Η αλήθεια για την χρεοκοπία της Norton

Τα πώς, τα γιατί και η συνέχεια…
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

12/2/2020

Το τελευταίο διάστημα έχουν ακουστεί και γραφτεί πάρα πολλά σχετικά με τον οικονομικό τυφώνα στον οποίο έχει μπλέξει η ιστορική Norton, με αποκορύφωμα την ανάθεση της διαχείρισής της σε τρίτους. Το τι πραγματικά συμβαίνει και –κυρίως- το ποιες είναι οι πιθανές εξελίξεις για το μέλλον, αναλύονται σε ένα άκρως διεισδυτικό άρθρο, από τον άνθρωπο που γνωρίζει όσο κανείς άλλος την εξέλιξη των γεγονότων, τον Alan Cathcart

 

Του Alan Cathcart

Φωτό: Αρχείο ΜΟΤΟ, Alan Cathcart

 

Η περιπετειώδης ιστορία της Norton Motorcycles –της πιο ιστορικής, αγωνιστικής φίρμας στη Βρετανία- πρόσθεσε άλλο ένα κεφάλαιο στις 30 Ιανουαρίου, όταν η εταιρεία με έδρα το Castel Donington μπήκε υπό καθεστώς διαχείρισης. Η διαδικασία ξεκίνησε νωρίτερα τον προηγούμενο μήνα, όταν η Norton βρέθηκε στα δικαστήρια από τις φοροελεγκτικές αρχές της Βρετανίας, για χρέη ύψους 300.000 λιρών σε φόρους. Η υπόθεση πήρε αναβολή μέχρι τις 12 Φεβρουαρίου, αφού είχε γίνει γνωστό ότι η Norton είχε φτάσει σε αυτή τη μείωση από τις αρχικές 600.000 λίρες που χρωστούσε και συνέχιζε να πληρώνει τις τακτικές της υποχρεώσεις.

Όμως, στις 30 Ιανουαρίου, η μεγάλη δημόσια λογιστική εταιρεία BDO (Binder Dijker Otte ορίστηκε ως διαχειριστής της Norton Motorcycles και προς το παρόν αξιολογεί τις πιθανότητες επανασύστασης της φίρμας με σκοπό να πωληθεί, αφού όλες οι προσπάθειες να σωθεί η επιχείρηση απέτυχαν στο να εξασφαλίσουν το οικονομικό υπόβαθρο που απαιτούνταν. Η υπό καθεστώς κεφαλαιοποίησης εταιρεία, είχε ξεκινήσει μια προσπάθεια για διαδικτυακή μικρο-χρηματοδότηση (crowdfunding) τον περασμένο Νοέμβριο, με στόχο να συγκεντρώσει τα μετρητά που απαιτούνταν ώστε να συμπληρώσει ένα "υγιές" βιβλίο παραγγελιών, αλλά το υποτιθέμενο ενδιαφέρον ενός μοναδικού επενδυτή, που ποτέ δεν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του, έδωσε τέλος στην απόπειρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί η Norton να βρει κεφάλαια για να λύσει το κρίσιμο ζήτημα της ρευστότητας και η εταιρεία πλέον βρίσκεται στα χέρια των διαχειριστών της.

Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν τον CEO της Norton, Stuart Garner, να δημοσιοποιήσει μία δήλωση στις 31 Ιανουαρίου. "Είμαι συντετριμμένος από τα γεγονότα των τελευταίων 24 ωρών και προσωπικά έχω χάσει τα πάντα", δήλωσε. "Πάντως, οι σκέψεις μου είναι στην ομάδα της Norton και σε όλους όσοι εμπλέκονται, από τους πελάτες, τους προμηθευτές και τους μετόχους, σε αυτές τις δύσκολες ώρες. Χωρίς καμία συνεννόηση πιο πριν, η Metro Bank όρισε χθες ως διαχειριστές της BDO. Τώρα, δουλεύουμε σε θετικό κλίμα δρώντας προληπτικά μαζί με την BDO, για να εξασφαλίσουμε ότι η Norton διαθέτει τις καλύτερες προϋποθέσεις να βρει αγοραστή. Είναι όλο και πιο δύσκολο να γίνεται παραγωγή στην Μ. Βρετανία, με την αύξηση των φόρων και την διαρκή αβεβαιότητα που προκαλεί το Brexit και επηρεάζει πολλούς τομείς, όπως τις τιμολογήσεις, τις εξαγωγές και την διαθεσιμότητα των κεφαλαίων". Ο Stuart Garner κατέχει προσωπικά το 86% των μετοχών της Norton Motorcycles, με τις υπόλοιπες μετοχές να είναι στην κατοχή τριών φίλων του, με τον καθένα να κατέχει μονοψήφιο ποσοστό.

Εκτός από την Norton, οι άλλες δύο εταιρείες του Garner βρίσκονται και αυτές υπό καθεστώς διαχείρισης. Η μία είναι η Donington Hall Estates, στην οποία ανήκει και το μεγαλοπρεπές σπίτι των 229 ετών που γειτονεύει με το Donington Park (στο παρελθόν η πίστα είχε φιλοξενήσει αγώνες των MotoGP και F1) και εκεί κατοικεί ο Garner. Η δεύτερη εταιρεία είναι το ξενοδοχείο House Priest με 42 κλίνες και έχει χτιστεί γύρω από έναν πύργο της Νορμανδικής εποχής και τις εξοχικές κατοικίες του 17ου αιώνα. Τα 80 στρέμματα του Donington Hall Estate περιλαμβάνουν τα 5.110τ.μ. του εργοστασίου της Norton και τον πρόσφατα κατασκευασμένο χώρο των 1.115τ.μ., που θα πρόσφερε τον έξτρα χώρο για τη γραμμή παραγωγής των νέων δικύλινδρων Atlas των 650cc, ο οποίος όμως παραμένει ακόμη άδειος χωρίς μηχανήματα. Το ανθρώπινο δυναμικό της Norton φτάνει περίπου τα 100 άτομα, όμως τους τελευταίους μήνες έχουν γίνει αρκετές περικοπές προσωπικού, καθώς τότε ξεκίνησαν να εμφανίζονται τα προβλήματα ρευστότητας της εταιρείας.

