Indian Appaloosa: Ο άθλος για dragster στη Σιβηρία!

Έτοιμη για το Sultans of Sprint!
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

9/3/2020

Όπως είχαμε αναφέρει και παλιότερα, η Appaloosa, ένα ειδικά τροποποιημένο Scout Bobber από την Indian και την Workhorse Speed Shop, ταξίδεψε μέχρι τα βάθη της Ρωσίας για να λάβει μέρος στο Baikal Mile Ice Speed Festival. Αρχικά, η Appaloosa είχε δημιουργηθεί από τον Brice Hennebert, ιδιοκτήτη του Workhorse Speed Shop στο Βέλγιο, με σκοπό να τρέξει στο περσινό Sultans of Sprint στην Imola με αναβάτη τον Randy Mamola. Ωστόσο, ο αγώνας δεν πραγματοποιήθηκε λόγω βροχής και ο Hennbert θέλοντας να προετοιμαστεί καλύτερα για το φετινό Sultans of Sprints, έψαχνε διάφορα events για να λάβει μέρος. Η συμμετοχή στο Baikal Mile Ice Speed Festival, έναν αγώνα dragster πάνω στην παγωμένη επιφάνεια μιας από τις αρχαιότερες και βαθύτερες λίμνες του πλανήτη, ήταν μακράν η καλύτερη επιλογή σύμφωνα με τον Hennbert.

“Δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο μαγευτικό ήταν το event. Αρχικά, η λίμνη είναι πραγματικά τεράστια, με πάνω από 600 χιλιόμετρα μήκος και πάνω από 80 χιλιόμετρα πλάτος, περιέχει περισσότερο από το 20% του γλυκού νερού του πλανήτη. Η θέα είναι τελείως διαφορετική απ’ αυτά που έχουμε συνηθίσει και το μέρος είναι τελείως αποκομμένο απ’ τον πολιτισμό με υπερβολικά χαμηλές θερμοκρασίες. Πέραν αυτού, εκεί συγκεντρώνονται πάρα πολλοί άνθρωποι και πιέζουν τόσο τους εαυτούς τους, όσο και τις τρελές δημιουργίες τους στα όριά τους. Υπήρχαν πάρα πολλά οχήματα, από πολυτελή αυτοκίνητα μέχρι και τανκ! Έπρεπε να πάρουμε μέρος και ήταν απίστευτο όταν η πρότασή μου εγκρίθηκε απ’ την Indian” Είπε ο Hennbert.

Με τη θερμοκρασία να βρίσκεται πολλούς βαθμούς υπό του μηδενός, η Appaloosa χρειάστηκε να αλλάξει μορφή για άλλη μια φορά μόνο και μόνο για να μπορέσει να λάβει μέρος στον αγώνα. Στον κινητήρα του Bobber αντικαταστάθηκε το ήδη υπάρχον σύστημα ψεκασμού NOS από ένα νέο με καλύτερη λειτουργία στις τόσο χαμηλές θερμοκρασίες κι έτσι η Indian στόχευε να σπάσει και το ρεκόρ στον αγώνα dragster του ενός μιλίου. Στα ελαστικά της Dunlop τοποθετήθηκαν καρφιά, ενώ στο φαίρινγκ οι εισαγωγές του αέρα μίκρυναν σε μέγεθος, ώστε ο κινητήρας να μην παγώνει. Ωστόσο, οι προκλήσεις σε ένα τόσο αφιλόξενο – από πλευράς συνθηκών - μέρος που αντιμετώπισε ήταν μεγάλες και δεν κατάφερε να τις ξεπεράσει, όμως απέκτησε πολύτιμη εμπειρία.

Το να φτάσει τόσο η ομάδα όσο και η Appaloosa στα βάθη της Ρωσίας ήταν μια περιπέτεια από μόνη της, με τον Hennbert και τους δύο καλύτερούς του φίλους Sebastien Lorentz και Dorsan "DJ Peeta" Selecta να διανυκτερεύουν για μια νύχτα στη Μόσχα πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο Hennebert μοιράστηκε τις σκέψεις του με τους φίλους για το ταξίδι λέγοντας πως αυτό είναι το πιο τρελό πράγμα που έχει επιχειρήσει ποτέ στη ζωή και πως θα ήθελε να κάνει κάτι ξεχωριστό για να το θυμάται. Έτσι, αποφάσισαν να κάνουν  τατουάζ με τη φράση Good for nothing. Ready for everything”, η οποία αντιπροσώπευε όλα όσα αισθάνονταν ο Hennebert! “Δεν μπορώ να πιστέψω πως ένας απλός τύπος σαν εμένα κατάφερε να φτιάξει μια τέτοια μοτοσυκλέτα και να λάβει μέρος σε ένα τόσο φοβερό event!”  Απ’ τη Μόσχα, πέταξε ανατολικά στην Ulan Ude κι έπειτα ακολούθησε ένα πεντάωρο ταξίδι/ενημέρωση για το event μέχρι να φτάσουν στο Maksimikha, που βρίσκονταν το ξενοδοχείο που θα έμεναν.

