Husqvarna: Η ιστορία της στους αγώνες δρόμου

Το κομμάτι που θέλει να αναδείξει ο CEO της ΚΤΜ Stefan Pierer
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

20/12/2019

Η Husqvarna σαν όνομα είναι ένα απ’ τα πιο παλαιότερα στην Ιστορία της μοτοσυκλέτας. Για την ακρίβεια ιδρύθηκε το 1689 κατόπιν εντολής του Βασιλιά της Σουηδίας, ξεκινώντας την παραγωγή όπλων. Με την πάροδο του χρόνου επεκτάθηκε και στη δημιουργία άλλων προϊόντων, όπως ραπτομηχανές και χειροκίνητες μηχανές του κιμά. Χρειάστηκε να περάσουν 214 χρόνια απ’ την ίδρυσή της μέχρι να κατασκευάσει το πρώτο της μοτοποδήλατο το 1903, έχοντας μπει λίγο νωρίτερα στον κόσμο των ποδηλάτων, το 1896.

Η Husqvarna ανήκει στις εταιρείες που πρώτα ασχολήθηκαν με την παραγωγή άλλων προϊόντων και έπειτα επεκτάθηκαν στις μοτοσυκλέτες και γι’ αυτό η πορεία της ταυτίζεται περισσότερο με της Ducati που αρχικά δημιουργούσε ασυρμάτους, πριν περάσει στην παραγωγή μοτοσυκλετών. Σήμερα, η σουηδική εταιρεία βρίσκεται υπό αυστριακό “καθεστώς” αποτελώντας μια απ’ τις θυγατρικές της ΚΤΜ.

Με τη βοήθεια της ΚΤΜ έχει μπει ακόμη πιο δυναμικά στην παγκόσμια αγορά, παρουσιάζοντας πολλά νέα μοντέλα τα οποία έχουν βασιστεί στη σειρά των Duke, με μια ολότελα, όμως, διαφορετική σχεδιαστική ταυτότητα που επιμελήθηκε η Kiska Design. Πρόσφατα, όπως είχατε διαβάσει στην άκρως αποκαλυπτική συνέντευξη του CEO της ΚΤΜ Stefan Pierer στο τεύχος 600 του ΜΟΤΟ (μπορείτε να βρείτε ένα τμήμα της εδώ), ο  Pierer ανέφερε το όραμά του για τη Husqvarna. Στόχος του είναι να επαναπροσδιορίσει το image της Husqvarna και να την κάνει μια εταιρεία που ειδικεύεται στις μοτοσυκλέτες δρόμου. Ο κ.Pierer μάλιστα υποστήριξε την απόφασή του βασιζόμενος στην αγωνιστική ιστορία της Husqvarna στο Road Racing και στα MotoGP. Γι’ αυτό εξάλλου, η αναδιαμόρφωση του image της Husqvarna συνοδεύεται και από την επιστροφή της στη Moto3.

Η πρώτη ανάγνωση αυτής της είδησης, δεν ήταν ιδιαίτερη καλοδεχούμενη απ’ τους “φίλους” της εταιρείας, καθώς είναι περισσότερο γνωστή για τη δράση της στους χωμάτινους αγώνες, αφού η πρώτη της συμμετοχή στο Six Days of Enduro ήταν λίγο μετά τη λήξη του Β’ΠΠ. Έκτοτε, η αλήθεια είναι πως επικεντρώθηκε περισσότερο στους χωμάτινους αγώνες και πρωταθλήματα. Τα 60ies και τα 70ies ήταν οι χρυσές εποχές για την Husqvarna, καθώς τότε κατάφερε να συγκεντρώσει 14 τίτλους στο Motocross, 24 στο Enduro και 11 νίκες στο Baja 1000.

Η μοτοσυκλέτα με την οποία συμμετείχε ο Kent Andersson στα MotoGP το 1966

 

