H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.

POC Barocon Carbon: Κράνος ποδηλάτου που υπερκαλύπτει προδιαγραφές μοτοσυκλέτας!

Ο κατασκευαστής του πάντως προτείνει μόνο ποδηλατική χρήση
POC Barocon Carbon
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

30/7/2026

Η σουηδική εταιρεία POC ειδικεύεται σε κράνη για ποδηλασία και σκι και το νέο της μοντέλο ονομάζεται Barocon Carbon, ένα full-face κράνος για Downhill που κατασκευάζεται με ανθρακονημάτινο κέλυφος.

Ζυγίζοντας μόλις 1040 γραμμάρια, το Barocon Carbon έχει ήδη τεθεί στην υπηρεσία της ομάδας Norco adidas Race Division και χρησιμοποιείται φέτος στο πρωτάθλημα UCI Downhill World Series, μα το ενδιαφέρον για μας έγκειται στα τεχνικά του χαρακτηριστικά.

Εκεί λοιπόν η POC αποκαλύπτει πως το κράνος είναι πιστοποιημένο για όλες τις ποδηλατικές προδιαγραφές (EN 1078 / CPSC 1203 / AS/NZS 2063) και επιπλέον ικανοποιεί και τις DOT (FMVSS 218) που διέπουν τα μοτοσυκλετιστικά κράνη! Επιπλέον, οι Σουηδοί ισχυρίζονται πως η σχεδίαση και κατασκευή του έχει λάβει υπόψη και τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ECE R22.06, αν και δεν έχει εκδώσει σχετική πιστοποίηση, σε αντίθεση με τις αμερικανικές DOT που εντάσσονται επίσημα στις τεχνικές προδιαγραφές του.

POC Barocon Carbon

Σημαίνει αυτό πως είναι κατάλληλο για χρήση σε μοτοσυκλέτα; Στις χώρες που νομοθετούν με βάση τις προδιαγραφές DOT (ΗΠΑ), η απάντηση είναι ξεκάθαρα ναι. Η ROC, από την άλλη, προτείνει να μην χρησιμοποιηθεί το κράνος της εκτός του σκοπού του και δη σε μοτοσυκλέτα.

Ο λόγος είναι πως η ικανοποίηση των DOT προδιαγραφών έγινε για να υπερτονίσει την προστασία του Barocon Carbon στα διατρητικά χτυπήματα, δεν έχει όμως κανένα άλλο στοιχείο που να υπηρετεί μοτοσυκλετιστικούς σκοπούς, γι’ αυτό η ROC δηλώνει πως σκοπός της δεν ήταν να φτιάξει ένα κράνος μοτοσυκλέτας και δεν συστήνει τέτοια χρήση.

Ομοίως, οι ECE R22.06 ακολουθήθηκαν ως προδιαγραφές αναφοράς στην κατασκευή του για τον ίδιο λόγο με τις DOT, δηλαδή για να δώσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στο κράνος της, το οποίο θα μπορεί να ισχυρίζεται πως υπερκαλύπτει τις απαιτήσεις προστασίας που διέπουν τα ποδηλατικά κράνη.