιας, με πολύ προσβλητικές κατηγορίες που προήλθαν από αυτοανακηρυγμένους θεματοφύλακες της ιταλικής κληρονομιάς, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την εξαγωγή στο εξωτερικό της μεγαλύτερης ιδιωτικής συλλογής μοτοσυκλετών της Ιταλίας. Επιλέγοντας να μην ρίξει λάδι στη φωτιά, ο Gianni αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη για το συγκεκριμένο άρθρο και το θέμα της πώλησης, πέρα από το να τονίσει ότι ήταν απόλυτα τυπικός και ακολούθησε κάθε νόμιμη διαδικασία, για να πουληθούν τα εκθέματα του Μουσείου στην Μ. Βρετανία.

Είναι πλέον επιβεβαιωμένο από την Bonhams ότι στις 25-26 Απριλίου φέτος, κατά την διάρκεια του Stafford Classic Bike Show, οι πρώτες 313 μοτοσυκλέτες, από άριστα ανακατασκευασμένα μέχρι ημιτελή πρωτότυπα και σκουριασμένα ευρήματα που συνέλλεξε ο Morbidelli μέσα σε 40 χρόνια, θα βγουν σε δημοπρασία στο ετήσιο Spring Sale της Bonham (www.bonhams.com/auctions/26111/). Αν και η οικογένεια έχει στην κατοχή της την συντριπτική πλειοψηφία των αγωνιστικών μοτοσυκλετών του Μουσείου, έχει δώσει στην δημοσιότητα δύο δείγματα αυτών που θα βγουν για πώληση, όπως τα οδηγούσαν δύο από τους πιο επιτυχημένους αναβάτες στην Ιστορία των GP, ο ένας με 15 παγκόσμιους τίτλους και ο άλλος με 13 (ή όπως επιμένει, 12 + 1). Το ένα είναι το Morbidelli 125GP του 1974 (η Bonhams υπολογίζει να το πουλήσει μεταξύ 80.000 και 120.000 λίρες, δηλαδή από 95.000 ως 142.000 ευρώ) που οδηγούσε ο "τεράστιος" Angel Nieto κατακτώντας εκείνη την χρονιά την δεύτερη θέση στο ισπανικό και γερμανικό GP εκείνης της χρονιάς, στην μοναδική του χρονιά με το ιταλικό εργοστάσιο. Το δεύτερο είναι το πρώτο Morbidelli 250GP με το οποίο ο Giacomo Agostini έκανε μία και μοναδική εμφάνιση τον Αύγουστο του 1976 στο Misano, τερματίζοντας δεύτερος (υπολογισμένη τιμή 70.000 ως 118.500 ευρώ).

Δεν αποτελεί έκπληξη, ότι η συλλογή του Μουσείου Morbidelli διαθέτει πολλά ιστορικά Benelli, τα οποία επειδή κατασκευάστηκαν στο Pesaro αποτελούσαν άλλο ένα μεγάλο πάθος του Giancarlo. Το κορυφαίο αυτών είναι το μονοκύλινδρο 250 με τους δύο εκκεντροφόρους με το οποίο ο Dario Ambrosini πήρε το παγκόσμιο πρωτάθλημα το 1950, μαζί με το τετρακύλινδρο 250 που οδήγησε και έχει υπογράψει ο δις παγκόσμιος πρωταθλητής Tarquino Provini.

Παρ' όλα αυτά, αναμφίβολα το μεγαλύτερο "κόσμημα" σε ολόκληρη τη συλλογή του Μουσείου Morbidelli, δεν έχει κατασκευαστεί στο Pesaro, αλλά 150 χιλιόμετρα πιο βορειοδυτικά, στην Bologna. Είναι το μοναδικό τετρακύλινδρο Ducati 125 GP του 1964, για το οποίο η Bonhams υπολογίζει συντηρητικά ότι θα πουληθεί μεταξύ 475.000 και 712.000 ευρώ –αφού πολλοί θεωρούν ότι θα είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα του ενός εκατομμυρίου στην δημοπρασία, παρά το ότι είναι μια πρωτότυπη μοτοσυκλέτα που δεν έτρεξε ποτέ. Φτιαγμένη από τον αρχι-μηχανολόγο της Ducati, Ing. Fabio Taglioni, αφού αποσύρθηκε μετά τις αρχικές δοκιμές, η μοτοσυκλέτα εξαφανίστηκε από το προσκήνιο για πολλές δεκαετίες, πριν εκτεθεί ο κινητήρας της σε ένα τεχνολογικό μουσείο στο πάλαι ποτέ Leningrad.

