Η αστυνομία της Σκωτίας αυξάνει τη χρήση σπρέι DNA για την καταπολέμηση των κλοπών μοτοσυκλετών
Η μάστιγα των κλοπών μοτοσυκλετών φέρνει νέες τακτικές αντιμετώπισης
Από τον
Γιάννη Τσινάβο
28/3/2024
Το SelectaDNA Intruder Spray System (ISS) που εδώ και μία δεκαετία χρησιμοποιείται σε ολόκληρη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ σε καταστήματα λιανικού εμπορίου, τράπεζες κτλ. και για το οποίο έχετε διαβάσει στο ΜΟΤΟ, στο Εδιμβούργο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2018 ώστε να καταπολεμηθούν τα φαινόμενα των κλοπών μοτοσυκλετών καθώς και άλλων παραβατικών συμπεριφορών.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής επιθεωρητή της αστυνομίας της Σκωτίας Darren Bruce όταν χρησιμοποιήθηκε το σπρέι DNA συνέβαλε στο να μειωθούν οι κλοπές δικύκλων κατά 60% ενώ επιπρόσθετα μειώθηκαν και άλλες παραβατικές συμπεριφορές καθώς η Αστυνομία κατάφερε να εξιχνιάσει περισσότερες υποθέσεις χάρη στη χρήση της εν λόγω τεχνολογίας.
Από τις 18 Μαρτίου η αστυνομία της Σκωτίας έχει προχωρήσει σε εκτεταμένη χρήση του SelectaDNA, με στόχο να καταπολεμήσει την ολοένα αυξανόμενη μάστιγα των κλοπών μοτοσυκλετών. Οι αστυνομικοί ήδη έχουν ξεκινήσει να ψεκάζουν αναβάτες μοτοσυκλετών οι οποίοι βρίσκονται εν κινήσει και που αυτοί έχουν εκδηλώσει ύποπτες παραβατικές συμπεριφορές.
Για όσους δεν γνωρίζουν το συγκεκριμένο σπρέι αφήνει ένα άοσμο, αόρατο στο μάτι υπόλειμμα στο δέρμα και τα ρούχα. Αυτό το υπόλειμμα μπορεί να εμφανιστεί μονάχα με συγκεκριμένης συχνότητας UV φως και η μοναδική σύνθεσή του, στην ουσία δίνει το στίγμα του δράστη καθώς και τον χρόνο.
Στη συνέχεια το δείγμα του δράστη στέλνετε στα εργαστήρια και εκεί πιστοποιείται 100% από πιο δοχείο και πότε, έχει προέλθει το σπρέι. Με δεδομένο πως οι αστυνομικοί θα έχουν συγκεκριμένα δοχεία, οι δράστες με ακρίβεια θα τοποθετούνται χρονικά αλλά και γεωγραφικά με την κάθε παράβαση ενώ δεν θα χρειάζονται περισσότερες διαδικασίες ώστε οι αρχές να προχωρήσουν στην σύλληψη τους.
Με την ευρεία χρήση του SelectaDNA η αστυνομία της Σκωτίας ευελπιστεί να μειώσει όσο το δυνατόν τις παραβατικές συμπεριφορές αν και αυτό είναι πολύ δύσκολο καθώς οι παραβάτες ανακαλύπτουν κάθε φορά νέους τρόπους για να ξεφύγουν από τα χέρια των αρχών.
Λονδίνο-όριο 30 χλμ./ώρα: Μείωση θανατηφόρων τροχαίων κατά 40% αναφέρουν οι αρχές
Εφαρμόζεται στους μισούς δρόμους του Λονδίνου - Εξετάζεται η εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο
Από τον
Παύλο Καρατζά
15/9/2026
Πάνω από τους μισούς δρόμους του Λονδίνου έχει πλέον όριο ταχύτητας 20 μίλια (32 χιλιόμετρα) ανά ώρα και η Transport for London, ένας φορέας της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος του δικτύου μεταφορών στο Λονδίνο, επικαλείται στοιχεία που δείχνουν ότι το χαμηλότερο αυτό όριο ταχύτητας έχει μειώσει τα θανατηφόρα τροχαία κατά 40%, την ίδια ώρα που οι βουλευτές εξετάζουν αν η Αγγλία πρέπει να υιοθετήσει τα 20 μίλια ανά ώρα ως το προεπιλεγμένο όριο ταχύτητας σε εθνικό επίπεδο.
Σύμφωνα με την πολιτική “Safe Speeds” της TfL, η ταχύτητα παίζει ρόλο στα περίπου μισά θανατηφόρα τροχαία στο Λονδίνο, ενώ η πρόσκρουση με ταχύτητα 30 μίλια (48 χιλιόμετρα) ανά ώρα αυξάνει πέντε φορές τις πιθανότητες θανάτου σε σύγκριση με την πρόσκρουση με ταχύτητα 20 μίλια ανά ώρα.