Ο πενηντάχρονος Stuart Garner, είναι ο άνθρωπος που τον Οκτώβριο του 2008 πόνταρε στο ότι μπορεί να αναστήσει τη Norton όταν απέκτησε τα δικαιώματα της ιστορικής βρετανικής φίρμας απ’ τον προηγούμενο Αμερικάνο ιδιοκτήτη, τον εκατομμυριούχο Oliver Curme απ’ τη Βοστόνη. Αυτό πραγματοποιήθηκε αφότου ο Curme κατάφερε να αποκτήσει όλα τα δικαιώματα της Norton που είχαν μοιραστεί σε διάφορους επιχειρηματίες, όπως ένας Καναδός που εμπλέκεται με το οργανωμένο έγκλημα (αργότερα εξέτισε και την ποινή του στη φυλακή για απάτες). Κάποια άλλα δικαιώματα κατείχε ο Γερμανός αντιπρόσωπος της Norton, Joe Seifert, που ήταν αρκετά διορατικός ώστε να καταχωρήσει το όνομα τις εταιρείας στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο να το προστατεύσει, ενώ ένα μέρος των δικαιωμάτων κατείχε και μια κινέζικη εταιρεία που έχει δραστηριότητα την αγορά σημάτων και ονομάτων με σκοπό να τα πουλήσει στο μέλλον. Το 2006 ο Curme ήρθε σε συμφωνία με τον τότε ιδιοκτήτη της MV Agusta, Claudio Castiglioni, να του δώσει την Norton με στόχο τη δημιουργία μιας εταιρείας με χαμηλές δυνατότητες παραγωγής, που θα κατασκεύαζε δικύλινδρες μοτοσυκλέτες και θα απόφερε κέρδη και ρευστότητα, παράλληλα με τη διαχείριση της MV Agusta που τότε είχε και αυτή περιορισμένες δυνατότητες παραγωγής, με τη γκάμα της να περιλαμβάνει τις ακριβές τετρακύλινδρες μοτοσυκλέτες (και αργότερα τις τρικύλινδρες). Ωστόσο η συμφωνία ναυάγησε με την άρνηση της επενδυτικής τράπεζας που είχε στην ιδιοκτησία της το 57,75% των μετοχών της MV, την Gevi SpA. Όμως, μέχρι αυτό να συμβεί, ο θρυλικός σχεδιαστής της MV, ο Massimo Tamburini, είχε ήδη καταφέρει να δημιουργήσει τα σχέδια της νέας Norton Commando…!

Δύο χρόνια αργότερα ο Curme πούλησε την Norton στον Άγγλο επιχειρηματία Stuart Garner, έναν πρώην δασοφύλακα που έγινε επενδυτής ακινήτων και αργότερα εξελίχθηκε στο νούμερο ένα εισαγωγέα βεγγαλικών της Μ. Βρετανίας απ’ την Κίνα. Μαζί με τα δικαιώματα της εταιρείας ήρθε και το αερόψυκτο Commando των 961cc με τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα και τον ένα επικεφαλής εκκεντροφόρο. Ο Curme είχε πάρει την μοτοσυκλέτα απ’ τον καλύτερο μηχανικό και guru των Norton στην Αμερική, τον Kenny Dreer, που εδράζονταν στο Oregon. Ο τωρινός Executive Director και Head of Design της Norton, ο Simon Skinner, ήταν μια απ’ τις πρώτες προσλήψεις που έκανε ο Garner. Ο Skinner στο παρελθόν εργαζόταν στην Triumph και ήρθε στη Norton τον Φεβρουάριο του 2009, ενώ έκτοτε δεν έχει σταματήσει να εργάζεται για την εταιρεία. Αφότου η Norton εγκαταστάθηκε στο αρχικό εργοστάσιο των 750τ.μ. δίπλα απ’ το Donigton Park και είχε καμιά ντουζίνα υπαλλήλους, ο Skinner ξεκίνησε να εργάζεται πάνω στον επανασχεδιασμό του Commando 961 με στόχο να μπει στη παραγωγή. Οι πρώτες μοτοσυκλέτες ξεκίνησαν να παραδίδονται το 2010, αλλά τα προβλήματα με την αδυναμία εξέλιξης και της δέσμευσης του Garner να συνεργάζεται με μεγάλους προμηθευτές της Αγγλίας, που δεν ήταν ιδανική επιλογή για τη δημιουργία μοτοσυκλετών ευρείας παραγωγής, έφερε την εταιρεία πολύ κοντά στην κατάρρευση. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και στην γαλλική Voxan, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, όμως είχε γίνει νωρίτερα στις αρχές του 2000 ή λίγο πιο πίσω.

Χάρη όμως στην αφοσίωση, τόσο του Garner όσο και του Skinner, καθώς και της οικονομικής υποστήριξης της τράπεζας Santader και της βρετανικής κυβέρνησης – η μεγαλύτερη βοήθεια ήρθε το 2015, όταν χορηγήθηκε στη Norton το κεφάλαιο των τεσσάρων εκατομμυρίων λιρών για την έρευνα και εξέλιξη των μοτοσυκλετών της – τα διάφορα τεχνικά προβλήματα που είχε το Commando 961 λύθηκαν σταδιακά και η παραγωγή του προχώρησε. Ωστόσο, γίνεται αντιληπτό ότι μέχρι και σήμερα –απ’ τη στιγμή που η εταιρεία βρέθηκε στα χέρια του Garner- ούτε μια μοτοσυκλέτα της Norton δεν έχει πάρει έγκριση τύπου στην Αγγλία, αλλά όσες έχουν δοθεί στους ιδιοκτήτες τους είχαν πάρει μεμονωμένες εγκρίσεις τύπου απ’ το σχεδόν μοναδικό σύστημα που υπάρχει στην Αγγλία, το SVA/Single Vehicle Approval. Το 2013 η εταιρεία επεκτάθηκε κατά πολύ με τη κίνηση να μεταφερθεί στο Donington Hall, όπου μαζί με τις βασικές εκδόσεις των Sport και Café Racer του Commado, δημιουργήθηκαν και μερικές περιορισμένης παραγωγής εκδόσεις βασισμένες στην πλατφόρμα του 961, χρησιμοποιώντας ιστορικά ονόματα απ’ τον κατάλογο της εταιρείας, όπως τα Dominator και Domiracer. Η Norton μέχρι εκείνη τη στιγμή εξήγαγε περίπου το 80% της παραγωγής της, το οποίο σερνόταν… στα 1.000 αντίτυπα ετησίως

Επιπρόσθετα, μαζί με τη μετακόμιση στο Donington Hall, συνέπεσε και η απόφαση του Garner να επαναφέρει τη Norton στους αγώνες για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια απ’ τη συμμετοχή του Steve Hislop στο Isle of Man TT και τη νίκη του στη Senior TT κατηγορία, που έτρεχε με το Norton NRS588 με τον wankel κινητήρα. Ο Garner για να τα καταφέρει δημιούργησε μια μοτοσυκλέτα με τον κινητήρα της Aprilia RSV4 και ένα πλαίσιο ειδικά σχεδιασμένο από την θρυλική κατασκευάστρια πλαισίων Spondon για τη Norton, η οποία εδράζεται κοντά στο Derby και εξαγοράστηκε απ’ τον CEO της Norton. Η αγωνιστική SG1 της Norton αποτέλεσε το πρώτο βήμα στη δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς μοντέρνων μοτοσυκλετών, με τον V4 των 1200cc. Παράλληλα, η SG1 σηματοδοτούσε και την εξαετή επιστροφή της Norton στο Isle of Man, με τη συμμετοχή της στους αγώνες με Αυστραλούς αναβάτες, όπως τους David Johnson και Josh Brookes, όπου και οι δύο κατάφεραν το 2017 να ολοκληρώσουν έναν γύρο στο Νησί με μέση ωριαία ταχύτητα πάνω από 208km/h. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τερματίσουν μέσα στη δεκάδα, τόσο στη Superbike TT όσο και στη Senior TT που έλαβαν μέρος με την SG6, έχοντας την εργοστασιακή υποστήριξη της Aprilia, που με αυτόν τον κινητήρα είχε κερδίσει τρεις τίτλους στα Superbikes. Ο Brookes κατάφερε να τερματίσει πέμπτος στην Senior TT του 2018, με την καλύτερη μέση ωριαία ταχύτητά του να φτάνει τα 210,7km/h