Διεκδικώντας τον και τελικά αγοράζοντάς τον για να το φέρει πίσω στην Ιταλία το 1989, ο Giancarlo Morbidelli κατάφερε να τον παντρέψει με το αυθεντικό πλαίσιο, το οποίο εν τω μεταξύ είχε επανεμφανιστεί στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στην σημερινή Κροατία! Ο Giancarlo ολοκλήρωσε την ανακατασκευή του θρυλικού Ducati 125 το 2000 και του άρεσε να το βάζει μπροστά προς τέρψη των επισκεπτών του Μουσείου, αλλά δεν το έβαλε ποτέ σε πίστα για να το δείξει εν δράσει. Υπάρχουν επίσης πολλά σπάνια και σημαντικά μοντέλα από άλλους κατασκευαστές –κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά από Ιταλούς- που θα βγουν προς πώληση.

Τα αντικείμενα της συλλογής του Μουσείου Morbidelli που επίσης θα αποσταλούν στην Bonhams συμπεριλαμβάνουν μια μεγάλη σειρά από μοτοσυκλετιστικά αναμνηστικά, όπως η προσωπική συλλογή βιβλίων του Giancarlo, τρόπαια, πινακίδες και άλλα τέτοια αντικείμενα, ενώ αναμένεται ότι η Bonhams θα αφιερώσει μια ολόκληρη μέρα στην πώλησή τους. Ο Ben Walker, Διεθνής Διευθυντής για Μοτοσυκλέτες Συλλεκτών δήλωσε: "Είμαστε πολύ υπερήφανοι που μας εμπιστεύθηκαν την πώληση αυτής της εκπληκτικής συλλογής, η οποία συγκεντρώθηκε με μεγάλη προσοχή για 40 ολόκληρα χρόνια, από τον Giancarlo Morbidelli. Οι ανακατασκευές του είναι μοναδικές –ήταν επίμονος με την λεπτομέρεια. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο όταν αντικρύζεις την μεγαλύτερη ιδιωτική συλλογή μοτοσυκλετών που θα πουληθεί από την Bonhams, και η πλειοψηφία τους θα δημοπρατηθεί με την ένδειξη "No reserve" (σ.σ. θα πουληθεί δηλαδή ανεξάρτητα από την τιμή που θα πιάσει), κάτι που είναι πολύ συναρπαστικό για τους αγοραστές. Θα είναι μια μοναδική ευκαιρία για συλλέκτες μοτοσυκλετών από όλο τον κόσμο, να "χτυπήσουν" μερικά μοναδικά αντικείμενα. Ανυπομονούμε να πουλήσουμε αυτό το υπέροχο κομμάτι της μοτοσυκλετιστικής Ιστορίας στο Stafford τον Απρίλιο."

 

Bosch: Γιορτάζει 30 χρόνια ABS στη μοτοσυκλέτα! Μόνο τα τελευταία 10 δεν έχουν δάκρυα!

Τα σκαμπανευάσματα και οι αναποδιές μιας τεχνολογίας που τελικά έγινε θεμέλιο ασφάλειας
Bosch ABS
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

5/1/2026

Πριν από τρεις δεκαετίες, το ABS στη μοτοσυκλέτα αντιμετωπιζόταν με καχυποψία. Σήμερα θεωρείται δεδομένο και η Bosch είναι, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, υπεύθυνη για αυτή τη μεταμόρφωση.

Πριν από 30 χρόνια, η τοποθέτηση ABS σε μια μοτοσυκλέτα έμοιαζε με λύση σε πρόβλημα που δεν υπήρχε. Οι μοτοσυκλέτες ήταν απλές, οι αναβάτες θεωρητικά ιδιαίτερα ικανοί και η ιδέα ότι τα ηλεκτρονικά θα παρεμβάλλονταν ανάμεσα στη μανέτα του φρένου και το ελαστικό προκαλούσε έντονη δυσπιστία.