Τα στοιχεία αυτά υποστηρίζουν την πολιτική “Vision Zero” του Δημάρχου, η οποία στοχεύει στο να μην υπάρξουν νεκροί ή σοβαρά τραυματίες στους δρόμους του Λονδίνου έως το 2041, και έχει οδηγήσει σε σταθερή επέκταση των ορίων ταχύτητας των 20 μίλια ανά ώρα σε ολόκληρη την πρωτεύουσα τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Επί του παρόντος, 166 μίλια (267 χιλιόμετρα) του οδικού δικτύου της TfL (περίπου οι μισοί δρόμοι της αγγλικής πρωτεύουσας) έχουν όριο ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα, ενώ τα δύο τρίτα των δήμων του Λονδίνου εφαρμόζουν πλέον το όριο αυτό στο μεγαλύτερο μέρος των δρόμων τους.
Η προγραμματισμένη επόμενη φάση στοχεύει στην επέκταση του ορίου σε τουλάχιστον 40 επιπλέον μίλια (64 χιλιόμετρα) έως το 2030, γεγονός που θα σημαίνει ότι πάνω από το 80% των δρόμων στο κεντρικό και εσωτερικό Λονδίνο θα έχουν όριο ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα.
Η αιτιολόγηση της επέκτασης αυτής βασίζεται σε μια μακροπρόθεσμη ανάλυση του αστικού ορίου ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα που εφαρμόστηκε σε δρόμους των δήμων μεταξύ 1989 και 2013. Η TfL διαπίστωσε μείωση κατά 40% των θανάτων σε αυτούς τους δρόμους (από 15 σε 9), σε σύγκριση με μείωση μόλις 7% των θανάτων σε άλλα σημεία του δικτύου των δήμων κατά την ίδια περίοδο.
Ο αριθμός των νεκρών ή των σοβαρά τραυματισμένων μειώθηκε κατά 34% (από 395 σε 260) στα προγράμματα που μελετήθηκαν, έναντι μείωσης 15% στο ευρύτερο οδικό δίκτυο, ενώ οι συγκρούσεις και τα θύματα συνολικά μειώθηκαν κατά 35% και 36% αντίστοιχα, σε σύγκριση με μείωση 12% αλλού. Η μείωση στον αριθμό των νεκρών παιδιών ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή: 75%, από τέσσερις θανάτους σε έναν, έναντι μηδενικής μεταβολής σε άλλους δρόμους.
Η TfL απέρριψε επίσης την υπόθεση ότι τα χαμηλότερα όρια ταχύτητας βλάπτουν την ποιότητα του αέρα, παραπέμποντας σε έρευνα του Imperial College London που δείχνει ότι οι ζώνες των 20 μιλίων ανά ώρα δεν έχουν καθαρή αρνητική επίδραση στις εκπομπές καυσαερίων και ότι ο ομαλότερος τρόπος οδήγησης που παρατηρείται στις ζώνες των 20 μιλίων ανά ώρα – με λιγότερες απότομες επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις – μειώνει στην πραγματικότητα τις εκπομπές σωματιδίων από τη φθορά των ελαστικών και των φρένων, σε σύγκριση με τις ζώνες των 30 μίλια ανά ώρα.
Στον αντίποδα, είναι αρκετά δύσκολο να κινείσαι στο κέντρο της πόλης με μοτοσυκλέτα με όριο τα 32 χιλιόμετρα ανά ώρα, καθώς λίγο περισσότερο να περιστρέψεις τον καρπό του δεξιού σου χεριού και θα είσαι πριν το καταλάβεις πάνω από το όριο. Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να ελέγχεις συνεχώς το ταχύμετρο της μοτοσυκλέτας, που με τη σειρά του σημαίνει πως δεν θα έχεις όλη την προσοχή σου στον δρόμο. Αν συνυπολογίσουμε σ’ αυτό αυτοκίνητα, ηλεκτρικά πατίνια, πεζούς, φανάρια, άλλες μοτοσυκλέτες και διαβάσεις πεζών που πρέπει να έχουμε στο νου μας, η “καθημερινή αποστολή” γίνεται ακόμη πιο απαιτητική, ειδικά στην χώρα μας το όριο αυτό με βάση την οδηγική παιδεία που δεν έχουμε θα ήταν άκρως επικίνδυνο για τους μοτοσυκλετιστές.
Ο χρόνος επίσης που απαιτείται για να καλύψουμε την ίδια απόσταση αυξάνεται δραματικά. Για παράδειγμα αν θέλουμε να καλύψουμε μία απόσταση 20 χιλιομέτρων, αν πηγαίνουμε με 48 χλμ./ώρα θα χρειαστούμε 25 λεπτά, ενώ αν κινούμαστε με 32 χλμ./ώρα θα χρειαστούμε 37 λεπτά! Σίγουρα λοιπόν το μέτρο φαίνεται να δουλεύει όσον αφορά τα θανατηφόρα τροχαία, όμως υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που πρέπει να εξεταστούν.