Όπως είχε υποσχεθεί, η Norton παρουσίασε στην έκθεση NEC στο Birmingham το Νοέμβριο του 2016, την V4RR και μια περιορισμένης παραγωγής έκδοσή της (200 αντίτυπων), την V4SS. Ήταν η πρώτη εξ ολοκλήρου βρετανική hypersport μοτοσυκλέτα δρόμου που υπήρχε στην αγορά και τροφοδοτούνταν απ’ τον Euro4 προδιαγραφών V4 κινητήρα με περιεχόμενη γωνία 72ο και δύο εκκεντροφόρους σε κάθε κεφαλή για την κίνηση των δεκαέξι βαλβίδων. Η ιπποδύναμή του ξεπερνούσε τα 200 άλογα. Γύρω από τον κινητήρα υπήρχε ένα πλαίσιο εμπνευσμένο απ’ την SG6 και κατά βάση είχε εξελιχθεί απ’ την Norton στο Donington Hall, αφότου η αρχική συνεργασία με την κορυφαία σχεδιαστική εταιρεία Ricardo είχε τερματιστεί. Η περιορισμένης παραγωγής V4SS προφανώς ξεπούλησε πολύ γρήγορα με την τιμή της στις 44.000 λίρες (52.300 ευρώ) και ανάγκασε όσους δεν ήταν αρκετά γρήγοροι να την παραγγείλουν, να συμβιβαστούν με την απλή V4RR, που κόστιζε 33.300 λίρες. Η απαιτούμενη ρευστότητα για την παραγγελία των απαραίτητων εξαρτημάτων για τη δημιουργία των μοντέλων και την κάλυψη των αναγκών της αγοράς δεν υπήρχε και η εταιρεία δεν διέθετε πλεόνασμα κεφαλαίου ώστε να επιταχύνει τις διαδικασίες παραγωγής και να έχει κέρδος.

Οι πρώτες μοτοσυκλέτες παραδόθηκαν στους αγοραστές στα τέλη του 2018 –την ίδια εποχή παρουσιάστηκαν και στην έκθεση NEC τα Atlas Nomad και Ranger που χρησιμοποιούσαν τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα των 650cc με τα 84 άλογα, όμως τα μοντέλα ήταν έτοιμα για παραγωγή την ώρα που η εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης. Η βελτιωμένη έκδοση του δικύλινδρου κινητήρα, που έφτανε τα 102 άλογα χρησιμοποιήθηκε στην Superlight και το ντεμπούτο της στη Lightweight TT το 2019 ήταν πολλά υποσχόμενο, όταν ο Peter Hickman κατάφερε να τερματίσει όγδοος με αυτή, αντιμετωπίζοντας ελάχιστα προβλήματα και σημειώνοντας χρόνο πάνω από 192km/h με μια μοτοσυκλέτα 650cc που δεν είχε ξαναοδηγήσει ποτέ πριν τον αγώνα. Τον περασμένο Νοέμβριο, παρουσιάστηκε στην NEC ένα πρωτότυπο Superlight RR με carbon πλαίσιο και υπερτροφοδοτούμενο κινητήρα.

 

Αυτές οι τρεις γραμμές παραγωγής των εκδόσεων του Atlas προορίζονταν για την ανάπτυξη της εταιρείας, που τελικά θα προσέφεραν την απαραίτητη ρευστότητα για να υποστηρίξουν την αναγκαία ανάπτυξη των μικρότερων μοντέλων της V4s. Τα Atlas αναπτύσσονταν σε συνεργασία με τον κινέζικο κολοσσό, τη Zongshen, με τον δικύλινδρο κινητήρα με τον στρόφαλο των 270ο και τις εξαιρετικά μικρές διαστάσεις να εξελίσσεται εξ ολοκλήρου στο εργοστάσιο της Norton, υπό την επίβλεψη του Simon Skinner. Ωστόσο, μέρος της συμφωνίας ήταν πως η Norton θα έπρεπε να δημιουργήσει μια ακόμη έκδοση του ίδιου κινητήρα με χαμηλότερες επιδόσεις, που θα κατασκευάζονταν στην Κίνα. Αντίστοιχα, η Zongshen θα παρείχε στη Norton βασικά εξαρτήματα του κινητήρα όπως το στρόφαλο, τους εκκεντροφόρους, την οκταβάλβιδη κεφαλή και τα οριζόντια διαιρούμενα κάρτερ για να κατασκευάσει τη δική της πιο ισχυρή έκδοση του κινητήρα, ενώ τα υπόλοιπα εξαρτήματα θα τα προμηθευόταν η Norton απ’ τους εμπόρους που συνεργάζεται στην Αγγλία. Ουσιαστικά αυτό σημαίνει πως η Norton είχε βρει έναν αξιόπιστο προμηθευτή απ’ την Ασία, που θα της προσέφερε τα βασικά εξαρτήματα που ήθελε σε μια συμφέρουσα τιμή, χωρίς να χρειαστεί να ακολουθήσει τα βήματα της Triumph που δημιούργησε το δικό της εργοστάσιο στη Ταϊλάνδη ή οπουδήποτε αλλού για να καταφέρει το ίδιο πράγμα. Αλλά αυτή η απόφαση πλέον αμφισβητείται απ’ τη στιγμή που η εταιρεία είναι υπό καθεστώς διαχείρισης.

Η αφερεγγυότητα της Norton υπήρχε πάντοτε σαν ρίσκο απ’ τη στιγμή που ο ελεγκτής προειδοποίησε τη φίρμα για τους δημοσιευμένους της λογαριασμούς στις 31 Μαρτίου, για το έτος 2018, όταν ο τζίρος της εταιρείας ανερχόταν στα 6,7 εκατομμύρια λίρες και τα προ φόρων κέρδη στις 33.701. Πιο συγκεκριμένα είχε πει πως "υφίσταται μια αβεβαιότητα που εγείρει αμφιβολίες για το αν μπορεί η εταιρεία να συνεχίσει την λειτουργία της." Πράγματι, πριν το παρόν καθεστώς διαχείρισης, η HMRC είχε υποβάλλει άλλη μια διαταγή πληρωμής στην Norton τον Μάρτιο του 2010, όπως είχε κάνει και η DHL International τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Και οι δύο αποσύρθηκαν αργότερα, προφανώς μετά από πληρωμή των χρωστούμενων υπολοίπων. Με μια αντικειμενική ματιά και χωρίς να υπάρχει πρόσβαση στους υπάρχοντες λογαριασμούς, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η εταιρεία δεν έχει την απαραίτητη ρευστότητα για να βάλει στην παραγωγή τις εξαιρετικές μοτοσυκλέτες που έχει εξελίξει. Είναι ένα κλασικό παράδειγμα μεγάλης σπατάλης στο R&D, χωρίς αντίστοιχα έσοδα ή κεφάλαιο για να το υποστηρίξουν. Είναι ένας φαύλος κύκλος που έχει ταλαιπωρήσει τόσο την MV Agusta, όσο και άλλους μικρομεσαίους κατασκευαστές ανά τον κόσμο. Ως ο μοναδικός άνθρωπος εκτός Norton που έχει οδηγήσει το 1200 V4 SS και το Atlas 650 Nomad / Ranger σε μορφή μοντέλων παραγωγής, μπορώ μόνοι να δώσω τα εύσημα στον Skinner και την ομάδα του στο R&D, για την δημιουργία δύο τέτοιων εξαιρετικών πακέτων, έχοντας στην διάθεσή τους πενιχρά μέσα. Το δύσκολο καθήκον τώρα της BDO, είναι να βρει έναν αγοραστή για την εταιρεία, που θα έχει την δυνατότητα να βάλει τα δικύλινδρα μοντέλα στην παραγωγή, με την πλατφόρμα του V4 δυστυχώς να μπαίνει στον πάγο.