Ωστόσο, οι ρίζες της αγωνιστικής της ιστορίας, είναι “χωμένες” στην άσφαλτο, αφού η πρώτη νίκη που γεύτηκε ήταν σε έναν αγώνα Road Racing του 1933. Το 1966 στα MotoGP, τη χρονιά που ο Mike Hailwood στέφθηκε πρωταθλητής στις κατηγορίες των GP250, GP350 και ήρθε δεύτερος στα GP500, το όνομα της Husqvarna εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο πρωτάθλημα, με τον Σουηδό Kent Andresson να παίρνει μέρος στα GP250 και να τερματίζει 20ος, έχοντας συγκεντρώσει μόλις 4 βαθμούς. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να ξαναεμφανιστεί η Husqvarna στα MotoGP, όμως όταν το 1972 επέστρεψε στη κορυφαία κατηγορία του πρωταθλήματος, το όνομά της βρέθηκε στην πέμπτη θέση της βαθμολογίας των αναβατών, χάρη στις προσπάθειες του Σουηδού Bo Granath (μπορείτε να βρείτε αναλυτικότερα την ιστορία του Σουηδού αναβάτη εδώ), συγκεντρώνοντας 47 βαθμούς, ενώ ο πρωταθλητής εκείνης της χρονιάς ήταν ο Giacomo Agostini με MV Agusta –φυσικά- έχοντας 107 βαθμούς. Την επόμενη σεζόν ο ίδιος αναβάτης συμμετείχε και πάλι στα GP500, όμως βρέθηκε στη 17η θέση της βαθμολογίας με 12 βαθμούς, με τον Phil Read με MV Agusta να είναι ο πρωταθλητής.

Ο Bo Granath σε μια πρόσφατη φωτογραφία του, μαζί με την GP500 της Husqvarna

 

Το 2014 η Husqvarna συμμετείχε στη Moto3 με τον Danny Kent να έρχεται όγδοος στη βαθμολογία του πρωταθλήματος, έχοντας ανεβεί δυο φορές στο τρίτο σκαλί του βάθρου. Την επόμενη χρονιά, ο Danny Kent πήγε στη Honda και στέφθηκε πρωταθλητής της Moto3, ενώ η Husqvarna είδε τον Lorenzo Dalla Porta να τερματίζει 25ος στη βαθμολογία του πρωταθλήματος. Τώρα, με την επιστροφή της στη Moto3, θα έχει για αναβάτες της τους Romano Fenati και Alonso Lopez πάνω στην FR250GP και ο CEO της KTM στοχεύει στα επόμενα χρόνια να κάνει τη Husqvarna τον τρίτο μεγαλύτερο όνομα ανάμεσα στους Ευρωπαίους κατασκευαστές.

Ο εφευρέτης του Start&Stop σχολιάζει: "Ο Τραμπ σκότωσε την τεχνολογία που κάνει τα αυτοκίνητα πιο οικολογικά"

Ο 88χρονος Mauro Palitto, δημιουργός του πρώτου Start&Stop, μιλά για την απόφαση των ΗΠΑ να καταργήσουν περιβαλλοντικά κίνητρα
Start&Stop
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/3/2026

Από το κέντρο έρευνας της FIAT μέχρι τη Regata ES του 1983, η ιδέα που γεννήθηκε από ένα απλό χρονόμετρο έγινε παγκόσμιο στάνταρ. Σήμερα όμως, η πολιτική απόφαση των ΗΠΑ φέρνει το Start&Stop ξανά στο προσκήνιο.

Ο Mauro Palitto, σήμερα 88 ετών, γεννημένος στη Ρώμη αλλά ταυτισμένος με το Τορίνο λόγω της μακράς του πορείας στο θρυλικό εργοστάσιο Lingotto της FIAT, είναι ο άνθρωπος πίσω από το πρώτο σύστημα αυτόματης διακοπής και επανεκκίνησης κινητήρα σε αυτοκίνητο παραγωγής. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ως υπεύθυνος μοντέλου για τα Ritmo και Regata της FIAT, παρουσίασε το πρώτο αυτόματο Start&Stop στο FIAT Regata ES, ένα σύστημα ικανό να σβήνει τον κινητήρα κατά τη στάση και να τον επανεκκινεί μέσα σε λίγα δέκατα του δευτερολέπτου.

Σήμερα, η απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) των ΗΠΑ, κατόπιν πρωτοβουλίας της κυβέρνησης του Donald Trump, να καταργήσει τα ομοσπονδιακά περιβαλλοντικά κίνητρα που συνδέονται με το Start&Stop, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις με μέρος των κατασκευαστών να χαιρετίζουν την πρωτοβουλία.

Για τον Palitto, όμως, το τίμημα είναι ξεκάθαρο, αύξηση εκπομπών και οπισθοδρόμηση. “Η διοίκηση Τραμπ έχει λάβει αποφάσεις που θα χαρακτήριζα σχεδόν εγκληματικές. Αυτή η πρωτοβουλία κινείται στην ίδια κατεύθυνση”, σχολιάζει. “Το Start&Stop δεν είναι ιδεολογική επιβολή. Είναι μια απλή και αποτελεσματική τεχνική λύση που μειώνει κατανάλωση και εκπομπές χωρίς να επιβαρύνει τον χρήστη ή τη βιομηχανία.”