Bosch ABS

Σήμερα το ABS λειτουργεί απροβλημάτιστα -τουλάχιστον της Bosch και της Continental φρενάροντας καλύτερα από τον μέσο αναβάτη ακόμη και τις στιγμές που η παρέμβασή του γίνεται αισθητή μέσα από την ανάδραση σε μανέτα και λεβιέ. Δεν ήταν πάντα έτσι όμως, ακόμη και στην περίπτωση της Bosch χρειάστηκε σχεδόν μία εικοσαετία για να φτάσουμε σε αποδεκτό επίπεδο και από τότε άλλα δέκα χρόνια τελειοποιήσεων για να φτάσουμε στο επίπεδο που είμαστε σήμερα. Με δεδομένο πως οι μοτοσυκλέτες αυτή την εικοσαετία που το ABS ήταν άθλιο, κάνουν δεύτερο αλλά και τρίτο κύκλο ζωής ως μεταχειρισμένα, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να υπάρχει κόσμος που θεωρεί πως χωρίς αυτό φρενάρεις καλύτερα.

Η Bosch υποστηρίζει ότι η πρώτη μοτοσυκλέτα που εξοπλίστηκε με ABS ήταν η Kawasaki GPZ1100 το 1995, αν και αρκετοί θεωρούν ότι ο τίτλος ανήκει στην BMW K100 του 1988. Η αλήθεια είναι μία, η Bosch έφτιαξε κέντρο έρευνας και εξέλιξης μόνο για το φρενάρισμα των μοτοσυκλετών το 1984 στην Ιαπωνία. Τους πήρε μία δεκαετία για να το βγάλουν στην παραγωγή, την ίδια στιγμή η BMW δούλευε σε κάτι αντίστοιχο δικό της. Ο λόγος που η Bosch άνοιξε παράρτημα στην Ιαπωνία, μία κίνηση με τεράστια έξοδα, ήταν επειδή εκεί χτυπούσε η καρδιά της μοτοσυκλέτας.

Γνώση για λίγους: Όταν ήταν έτοιμη να προχωρήσει με το Cornering ABS στις Adventure μοτοσυκλέτες, οι Ιάπωνες της γύρισαν την πλάτη και η Honda συγκεκριμένα της απάντησε πως ακόμη φυσούν και το γιαούρτι, μετά από αυτό που έπαθαν με τις πρώτες γενιές του Transalp, ένα από τα παραδείγματα που καλύτερα περιγράφουν το πρόβλημα της προηγούμενης παραγράφου. "Βγάλτε το με άλλον και μετά από δύο χρόνια το παίρνουμε και εμείς", ήταν η απάντηση των Ιαπωνών, γνωρίζοντας ότι αυτά τα συμβόλαια πρώτης τοποθέτησης για κάποιον που βοήθησε στην εξέλιξη δεν κρατούν περισσότερο. Τελικά ήταν η KTM που συμφώνησε μαζί τους και ενώ απέχουν μεταξύ τους τρείς ώρες, έστειλαν αεροπορικώς ένα 1190 στην Ιαπωνία για να ξεκινήσει η διαδικασία. Τελικά το σύστημα δούλεψε εκπληκτικά από την πρώτη στιγμή, σημάδι του πόσο είχε προχωρήσει η εξέλιξη, το MOTO είχε ταξιδέψει τότε στο κέντρο Έρευνας και Εξέλιξης της Bosch στη Γερμανία για να μας μάθουν να οδηγούμε διαφορετικά όπως είπαν χαρακτηριστικά, καθώς ανοίγουν νέοι ορίζοντες στο πόσο βαθιά μπορείς να φρενάρεις μέσα στην στροφή, χρησιμοποιώντας πράγματα που μέχρι τότε είχαν πρακτικό ενδιαφέρον μόνο μέσα στην πίστα. Οι Ιάπωνες δεν εκτίμησαν τότε την κατάσταση σωστά ενώ δύο χρόνια αργότερα όλο το Ιαπωνικό R&D της Bosch είχε ξηλωθεί και ενσωματωθεί πίσω στα πάτρια εδάφη.

Όπως και να έχει, η αρχική περίοδος πριν φτάσουμε στο Cornering ABS και στην αψήφιση της μοτοσυκλετιστικής Φυσικής όπως αυτή είχε γραφτεί παλαιότερα, αν εξετάσουμε δηλαδή τα πρώτα χρόνια που η Bosch δούλευε με τους Ιάπωνες κάνοντας πολύ μικρά βήματα και μόνο έξοδα, θα καταλάβουμε πως είναι η πιο σημαντική από όλες.

Διότι σηματοδότησε ένα ήσυχο αλλά καθοριστικό σημείο καμπής στη σχεδίαση και την τεχνολογία των μοτοσυκλετών. Η Bosch είχε ήδη αποδείξει την αποτελεσματικότητα του ABS στα αυτοκίνητα και στην αεροπορία, όμως οι μοτοσυκλέτες, με την πιο συνθέτη κίνηση τους καθώς φρενάρουν, βυθίζονται και γέρνουν πολύ περισσότερο, αποτελούσαν μια εντελώς διαφορετική πρόκληση.