Η λίστα με τους “μνηστήρες” της Norton δεν έχει τελειωμό. Ανάμεσα σε αυτούς που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τη Norton, βρίσκονται τρεις ινδικές εταιρείες, καθώς και ένας Ρώσος επενδυτής, ο Timur Sardarov, που πρόσφατα αγόρασε εξ ολοκλήρου την MV Agusta απ’ την οικογένεια Castiglioni. Σε μια επανάληψη των γεγονότων του 2006, με τον Curme και την MV Agusta, ο Sardarov δηλώνει πως ενδιαφέρεται κυρίως στο να αποκτήσει τα δικαιώματα για τη χρήση του V4 των 1.200cc και του κινητήρα των 650cc των Atlas, για να τους χρησιμοποιήσει στη δημιουργία μιας σειράς μοντέλων που θα προηγηθούν της έλευσης του επικείμενου τρικύλινδρου μοντέλου των 950cc που ετοιμάζει η MV Agusta. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να μπουν τα θεμέλια για τη γκάμα των μοτοσυκλετών της MV για την επόμενη δεκαετία. Τον Sardarov δεν τον απασχολεί τόσο να έχει τα πνευματικά δικαιώματα της Norton – όμως το πρώην αφεντικό της Ducati, ο Massimo Bordi που διοικεί την MV Agusta εκ μέρος του Ρώσου, μπορεί και να του αλλάξει την άποψη! Άλλος ένας επενδυτής, που πρέπει να παραμείνει ανώνυμος και έχει ένα απίστευτο ρεκόρ τα τελευταία 25 χρόνια στην αναγέννηση ιστορικών εταιρειών με στόχο την ρευστοποίησή τους, δουλεύει πάνω στην εξαγορά της Norton και την επιβίωσή της. Πάντως, αν την εξαγοράσει, θα επικεντρωθεί στα δικύλινδρα εν σειρά που θεωρεί ότι είναι το μηχανολογικό σήμα κατατεθέν της Norton, με στόχο την ξεχωριστή εξέλιξη μιας οικογένειας δικύλινδρων 1000-12000cc, που θα συμπληρώνουν την σειρά των Atlas.

Έχοντας πρόσφατα αποκτήσει την Bimota και την παραγωγή να ξεκινά τον Ιούνιο στην Ιταλία, με μια σειρά σφυροκέφαλων μοντέλων χάρη στην ολοκαίνουργια και Euro5 προδιαγραφών Tesi με hub steering σύστημα και τον υπερτροφοδοτούμενο κινητήρα της H2, η Kawasaki μπορεί κάλλιστα να σκέφτεται την Norton ως ένα ελκυστικό βρετανικό απόκτημα, που συνδυάζει το ιστορικό της όνομα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Επίσης στην Ασία, εκτός απ’ το προφανές σενάριο να την αγοραστεί η Norton απ’ τον κινέζικο γίγαντα τη Zongshen, υπάρχει και το ενδεχόμενο να ενδιαφέρεται και ο δισεκατομμυριούχος αντίπαλος της Zogshen, ο Li Shufu που μπορεί να θέλει να προσθέσει τη Norton στη συλλογή του με τις υπόλοιπες ιστορικές φίρμες που διαθέτει. Ο τωρινός ιδιοκτήτης των Volvo, Lotus, London Taxicab Company, Benelli QJ, Geely και κάτοχος του 9,8% της Daimler-Benz –είναι ο μοναδικός μεμονωμένος μέτοχος που διαθέτει τόσο μεγάλο ποσοστό των μετοχών της Daimler-Benz- ο Li Shufu, είναι πολύ πιθανόν να αποτελέσει έναν απ’ τους ενδιαφερόμενους που θέλουν να αποκτήσουν την Norton. Ο κ. Li είναι ένας επενδυτής που του αρέσει να οραματίζεται και δεν φοβάται να ρισκάρει.

Το ίδιο ισχύει και για την ινδική βιομηχανία Siddhartha Lal, ιδιοκτήτρια της Royal Enfield μέσω της μητρικής εταιρείας Eicher Corp. Αλλά είναι σχετικά απίθανο η Lal να ενδιαφερθεί για την Norton. Η Lal έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της υπερβολικής ανάπτυξης της RE και για αυτό το λόγο μάλιστα διέκοψε την παραγωγή του 500 Classic, αν και φαινομενικά το έκανε για να επικεντρωθεί στην αυξημένη ζήτης που έχουν τα δικύλινδρα 650αρια Continental GT και Interceptor τόσο στην Ινδία όσο και στο εξωτερικό. Αντίθετα, θα πρέπει να περιμένουμε μεγάλο ενδιαφέρον στην απόκτηση της Norton απ’ τον Rajiv Bajaj, που έχει την αντίστοιχη Lal στα αυτοκίνητα, τη Bajaj Auto και παράλληλα είναι ο Ινδός συνεργάτης της ΚΤΜ. Πρόσφατα ο Bajaj ανακοίνωσε τη μη μετοχική συνεργασία του με τον John Bloor της Triumph. Για τους λάτρεις της Ιστορίας, η σκέψη της συνύπαρξης της Triumph και της Norton κάτω απ’ την ίδια στέγη αποτελεί μια δελεαστική προοπτική – και το ίδιο ισχύει για την BSA με την Norton. Ο ινδικός γίγαντας, η Mahindra ετοιμάζεται να επαναφέρει την BSA αργότερα το 2020, αφότου απέκτησε τα δικαιώματά πριν από τέσσερα χρόνια τον Οκτώβριο του 2016 και αν προσθέσει στο στόλο των βρετανικών εταιρειών της τη Norton μπορεί να γίνει πιο ελκυστική – σε περίπτωση δηλαδή που θελήσει να αποτρέψει τους τοπικούς ανταγωνιστές της απ’ το να την αποκτήσουν. Αυτοί θα καθοδηγούνται απ’ την Hero Motorcorp, όπου παρότι το 2011 σταμάτησε να συνεργάζεται με τη Honda παρέμεινε στην κορυφή της αγοράς της χώρας της –και δεν χρειάστηκε άλλη φίρμα για να το καταφέρει. Το να προσθέσει η Hero στο δυναμικό της την Norton θα ήταν μια κίνηση ξεκαθαρά για να ανταγωνιστεί την τοπική κυριαρχία της Royal Enfield στην αποκαλούμενη “Superbike” κατηγορία με τα δικύλινδρα 650αρια της. Το σενάριο αυτό είναι αρκετά δελεαστικό και ο ιδιοκτήτης της Hero, ο Pawan Munjal μπορεί να κάνει μια προσφορά για τη Norton. Ιδίως απ’ τη στιγμή που η Hero προσπαθεί να αυξήσει τις επτά εκατομμύρια και βάλε παραδόσεις μοτοσυκλετών που πραγματοποιεί ετησίως μέσω πλοίων και ακόμη δεν έχει καταφέρει να το κάνει με αερομεταφορές. Το να αποκτήσει την αγγλική εταιρεία και να μετονομάσει τα προϊόντα της χρησιμοποιώντας ένα όνομα που αναγνωρίζεται παγκοσμίως όπως η Norton μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση του προβλήματός της…