Η αρχή του Start&Stop

Για να κατανοήσει κανείς την απαρχή της ιδέας, πρέπει να επιστρέψει στο 1982, στο Centro Ricerche FIAT. Εκεί, ο Palitto είδε ένα παλιό FIAT 128 με αυτοσχέδια συσκευή που κατέγραφε τους χρόνους ρελαντί.

“Οδήγησα από το Orbassano στο Mirafiori, περίπου 15 χιλιόμετρα. Μου πήρε 35 λεπτά και ανακάλυψα ότι το αυτοκίνητο είχε μείνει ακίνητο πάνω από 10 λεπτά με τον κινητήρα να δουλεύει.”

Αυτό το απλό δεδομένο έγινε η σπίθα, γιατί να μη σβήνει αυτόματα ο κινητήρας όταν το αυτοκίνητο είναι σταματημένο με το κιβώτιο στην νεκρό και να επανεκκινεί όταν ο οδηγός θελήσει να ξεκινήσει;

Οι δοκιμές έγιναν αρχικά σε Ritmo που προορίζονταν για απόσυρση. Τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα του αναμενομένου και απέδειξαν ότι η συχνή επανεκκίνηση δεν προκαλούσε σημαντική φθορά. Το 1983, η Regata ES έγινε το πρώτο αυτοκίνητο παραγωγής στον κόσμο με αυτόματο Start&Stop στον βασικό εξοπλισμό, σχεδόν δύο δεκαετίες πριν η τεχνολογία διαδοθεί ευρέως στα τέλη των ‘90s και στις αρχές των 2000s, με τα δίκυκλα να ακολουθούν και την τεχνολογία να βρίσκει εφαρμογή κυρίως σε scooter αστικής χρήσης.

Start&Stop

Το τεστ με τους ταξιτζήδες

Σήμερα, ο Palitto δεν οδηγεί πλέον. Μετακινείται με ταξί και κάθε διαδρομή είναι μια μικρή έρευνα αγοράς. “Χρησιμοποιείτε το Start&Stop;” ρωτά τους οδηγούς.

Πολλοί το απενεργοποιούν. “Λένε ότι είναι ενοχλητικό ή ότι χαλάει τη μπαταρία και τον κινητήρα. Είναι μύθοι”, απαντά. Το κλειδί είναι ο ηλεκτρονικός έλεγχος στροφών. Το σύστημα αποδεσμεύει την μίζα μόλις ο κινητήρας φτάσει γωνιακή ταχύτητα που υποδηλώνει πραγματική εκκίνηση. Αυτό συμβαίνει σε μόλις λίγα δέκατα του δευτερολέπτου και περιορίζει τη φθορά σε σχέση με μια παρατεταμένη χειροκίνητη εκκίνηση."

Ιδιαίτερα για ταξί που κινούνται κατά 90% σε αστικό περιβάλλον, το όφελος είναι σαφές, εκεί όπου το ρελαντί κυριαρχεί, το Start&Stop έχει τη μεγαλύτερη επίδραση.

Το μέλλον είναι ηλεκτρικό

Παρά την απογοήτευσή του, ο Palitto βλέπει την εξέλιξη της τεχνολογίας με ρεαλισμό. “Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα υποχωρούσε λόγω πολιτικής επιλογής. Πίστευα ότι θα ξεπεραστεί φυσιολογικά, στο πλαίσιο της ηλεκτροκίνησης.”

Στην Ευρώπη, όπως επισημαίνει, οι κανονισμοί είναι αυστηροί, αλλά η υποδομή δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί επαρκώς. Στις ΗΠΑ, θεωρεί ότι πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή.

“Είτε αρέσει είτε όχι, το μέλλον είναι ηλεκτρικό. Στα robotaxi του αύριο δεν θα υπάρχει Start&Stop, γιατί δεν θα υπάρχει κινητήρας εσωτερικής καύσης. Εκεί θα είναι η πραγματική τομή.”

Και ίσως τελικά, η εφεύρεση που γεννήθηκε από δέκα λεπτά ρελαντί σε μια διαδρομή 15 χιλιομέτρων να περάσει στην ιστορία ως ένα από τα τελευταία μεγάλα βήματα εξοικονόμησης στην εποχή της βενζίνης, πριν η ίδια η βενζίνη γίνει παρελθόν, πράγμα που μοιάζει να βρίσκεται ακόμα αρκετά μακριά, όπως επιβεβαιώνουν και οι τελευταίες εξελίξεις