Bosch ABS

Λιγότερη πρόσφυση, μικρότερη σταθερότητα, περισσότερες μεταβλητές και ελάχιστο περιθώριο λάθους. Για να λειτουργήσει σωστά το ABS σε δύο τροχούς χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία εξέλιξης, μέχρι η Bosch να νιώσει αρκετά σίγουρη ώστε να τοποθετήσει το όνομά της σε ένα σύστημα παραγωγής.

Bosch ABS

Από εκεί και πέρα, η πρόοδος ήταν σταθερή και όχι εντυπωσιακή, με μικρότερες και ελαφρύτερες μονάδες, ταχύτερη επεξεργασία δεδομένων και καλύτερη ενσωμάτωση. Το πραγματικό άλμα ήρθε το 2013 με το Motorcycle Stability Control (MSC), το οποίο πρόσθεσε στη συνταγή μια μονάδα αδρανειακής μέτρησης (IMU). Έτσι, η μοτοσυκλέτα δεν γνώριζε πλέον μόνο την ταχύτητα περιστροφής των τροχών, αλλά και το τι ακριβώς κάνει συνολικά στο δρόμο: κλίση, βύθιση, κύλιση. Το φρενάρισμα μέσα στη στροφή έπαψε να είναι στοίχημα με την πρόσφυση και έγινε μια διαδικασία που μπορούσαν να διαχειριστούν έξυπνα τα ηλεκτρονικά.

Τώρα με βάση αυτά που διαβάσατε παραπάνω, γνωρίζετε και την μάχη που δόθηκε για να φτάσει στην γραμμή παραγωγής ένα τέτοιο σύστημα για πρώτη φορά, ενώ τώρα θεωρείται δεδομένο και έχει φυσικά εξελιχθεί και από άλλους κατασκευαστές. Ξανά εδώ είναι η Continental αυτή που δουλεύει με την BMW και πιο κοντά στην Bosch. Για κάποιο λόγο, η Bosch με την BMW έχουν καλύτερη συνεργασία τα τελευταία μόνο χρόνια.

Bosch ABS

Η σημασία του MSC είναι τεράστια, γιατί τα περισσότερα σοβαρά ατυχήματα δεν συμβαίνουν σε ευθεία. Συμβαίνουν μέσα στη στροφή, σε κακή άσφαλτο ή όταν ο αναβάτης ζητά περισσότερα από το μπροστινό ελαστικό τη λάθος στιγμή. Διαβάζοντας τη κινητική κατάσταση της μοτοσυκλέτας έως και 100 φορές το δευτερόλεπτο, το MSC μπορεί να ρυθμίζει το φρενάρισμα και την πρόσφυση ακόμη και με τη μοτοσυκλέτα πλαγιασμένη. Παράλληλα, άνοιξε τον δρόμο για δευτερεύοντα συστήματα όπως ο έλεγχος ανύψωσης του πίσω τροχού, το hill hold και η ελεγχόμενη ολίσθηση του πίσω τροχού, το τελευταίο με στόχο όχι μόνο την ασφάλεια αλλά και τη βελτίωση της απόδοσης.

Bosch ABS

Σύμφωνα με έρευνες ατυχημάτων της ίδιας της Bosch, ο συνδυασμός ABS και MSC θα μπορούσε να αποτρέψει ή να μειώσει τη σοβαρότητα σε πάνω από 30% των ατυχημάτων με τραυματισμούς. Τα ποσοστά μπορεί να διαπραγματεύσιμα, αλλά η λογική είναι σαφής, με τα προηγμένα συστήματα ABS να μην αντικαθιστούν τις ικανότητες του αναβάτη, απλώς να προσφέρουν μεγαλύτερα περιθώρια όταν η αντίδραση είναι πιο αισιόδοξη από την πραγματικότητα.

Bosch ABS

Αυτή η φιλοσοφία αποτυπώθηκε και στη νομοθεσία. Το ABS είναι υποχρεωτικό στην Ε.Ε. για όλες τις νέες μοτοσυκλέτες, άνω των 125 κυβικών εκατοστών, από το 2016, ενώ η Ινδία ακολούθησε το 2018. Η Σιγκαπούρη πηγαίνει ακόμη πιο μακριά, απαιτώντας ABS σε όλες τις νέες μοτοσυκλέτες από το 2027, ανεξαρτήτως κυβισμού. Η πορεία αυτή έχει σημασία, καθώς η Bosch τα τελευταία χρόνια έχει επικεντρωθεί στη σμίκρυνση και απλοποίηση των συστημάτων της, ώστε να προσαρμοστούν εξίσου αποτελεσματικά τόσο σε μικρά commuter όσο και σε superbikes του λίτρου ή μεγάλες adventure.