Ο Stuart Garner δούλεψε αδιάκοπτα στο να επαναφέρει την αναγεννημένη Norton στο χάρτη και όσο ήταν στα χέρια του κατάφερε να δημιουργήσει και να παραδώσει 5.000 μοτοσυκλέτες της στους ιδιοκτήτες τους παγκοσμίως. Ωστόσο, απ’ ότι φαίνεται η “θητεία” του στη Norton έχει πλέον τελειώσει, ιδίως με τα σοβαρά και εν δυνάμει ποινικά ζητήματα που σταδιακά έρχονται στην επιφάνεια και αφορούν το συνταξιοδοτικό καθεστώς της εταιρείας. Όσο για το μέλλον της Norton τίθεται υπό συζήτηση, ενώ όλο και περισσότεροι απ’ τους Βρετανούς πελάτες που είτε έχουν δώσει προκαταβολή είτε έχουν ήδη πληρώσει το αντίτιμο για τη μοτοσυκλέτα που θέλουν, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται και δεν έχουν ακόμη στα χέρια τους αυτό που θέλουν. Ορισμένοι μάλιστα έχουν καταβάλει χρήματα εδώ και χρόνια, χωρίς να έχουν δει καν τη μοτοσυκλέτα τους. Δυστυχώς, είναι πολύ πιθανόν να μην αποζημιωθούν καθώς η ομάδα της BDO που διαχειρίζεται πλέον τη Norton, έχει στραμμένο το ενδιαφέρον της στην προσπάθειά της να μπαλώσει τις τρύπες και να μην βουλιάξει η εταιρεία, αντί να την κλείσει και να ρευστοποιήσει τη περιουσία της. Δεδομένου ότι ο Garner, ο Skinner και η ομάδα των μηχανικών της Norton έχουν δημιουργήσει δύο εξαιρετικές πλατφόρμες, με τη μια από αυτές μάλιστα να έχει τα φόντα να αποτελέσει μεγάλη εμπορική επιτυχία, το μέλλον της Norton δείχνει φωτεινό, απ’ τη στιγμή που τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης με βάση του αγγλικού νόμου, το οποίο είναι ανάλογο με το Κεφάλαιο 11 της αμερικάνικης νομοθεσίας περί χρεωκοπίας.

Κανένα στοίχημα στο ποιος θα αγοράσει τη Norton τελικά θα βάλουμε;

Γιάννης Περιστεράς: Συνέντευξη με τον Έλληνα αναβάτη που συμμετέχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportbike

Το ξεκίνημα, οι άνθρωποι που τον ενέπνευσαν, οι διεθνείς αγώνες και το παγκόσμιο πρωτάθλημα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/7/2026

Ο Γιάννης Περιστεράς είναι 21 ετών και συμμετέχει φέτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας έδωσε μας μίλησε όχι μόνο για τους αγώνες και τις σκληρές προπονήσεις, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια, τους ανθρώπους που τον βοήθησαν και μία αστεία ιστορία που διηγήθηκε για πρώτη φορά δημόσια.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Πολυπρωταθλητή Ελλάδος Σάκη Συνιώρη για τη βοήθεια που μας παρείχε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και το κτήμα Casa e Campo για τη φιλοξενία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη.

M: Λοιπόν, να ξεκινήσουμε λίγο απ' την αρχή και να μας πεις πώς ήσουν στο σχολείο. Ήσουν καλός μαθητής, άτακτο παιδί;

ΓΠ: Ήμουν άτακτος, πολύ. Αλλά δεν σημαίνει ταυτόχρονα αυτό ότι ήμουν κακός μαθητής, δηλαδή ήμουν. Βασικά στο δημοτικό ήμουν άριστος μαθητής, που δεν ακούγεται ότι είναι δύσκολο, αλλά ήμουν όντως άριστος μαθητής στο δημοτικό. Αλλά για ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει από εκείνη την ηλικία και χάνει τη μισή σχολική χρονιά στο εξωτερικό και τα λοιπά, να είναι και άριστος ταυτόχρονα, θεωρώ ότι είναι καλό. Από το γυμνάσιο και μετά, λόγω του ότι έχανα πολλές μέρες και τα μαθήματα, ήταν δύσκολα γενικότερα, αλλά ήμουν πολύ άτακτος. Πολύ, πάρα πολύ. Από τους χειρότερους, δυστυχώς.

M: Πες μας σε ποια ηλικία και για ποιον λόγο ξεκίνησες στο μηχανοκίνητο αθλητισμό.

ΓΠ: Δεν το ξεκίνησα για κάποιον λόγο, απλά ουσιαστικά γεννήθηκα μέσα στις πίστες. Νομίζω από 45-50 ημερών ήμουν ήδη στην πίστα μαζί με τον πατέρα μου, οπότε θεωρώ πως ήταν αναμενόμενο να γίνω οδηγός, ανεξαρτήτως επίπεδου. Ξεκίνησα λοιπόν να οδηγώ από τεσσάρων έως και τώρα.

M: Ωραία, η απάντηση σου μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Προφανώς έχεις δει τους αγώνες από μέσα, ο πατέρας σου αγωνιζόμενος, έχει μάλιστα πάρει και Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Θέλω να μου πεις ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τους αγώνες.

ΓΠ: Είναι μία εικόνα, δεν είναι σαν ανάμνηση. Είμαι μωρό και κάθομαι στην κούνια και από την κούνια κοιτάω μια πολύ μικρή τηλεόραση ψηλά σε ένα φορτηγό που ήμασταν μέσα και ήταν γύρω μου ο πατέρας μου κι άλλοι αγωνιζόμενοι και βλέπαμε MotoGP.

peristeras

M: Πες μας λίγο για τα πρώτα σου χρόνια στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, που δεν είναι τόσο γνωστά.