Με τους τεχνικούς ελέγχους να έχουν ολοκληρωθεί μέσα σε μια σκηνή ώστε τόσο η Appaloosa όσο και τα μέλη της ομάδας να μην ξεπαγιάσουν, ήταν έτοιμοι πλέον να λάβουν μέρος στα πρώτα δοκιμαστικά των 200 μέτρων. Αναβάτης της Appaloosa (σ.σ. μην ξεχνάτε πως το όνομά της είναι η ράτσα αμερικάνικων αλόγων) ήταν ο Lorentz και οι πρώτες δοκιμές πάνω στον πάγο πήγαν πάρα πολύ καλά. “Η πρώτη προσπάθεια ήταν καλή, ήθελα να δοκιμάσω την πρόσφυση των ελαστικών, την ευστάθεια της μοτοσυκλέτας και φυσικά ότι μπορούσα να σταματήσω εκ τους ασφαλούς. Η Appaloosa επιτάχυνε σαν τρελή με το εμπρός ελαστικό να μην χάνει την πρόσφυσή του παρά την ανισόπεδη επιφάνεια. Απέκτησα μπόλικη αυτοπεποίθηση και αποφάσισα να την πιέσω περισσότερο.” Είπε ο Lorentz.  

Παρότι τα πρώτα δεδομένα των δοκιμών ήταν θετικά, τα πράγματα άλλαξαν κατά πολύ όταν ο Lorentz επιχείρησε να κάνει το πρώτο πέρασμα των 1.600 μέτρων. Μετά τα πρώτα 200 μέτρα, ο πάγος είχε περισσότερα “σαμαράκια”, με αποτέλεσμα οι αναρτήσεις να καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής τους και τα καρφιά των ελαστικών να έρχονται σε επαφή με τα φαίρινγκ της μοτοσυκλέτας! Η ομάδα ξεπέρασε σχετικά εύκολα αυτή τη δυσκολία, τροποποιώντας τα φαίρινγκ ώστε να έχουν μεγαλύτερη απόσταση απ’ τους τροχούς. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν πως η μέγιστη τελική ταχύτητα της Appaloosa περιοριζόταν από κάποιο ηλεκτρολογικό θέμα. “Γνωρίζαμε πως θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με αρκετές δυσκολίες αλλά δεν μπορούσαμε να τις προβλέψουμε καθώς δεν είχαμε προηγούμενη εμπειρία σε αγώνες πάνω στο πάγο. Αρχικά, αντικαταστήσαμε το πίσω ελαστικό με ένα άλλο με λιγότερα καρφιά ώστε να έχει χαμηλότερο βάρος και αυξήσαμε την πίεση. Έπειτα, αφαίρεσα το quickshifter και το Power Commander με την ελπίδα πως θα λυνόταν το πρόβλημα των ηλεκτρικών.”

Παρά τις προσπάθειες του Hennebert, η δεύτερη προσπάθεια του Lorentz στον πάγο δεν απέδωσε. “Θεωρώ πως το πρόβλημα οφειλόταν στις εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες (-20 οC). Χρησιμοποιούσαμε μια αγωνιστική ECU, η οποία δεν είχε προγραμματιστεί για να λειτουργεί σε τόσο ακραίο περιβάλλον. Την τελευταία μέρα της έκανα reset και όσες αλλαγές μπορούσα, όμως η αποστολή των κατάλληλων διαγνωστικών εργαλείων ήταν αδύνατη και δεν μπορούσα να ξέρω ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα.”

Την τελευταία μέρα, ο καιρός ήταν καλύτερος και η ομάδα αποφάσισε να χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά το σύστημα ψεκασμού NOS με την καλύτερη προσπάθειά της να αγγίζει τα 180km/h. Η Indian μπορεί να μην κατάφερε τους στόχους της, όμως η εμπειρία που απέκτησε η ομάδα ήταν τεράστια και πλέον είναι προετοιμασμένη για το επικείμενο Sultans of Sprints. “Η Appaloosa έχει περισσότερες δυνατότητες από αυτές που είδαμε στο Ice Speed Festival και γνωρίζω πως ο Brice θα εκμεταλλευτεί πλήρως την εμπειρία που αποκτήσαμε εδώ, ώστε να επιστρέψει δριμύτερος στο Sultans of Sprints,” ανέφερε ο Lorentz.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.