Bosch ABS

Στην EICMA 2025, η Bosch γιόρτασε τα 30 χρόνια ABS, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι η ασφάλεια είναι μόνο ένα κομμάτι της σύγχρονης εικόνας, με την ηλεκτροκίνηση να βρίσκεται προ των πυλών, ακόμη κι αν οι στόχοι μεταβάλλονται ενώ τα συνδεδεμένα οχήματα, που "επικοινωνούν" μεταξύ τους στο δρόμο, αποτελούν την επόμενη μεγάλη αλλαγή στις μετακινήσεις δύο και τεσσάρων τροχών. Η πρόκληση για τους κατασκευαστές μοτοσυκλετών και τη Bosch είναι η εφαρμογή αυτών των τεχνολογιών σε έναν κόσμο που παραδοσιακά αντιμετωπίζει τέτοιες λύσεις με σκεπτικισμό.

Φυσικά μετρά τα 30 χρόνια από το 1995 από την πρώτη στιγμή της παραγωγής δηλαδή και όχι την δεκαετία που χρειάστηκε για να εξελίξει το σύστημα.

Bosch ABS

Στο ηλεκτρικό μέτωπο, η Bosch προωθεί συστήματα μετάδοσης κίνησης, με στόχο κυρίως τις μικρές, αστικές μοτοσυκλέτες καθώς και ενοποιημένες μονάδες ελέγχου που συνδυάζουν διαχείριση την κινητήρα και τον έλεγχο του οχήματος σε ένα πακέτο, απλοποιώντας την εξέλιξη για τους κατασκευαστές και περιορίζοντας έτσι το κόστος. Λειτουργίες όπως ηλεκτρικός έλεγχος πρόσφυσης, εξομάλυνση της απόκρισης στο γκάζι, cruise control και αναγεννητική πέδηση δεν είναι τεχνολογικά πυροτεχνήματα, αλλά εργαλεία που κάνουν τα ηλεκτρικά δίκυκλα πιο φιλικά και αποδοτικά στην καθημερινή χρήση.

Bosch ABS

Αντίστοιχη λογική ακολουθεί και η συνδεσιμότητα, με το Connectivity Cluster της Bosch να ενσωματώνει πλοήγηση, κλήσεις και μουσική απευθείας στην οθόνη της μοτοσυκλέτας, καταργώντας την ανάγκη για βάσεις κινητών και πρόσθετες συσκευές. Για τους κατασκευαστές αυτό σημαίνει χαμηλότερο κόστος και λιγότερη πολυπλοκότητα, ενώ για τους αναβάτες λιγότερη ενασχόληση με οθόνες και περισσότερη οδήγηση.

Bosch ABS

Στο παρασκήνιο, όμως, υπάρχει και μια λιγότερο εντυπωσιακή αλλά εξίσου σημαντική εξέλιξη. Από το 2027, κάθε μπαταρία που θα πωλείται στην Ε.Ε. θα πρέπει να διαθέτει ψηφιακό "διαβατήριο". Η λύση της Bosch παρακολουθεί την υγεία, τη χρήση και τον κύκλο ζωής της μπαταρίας μέσω cloud, δημιουργώντας ένα ψηφιακό δίδυμο της πραγματικής, απλοποιώντας για τους κατασκευαστές τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία. Για τους ιδιοκτήτες ηλεκτρικών μοτοσυκλετών, σημαίνει καλύτερη διάγνωση, μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και αντιπροσωπευτικότερη μεταπωλητική αξία.

Bosch ABS

Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη GPZ1100 με ABS, η Bosch δηλώνει ότι το έργο δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι μοτοσυκλέτες είναι πιο σύνθετες και με μεγαλύτερη ποικιλία από ποτέ. Ο βασικός στόχος, όμως, παραμένει ο ίδιος, να προσφέρει στους αναβάτες προηγμένα εργαλεία ελέγχου και ασφαλείας, με διακριτικότητα, χωρίς να στερούν κάτι από την οδηγική εμπειρία των δύο τροχών.

Bosch ABS

 

Ετικέτες