ΓΠ:  Περιληπτικά, ουσιαστικά ξεκίνησα τεσσάρων χρονών με PW50. Έκανα λίγο σε πάρκα, σε παλιά γήπεδα ποδοσφαίρου και τα λοιπά. Ο πρώτος μου “αγώνας” ήταν στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το 2009 ή 2010 που είχε γίνει το Supercross. Ήμασταν πολλά παιδάκια που τρέξαμε κάτι σαν αγώνα εκεί. Από εκεί και πέρα μετά άλλαξα το στυλ μου σε street και θυμάμαι πως πήγαινα για προπόνηση με τον πατέρα μου σχεδόν κάθε μέρα. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, “έκλεβα” το μηχανάκι μου και το έπαιρνα στο μπαλκόνι του σπιτιού και έκανα βόλτες εκεί. Σιγά-σιγά βελτιωνόμουν. Με βάλανε και σε μικρή στιγμή μοτοσυκλέτα τότε. Έτρεξα και τον πρώτο μου αγώνα στα Mini GP και στο τέλος της χρονιάς κατάφερα να πάρω μία τρίτη θέση. Από την επόμενη χρονιά και μετά πήρα όλα τα πρωταθλήματα στο Mini GP που έτρεξα. Πήγα και στο εξωτερικό στα Pre Mini GP. Στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς εκείνης (2016) βγήκα και δεύτερος. Την επόμενη χρονιά μαζί με τον Σάκη Συνιώρη τρέξαμε στα Ohvale 160. Δεν πήραμε πρωτάθλημα, αλλά κερδίσαμε έναν αγώνα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, κάναμε πολλά ρεκόρ πίστας, εκτός του πρώτου αγώνα. Βγήκαμε και δεύτεροι ή τρίτοι στο Πανευρωπαϊκό Ohvale 160. Έπειτα είχα μία κενή σεζόν και μετά μεταπήδησα στα 300αρια. Ήμουν μόλις 13 ετών και κέρδιζα αγώνες, έκανα ρεκόρ, μέχρι που σε μία πτώση έσπασα τον μηρό μου και έκατσα εκτός για δύο-τρεις μήνες. Μετά όταν συνήλθα και άρχισα να πηγαίνω και πάλι γρήγορα, ξαναχτύπησα και μετά ήρθε η καραντίνα. Μετά την καραντίνα συμμετείχα στο Ιταλικό Πρωτάθλημα για έναν χρόνο και την δεύτερη χρονιά μεταπήδησα στο Πανευρωπαϊκό Yamaha R3 bLU cRU. Και από εκεί και πέρα νομίζω οι περισσότεροι γνωρίζουν την πορεία μου.

M: Πάμε λίγο στην περσινή χρονιά. Έκανες μια εξαιρετική χρονιά. Θέλω να μας περιληπτικά τι σου έμεινε από την χρονιά και κατά πόσο έπαιξε ρόλο στη φετινή σου συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα;

ΓΠ: Πέρσι φάνηκε μία χρονιά πολύ καλή. Αλλά από “μέσα” ήταν πολύ δύσκολη. Διότι έτρεχα με μειονέκτημα στο μοτέρ όλη τη χρονιά στο Ιταλικό Πρωτάθλημα. Το οποίο ήταν κάτι που δεν ήταν στο χέρι μας. Δυστυχώς. Πιστεύουμε πως οι μοτοσυκλέτες/ομάδες που ήταν μπροστά, έκαναν κάποιου είδους παρανομία στο μοτέρ, αφού στην ευθεία είχα 10 με 12 λιγότερα χιλιόμετρα από τους δέκα πρώτους και είχα πάντα από τις μικρότερες τελικές. Σίγουρα όσο αυτό συνέβαινε, δεν μου άρεσε καθόλου. Με νευρίαζε, με ξενέρωνε, δεν ήθελα να τρέχω έτσι. Ήθελα να τρέχω ισάξια, γιατί ήξερα ότι μπορούσα να κερδίσω χωρίς να ρισκάρω πολύ. Ενώ έτσι ήμουν συνέχεια στο όριο, σε όλους τους αγώνες, γιατί έπρεπε να καλύψω τον χρόνο που έχανα στην ευθεία, στις στροφές και τα προσπεράσματα έπρεπε να γίνουν από μακριά. Ήμουν δηλαδή συνέχεια 5 με 10 μέτρα πίσω και “έκανα μία βουτιά” μέσα στη στροφή. Και αυτό πάντα έχει μεγάλη επικινδυνότητα, δηλαδή όταν φρενάρεις δέκα μέτρα παρακάτω από όσο φρενάρεις κανονικά για να κάνεις ένα προσπέρασμα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ με τα αποτελέσματα και παραλίγο να μην πάρω και την πρόκριση για τον τελικό της Γαλλίας, διότι δεν ανέβαινα βάθρα. Ήμουν απλά σταθερός στην πέμπτη θέση συνήθως. Εν τέλει, πήραμε ένα βάθρο στην Imola και πήρα και την πρόκριση της Γαλλίας. Στη Γαλλία ήξερα λίγο την πίστα από την προηγούμενη χρονιά, οπότε μπήκα μέσα και ήμουν και αρκετά επιθετικός. Από την αρχή έσπασα το περσινό μου ρεκόρ πίστας και κέρδισα τον πρώτο αγώνα του Σαββατοκύριακου. Στον δεύτερο αγώνα ήταν λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα είχαμε κάποιες ατυχίες, αλλά δεν πειράζει.

peristeras

M: Πάμε λίγο στη φετινή χρονιά, Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Πες μας λίγο πώς εξελίσσεται η σεζόν μέχρι τώρα και οι στόχοι σου για το υπόλοιπο της σεζόν;

ΓΠ: Δεν τα έχουμε πάει πολύ καλά η αλήθεια είναι. Αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνεννόηση με την ομάδα. Ήμασταν άγνωστοι και δεν είχαμε κάνει τα κατάλληλα τεστ πριν τη σεζόν που χρειάζονται. Όλες οι άλλες ομάδες είχαν κάνει αρκετά τεστ πριν να ξεκινήσει η σεζόν. Οπότε το πρώτο μισό της σεζόν ήταν δύσκολο. Έχουμε κάποια κανονισμένα τεστ και ίσως το δεύτερο κομμάτι της σεζόν να είναι καλύτερο.

M:  Έγινε τη φετινή χρονιά για σένα και μια μεγάλη αλλαγή μετά από 7 χρόνια με τη Yamaha και τελευταία με R7, τρέχεις πλέον με Aprilia RS660 Factory. Θα ήθελα να μου πεις τις διαφορές μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών.

ΓΠ: Η μεγάλη διαφορά που θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας είναι το πλαίσιο της Aprilia. Δεν λέμε πως η μία είναι καλύτερη και η άλλη χειρότερη, είναι δύο διαφορετικές μοτοσυκλέτες στην ίδια κατηγορία. Το Aprilia θεωρώ πως μου ταιριάζει φέτος. Νιώθω καλά πάνω του, όταν όλα δουλεύουν σωστά με την ομάδα.

M: Θέλω λίγο να μας πεις πως πήγες στην MMR και πώς είναι να μένεις στην Ελλάδα μόνιμα και η ομάδα σου να έχει τη βάση της σε διαφορετική χώρα. Πώς επηρεάζει αυτό την εξέλιξη και τη σχέση σας;

ΓΠ: Γενικά συνήθως με άλλες ομάδες δεν με έχει επηρεάσει αυτό. Τώρα επειδή άλλαξα τη μοτοσυκλέτα και ήταν τελείως διαφορετική, χρειαζόμασταν κάποιες μέρες εξοικείωσης, τις οποίες δεν είχαμε. Θεωρώ ότι είναι πιο δύσκολο που μένω Ελλάδα μόνιμα. Θεωρώ όμως ότι είμαι αρκετά προπονημένος και έχω και αρκετή εμπειρία και μπορώ να μπαίνω στην πρώτη πεντάδα αν όλα είναι σωστά. Όχι από τον επόμενο αγώνα, ίσως από την επόμενη σεζόν γιατί χρειάζεται εμπειρία στην κατηγορία και με τη μοτοσυκλέτα και με την ομάδα και όλα τα σχετικά. Τώρα για το πως πήγα στην MMR. Ακόμα και από τα χρονομετρημένα του περσινού τελικού της Γαλλίας είχαμε δύο-τρεις προτάσεις από ομάδες και μετά τη Γαλλία ήρθαν κι άλλες. Επιλέξαμε την MMR γιατί μας ταίριαζε καλά το συμβόλαιο και θεωρήσαμε πως είναι μια σοβαρή ομάδα διότι έχει και Moto2 ομάδα στο Junior GP και έτρεξαν και με wildcard πάλι στη Moto2, οπότε θεωρήσαμε πως η ομάδα έχει καλή οργάνωση και θα είναι καλή ομάδα γενικά.

