Honda VFR 750R (RC 30): Θρύλος για πάντα

Δημιουργία γνήσιων ανταλλακτικών για όλους
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

20/5/2021

Το 2020 η Honda ξεκίνησε τη διάθεση στην τοπική αγορά της Ιαπωνίας 150 καινούριων ανταλλακτικών για την θρυλική VFR 750 R (RC 30) και τώρα τα ανταλλακτικά αυτά είναι διαθέσιμα και για την αγορά της Ευρώπης. Ίσως ακούγεται ως μια απλή διοικητική απόφαση, όμως στην πραγματικότητα είναι μια πολύ σπουδαία είδηση, καθώς μαζί με την αντίστοιχη απόφαση της Kawasaki να ξαναφτιάξει την κεφαλή του πρώτου αερόψυκτου Ζ 900, σηματοδοτεί μια νέα εποχή, όπου οι άνθρωποι των εργοστασίων αντιλαμβάνονται πλέον το χρέος που έχουν προς την ιστορία της εταιρείας τους και το πόσο σημαντικό είναι να διατηρήσουν ζωντανή αυτή την ιστορία για τις επόμενες γενιές ως πηγή έμπνευσης.

Τόσο στην περίπτωση της Kawasaki, όσο και τώρα στην περίπτωση της Honda, η διαδικασία για να δημιουργηθούν ξανά ανταλλακτικά παλαιότερων μοντέλων δεν ήταν καθόλου εύκολη και φτηνή υπόθεση – ούτε καν για τα ίδια τα εργοστάσια που έχουν στα χέρια τους τα πρωτότυπα σχέδια. Ειδικά στην περίπτωση της Honda VFR 750 R RC 30, τα καλούπια (οι μήτρες) των περισσότερων εξαρτημάτων είχαν καταστραφεί, είτε από το πέρασμα του χρόνου λόγω γήρανσης του υλικού που είχαν κατασκευαστεί, είτε από τον τρόπο αποθήκευσής τους. Επίσης η Honda είχε κάνει αρκετές αλλαγές και βελτιώσεις σε κάποια εξαρτήματα από το 1997 έως το 1991 που διήρκησε η παραγωγή της RC 30, με αποτέλεσμα το εξάρτημα να μην έχει το ίδιο ακριβώς σχήμα με εκείνο των πρωτότυπων σχεδίων.

Έτσι για την επαναδημιουργία των ανταλλακτικών έπρεπε να φτιάξουν νέα σχέδια και φυσικά να κατασκευάσουν από την αρχή τα καλούπια τους.

Ούτε όμως αυτό ήταν εύκολη υπόθεση, διότι η RC 30 ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό χειροποίητη μοτοσυκλέτα και κατασκευαζόταν σε μια μικρή γραμμή παραγωγής μέσα στις εγκαταστάσεις του HRC, όπου εξειδικευμένοι εργάτες (οι περισσότεροι μηχανολόγοι πανεπιστημιακής μόρφωσης) όχι μόνο συναρμολογούσαν τα εξαρτήματα, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσαν και μέρος του ποιοτικού ελέγχου, διορθώνοντας με το χέρι το παραμικρό σφάλμα που είχε κάποιο εξάρτημα.

Όπως καταλαβαίνετε, δεν αρκούσε να πάρουν μια RC 30 και να την περάσουν από ένα 3D scanner, αντιγράφοντας ψηφιακά τα εξαρτήματά της. Έπρεπε να κάνουν μακροχρόνια έρευνα με τους ιδιοκτήτες RC 30 των ιαπωνικών και ευρωπαϊκών λεσχών για να βεβαιωθούν πως τα νέα εξαρτήματα θα ταιριάζουν άψογα σε όλες τις RC 30 και όχι μόνο σε εκείνη που έχουν στο μουσείο τους. Όπως επίσης έπρεπε να καλέσουν πίσω όλους τους “εργάτες” και τους σχεδιαστές του HRC που δούλεψαν πάνω στην RC 30 και με την εμπειρία και την γνώση τους να κατευθύνουν τη διαδικασία κατασκευής των νέων εξαρτημάτων.

Όπως βλέπουμε δηλαδή, η απόφαση της Honda δεν είναι καθόλου – μα καθόλου – φτηνή υπόθεση και σίγουρα δεν πρόκειται να “κονομήσουν” πουλώντας ανταλλακτικά για RC 30. Ακριβώς γι΄αυτό είναι και τόσο – μα τόσο – σημαντική, διότι στις μέρες είναι πλέον εξαιρετικά σπάνιο να βλέπεις μεγάλες εταιρείες να επενδύουν χρήματα στην ιστορία τους και όχι να βγάζουν χρήματα από την ιστορία τους (βλέπε neo-retro, modern-classics κ.τ.λ.).   

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.