M: Κοιτώντας πίσω τι θα μπορούσε στη φετινή χρονιά να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να έχεις καλύτερα αποτελέσματα;

ΓΠ: Αυτό που είπα και νωρίτερα, δηλαδή να είχαμε κάνει κάποιες ημέρες τεστ, διότι ό,τι πρόβλημα μας έρχεται δεν έχουμε τη λύση έτοιμη γιατί δεν μας έχει ξανασυμβεί και συνέχεια καταλήγουμε να ψαχνόμαστε εντός αγωνιστικού τριήμερου, το οποίο είναι για μένα απαράδεκτο. Στο τριήμερο του αγώνα δεν έχουμε πολύ χρόνο εξοικείωσης και δοκιμών, οπότε πρέπει να είσαι έτοιμος πριν καν μπεις στην πίστα. Από τη στιγμή που εμείς δεν είμαστε, χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

M: Τι σχέση έχεις με τον teammate σου Thomas Benetti;

ΓΠ: Έχουμε αρκετά καλές σχέσεις, δηλαδή συνήθως μαζί καθόμαστε στους αγώνες και τον συμπαθώ αρκετά.

peristeras

M: Έχεις εδώ και λίγο καιρό έναν μεγάλο χορηγό, την Seajets του Μάριου Ηλιόπουλου. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για τη νέα χορηγία κι αν έχετε μιλήσει για την πίστα στην Πάτρα που ανακοίνωσε πως θα φτιάξει;

ΓΠ:  Η χορηγία συνέβη πριν ανακοινωθεί η πίστα στην Πάτρα, οπότε δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ο Μάριος γενικά είναι ένα πολύ μεγάλο όνομα στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πάρα πολλές φορές πρωταθλητής στις αναβάσεις και γενικά είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει το Motorsport και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ανέβασε πολύ το Motorsport στην Ελλάδα και προσπαθεί να το ανεβάσει ακόμη περισσότερο.

M: Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει στο μηχανοκίνητο, με τους αναβάτες να είναι πρώτα αθλητές. Εσύ, έχεις κάποιον γυμναστή, κάποιον διατροφολόγο, κι αν ναι, δικό σου ή της ομάδας;

ΓΠ: Ναι έχω γυμναστή και κάνουμε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα είχαμε κάποιο καιρό να κάνουμε λόγω ταξιδιών και κάτι μικροτραυματισμών που αντιμετώπιζα. Όμως σίγουρα κάθε μέρα θα έχω μία δραστηριότητα κάπου μέσα στη μέρα μου, δηλαδή είτε αυτό θα είναι να πάω να τρέξω έστω και για μισή ώρα είτε θα είναι να πάω με τον προπονητή μου για προπόνηση το πρωί, να κάνω ποδήλατο το μεσημέρι και το βράδυ να ξανατρέξω. Η διατροφή μου είναι ανάλογη με τη σωματική μου κατάσταση και αλλάζει ανά εβδομάδα.

M: Στην Ελλάδα έχουμε μόνο δύο πίστες. Πόσο συχνά και πού προπονείσαι;

ΓΠ: Προπονούμαι κυρίως στα Μέγαρα (στην πίστα καρτ), διότι είναι σχετικά κοντά σε εμένα. Αν έχει και trackday στη μεγάλη πίστα θα οδηγήσω για να έχω επαφή με την πίστα και με κόσμο μέσα στην πίστα. Την περίοδο που δεν έχω αγώνες πάω δύο φορές τη βδομάδα, όταν έχω αγώνες, συνήθως δεν προλαβαίνω λόγω ταξιδιών κλπ. Τώρα κανονίζουμε που είναι καλοκαίρι να πάμε και στις Σέρρες για προπόνηση.

M: Πόσο συχνά προπονείσαι στο εξωτερικό;

ΓΠ: Πέρυσι ανά δύο εβδομάδες ήμουν εξωτερικό για προπόνηση. Φέτος είχα πάει στην Ισπανία στην αρχή της χρονιάς για τρεις εβδομάδες, μετά ξαναπήγα άλλη μία βδομάδα για προπόνηση. Μου είναι σχετικά εύκολο, λόγω το ότι τόσα χρόνια προπονούμαι και τρέχω στο εξωτερικό – στο αγωνιστικό είμαι περισσότερο στο εξωτερικό, παρά στην Ελλάδα - και λόγω αυτού μου είναι λίγο πιο εύκολο να βρω μία μοτοσυκλέτα και έναν άνθρωπο μαζί μου και τα σχετικά. Δεν είναι επίσης και τόσο κοστοβόρο όσο νομίζει ο κόσμος.

M: Είσαι από αυτή τη γενιά ο πρώτος που άνοιξε τα φτερά του στο εξωτερικό. Βλέπουμε μετά από σένα τον Παντελεάκη, τον Μαυρόπουλο κι έρχονται κι άλλα παιδιά από πίσω ακόμα πιο μικροί σε ηλικία. Τι θα τους συμβούλευες για να καταφέρουν να φτάσουν στο κορυφαίο παγκόσμιο επίπεδο;

ΓΠ: Δεν ξέρω να πω την αλήθεια, ο καθένας πρέπει να έχει το δικό του μονοπάτι όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Νιώθω ότι στην Ελλάδα όλοι προσπαθούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά εγώ θεωρώ σαν Έλληνας ότι έχω χαράξει ένα δικό μου μονοπάτι κυρίως μαζί με τον πατέρα μου, αλλά και με όλους τους γύρω μου που με βοηθάνε, το οποίο ίσως να είναι δυσκολότερο, ίσως ευκολότερο από το κανονικό, όμως αυτό δεν θα το ξέρουμε μέχρι ένας άλλος να χαράξει το δικό του μονοπάτι παράλληλα στο δικό μου. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται όλοι οι Έλληνες που θέλουν να πάνε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τη δική μου συμβουλή. Το μόνο όμως που θα έλεγα είναι αυτό που έκανα κι εγώ από μικρό παιδί. Όσο πιο ανταγωνιστικό είναι το πρωτάθλημα τόσο το καλύτερο. Δηλαδή εγώ δεν είμαι της γνώμης ότι θα ήθελα να πάω σε ένα πρωτάθλημα το οποίο ξέρω ότι θα το κερδίσω, αλλά είμαι της άποψης να τρέχω κάπου δύσκολα κι ας τερματίζω 15ος ή 20ος. Αυτό όμως θα με κάνει καλύτερο αναβάτη και θα με ανεβάσει επίπεδο.

M: Ωραία, πάμε λίγο και σε πιο χαλαρές ερωτήσεις. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου αγαπημένος και γιατί;

ΓΠ: Αυτή τη στιγμή είναι ο Quartararo. Ο αγαπημένος μου αναβάτης γενικά είναι ο Rossi, ο καλύτερος αναβάτης είναι ο Marquez. Ο Rossi ανέβασε την δημοφιλία του MotoGP κατακόρυφα, ο Marquez είναι ο καλύτερος αναβάτης ever και τον Quartararo τον ακολουθώ από την αρχή της καριέρας του, είναι ένας εξαιρετικός αναβάτης, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

M: Τι κάνεις όταν δεν δουλεύεις και δεν είσαι στο εξωτερικό για αγώνες;

ΓΠ: Όπως είπα και πριν σίγουρα θα έχω μία προπόνηση μέσα στη μέρα μου. Εκτός αυτού, δεν μου αρέσει να κάθομαι πολύ στο σπίτι, μου αρέσει να πηγαίνω για καφέ, για μία βόλτα, για φαγητό και προσπαθώ να κρατάω μία ισορροπία γενικότερα.

M: Θέλω τώρα να μου πεις τρία επίθετα που χαρακτηρίζουν τον πατέρα σου τον Νίκο Περιστερά και τρία για τον νονό σου τον Άλεξ Παπαγεωργίου;

ΓΠ: Τρία επίθετα είναι πολύ λίγα για να χαρακτηρίσουν και τους δύο. Και οι δύο ήταν δίπλα μου σε όλη μου τη ζωή, όχι μόνο στην καριέρα μου. Οπότε θα πω από μία λέξη έτσι που μου έρχεται τώρα, ο πατέρας μου τρελός και ο νονός μου κοντός. Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να εκφράσω το πόσο πολύ με έχουν στηρίξει και το πως μου έχουν φερθεί και οι δύο.

M: Για τον νονό σου, θα μας πεις κανένα μυστικό που μπορεί και κερδίζει αγώνες στα 51 του;

ΓΠ: Ο νονός μου δεν σταματάει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται συνεχώς, ακούγοντας παράλληλα και την ομάδα του. Εμένα μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο, το ότι είναι 51 χρονών κι επειδή ξέρω πώς δουλεύει όλη μέρα, αλλά κάνει και προπόνηση όποτε μπορεί και πάει στο εξωτερικό και κερδίζει αγώνες.

M: Ποια είναι η σχέση σου με τον πολυπρωταθλητή Ελλάδας Σάκη Συνιώρη;

ΓΠ: Είναι ο αγωνιστικός μου πατέρας. Τον Σάκη τον ήξερα προφανώς από όταν ήμουν παιδί. Μετά θυμάμαι την πρώτη φορά που ο πατέρας μου κανόνισε να με προπονήσει ο Σάκης και ο πατέρας μου πριν συναντηθούμε μου έλεγε να είμαι σοβαρός, μάλιστα μου είχε δώσει και ένα μπλοκάκι για να σημειώνω ό,τι μου πει και όταν συναντηθήκαμε ο Σάκης έκανε συνέχεια χαβαλέ και αστεία (γέλια). Από εκείνη τη μέρα και μετά κάναμε εντατικές προπονήσεις σχεδόν κάθε μέρα, με κυνηγούσε για να κάνω τρέξιμο, αλλά εγώ δεν ήθελα (γέλια). Στο οδηγικό κομμάτι όμως τα βρίσκαμε μια χαρά, εκτός από τη γυμναστική.

Εκτός από τον Σάκη, με βοήθησαν ο πατέρας μου φυσικά, ο Γιάννης Μπούστας και ο Λευτέρης Πίππος. Από όλους τους έχω πάρει πράγματα, όχι μόνο οδηγικά αλλά και σε χαρακτήρα και στην ουσία έχω συλλέξει τα θετικά τους και τα έχω εφαρμόσει σε μένα και ήταν πολύ καλό που δεν έμεινα με έναν μόνο προπονητή.

M: Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να μου πεις μία ιστορία που δεν έχεις ξαναπεί δημόσια, μπορεί να είναι μία αστεία ιστορία, ένα ευτράπελο, κάτι που σου έχει μείνει.

ΓΠ: Θα πω μία ιστορία από όταν έτρεχα στην Ιταλία το 2024. Βρίσκομαι στην Ίμολα για τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και την Πέμπτη στα δοκιμαστικά έχω σπάσει το ρεκόρ πίστας, την Παρασκευή συνεχίζω στο ίδιο μοτίβο και Σάββατο ήταν τα χρονομετρημένα και στόχευα στο να κάνω πάλι ρεκόρ. Να σημειωθεί πως εγώ έμενα σε ένα σπίτι μισή ώρα μακριά από την πίστα και συνήθως ερχόταν ο Roccoli (Πολυπρωταθλητής Ιταλίας και ιδιοκτήτης της ομάδας που έτρεχε ο Γιάννης τότε) και με έπαιρνε το πρωί και κάποιος από την ομάδα με γυρνούσε το απόγευμα. Την Παρασκευή ήρθε κλασσικά να με πάρει, όμως εγώ είχα αργήσει να ξυπνήσω και τον έστησα πέντε λεπτά. Μου λέει λοιπόν πως το Σάββατο θα είναι έξω από την πόρτα μου στις 7:32 π.μ. ακριβώς, αν δεν είμαι εκεί δεν θα με περιμένει και θα φύγει. Το Σάββατο το πρωί λοιπόν μου στέλνει μήνυμα πως σε ένα λεπτό θα είναι εκεί, εγώ όμως εκείνη την ώρα βούρτσιζα τα δόντια μου και με το που τελειώνω μαζεύω γρήγορα τα πράγματά μου και βγαίνω έξω από το σπίτι. Με το που βγαίνω όμως στον δρόμο, βλέπω το βανάκι του που έφευγε, ξεκινάω λοιπόν και τρέχω, όμως εκείνος δεν σταματούσε και μετά από λίγο μου στέλνει μήνυμα πως θα πρέπει να είμαι σωστός στην ώρα μου και να μην αργώ και πως αυτό είναι ένα μάθημα. Μετά μάλιστα μου στέλνει άλλο ένα μήνυμα που μου έλεγε πως ξέρει πως θα πάρω την pole position ακόμα κι αν έρθω στο δεύτερο session!

Εμένα εκείνη την ώρα με έπιασε απελπισία και άρχισα να κλαίω. Ξεκινάω λοιπόν και ψάχνω που έχει τρένο κοντά και τρέχω με τα πράγματά μου μέχρι τον σταθμό. Με το που φτάνω όμως βλέπω πως έχουν ακυρωθεί όλα τα δρομολόγια εκείνη τη μέρα. Ξεκινάω να τρέχω πάλι πηγαίνοντας προς την πόλη και βρίσκω έναν Ιταλό που δεν ήξερε όμως αγγλικά, συνεννοούμαστε με τα χίλια ζόρια και μου καλεί ταξί. Εντέλει πλήρωσα 100 ευρώ στο ταξί, έφτασα 20 λεπτά πριν τα χρονομετρημένα και έκανα ρεκόρ πίστας και πήρα και την pole position!